Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Σταύρωση – Ο μυστικός κόσμος της εικόνας

Την τρίτη Κυριακή της Σαρακοστής έχουν περάσει τρεις εβδομάδες από την αρχή της και μένουν τρεις εβδομάδες μέχρι την αρχή της εβδομάδας των Παθών του Κυρίου μας, της Μεγάλης Εβδομάδας. Αυτή την Κυριακή λοιπόν η Εκκλησία την έχει ορίσει για να προσκυνούν οι πιστοί τον Σταυρό του Χριστού μας, προκειμένου να τους δώσει την πνευματική δύναμη για να περάσουν και τις υπόλοιπες εβδομάδες. Έτσι, στους ορθόδοξους ναούς θα προσκυνήσουμε όλοι τον Τίμιο Σταυρό, που πάνω του άφησε την επίγεια ζωή του ο Υιός του Θεού.
21_Trodio_Stayrosi_1
Η εικόνα της Σταύρωσης, η οποία είναι κατ΄ εξοχή εικόνα της Μεγάλης Παρασκευής, είναι και τώρα επίκαιρη. Στην εικόνα αυτή κρύβεται ένας μυστικός κόσμος. Ας τον μάθουμε, παρατηρώντας τα πρόσωπα και τα άλλα στοιχεία που εικονίζονται. Ας παρατηρήσουμε πρώτα ότι η σκηνή της Σταύρωσης είναι έξω από τα τείχη της πόλης, τα οποία φαίνονται πίσω. Έτσι κι εμείς πρέπει να βγούμε έξω από τα τείχη του εγωισμού μας, έξω από τον εαυτό μας, και να πλησιάσουμε τους άλλους μέσα από τον Χριστό.
Stayrosi_1Στο κέντρο κυριαρχεί η μορφή του Κυρίου μας. Βρίσκεται καθηλωμένος στον Σταυρό, αλλά δεν είναι ζωντανός. Δεν εικονίζεται όμως και νεκρός. Ο αγιογράφος τον ζωγραφίζει σαν να κοιμάται. Τα χέρια και τα πόδια του δεν κρέμονται σαν νεκρά – τα χέρια του, καρφωμένα στο ξύλο, είναι απλωμένα κι αγκαλιάζουν όλον τον κόσμο.
Stayrosi_2Από το πλευρό του, το οποίο πριν από λίγο τρύπησε με τη λόγχη ένας στρατιώτης έτρεξε αίμα και νερό, απόδειξη ότι πέθανε στ΄ αλήθεια. Συγχρόνως όμως τα δύο αυτά στοιχεία συμβολίζουν τα δύο κύρια μυστήρια, το βάπτισμα (νερό) και τη Θεία Ευχαριστία (αίμα).
Stayrosi_4Αν και νεκρός πάνω στον Σταυρό, είναι νικητής στον Άδη. Το κρανίο που υπάρχει κάτω από τον Σταυρό, δέχεται το ζωοποιό και σωτήριο αίμα του Κυρίου. Συμβολίζει τον Αδάμ, ως εκπρόσωπο όλου του ανθρώπινου γένους.
Stayrosi_3Η νίκη του Κυρίου πάνω στον θάνατο φαίνεται και από την επιγραφή που βάζει ο αγιογράφος πάνω στον Σταυρό. Η συντομογραφία σημαίνει «Ο Βασιλεύς της Δόξης», αν και γνωρίζουμε ότι η επιγραφή που είχε τοποθετηθεί έγραφε: «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων». Σε παλιότερες αγιογραφίες βλέπουμε την επιγραφή ΙΝΒΙ.
Stayrosi_5Γύρω από τον Σταυρό εικονίζονται κάποια πρόσωπα. Είναι αυτά που αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Κάτω, περιστοιχισμένη από γυναίκες που την αγκαλιάζουν, βρίσκεται η Παναγία. Το πρόσωπό της είναι θλιμμένο και πονεμένο, αλλά δεν θρηνεί γοερά. Οι γυναίκες, μαθήτριες του Κυρίου αντιμετωπίζουν τον πόνο, όλες μαζί, ενωμένες, ως Εκκλησία.
Stayrosi_6Απέναντι από την Παναγιά μας βρίσκεται ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο μοναδικός από τους μαθητές του που ήταν παρών στη Σταύρωση, ο Ιωάννης, ο γιος του Ζεβεδαίου. Σ΄ αυτόν απευθυνόμενος πριν από λίγο ο Κύριος ανέθεσε τη φροντίδα της Μητέρας Του και στη Μητέρα Του είπε ότι ο Ιωάννης θα είναι γιος της.
Stayrosi_7Πίσω από τον Ιωάννη διακρίνεται ένας Ρωμαίος στρατιωτικός. Είναι αυτός που ομολογεί ότι Αυτός που σταυρώθηκε είναι Υιός του Θεού. Είναι ο άγιος Λογγίνος, ο εκατόνταρχος, ο οποίος αργότερα μαρτύρησε για τον Χριστό.
Αυτά τα στοιχεία, λοιπόν, ας έχουμε υπόψη μας, προκειμένου την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης αλλά και τη Μεγάλη Παρασκευή, μετά από τέσσερις εβδομάδες περίπου, να γνωρίζουμε τους συμβολισμούς της εικόνας που προσκυνούμε.

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Mια άλλη ανάγνωση της Έγερσης του ΛαζάρουΔρ. Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Υπεύθυνος Περιεχομένου Πεμπτουσίας


Είναι γνωστά τα μηνύματα που στέλνει στους πιστούς η σημερινή εορτή. Ο Κύριος ανιστά εκ νεκρών το φίλο του Λάζαρο που είχε πεθάνει τέσσερις μέρες πριν. Μεγάλο θαύμα, το οποίο δίκαια προκάλεσε την απορία και το θαυμασμό των κατοίκων της Ιουδαίας, αλλά και το φθόνο των θρησκευτικών αρχόντων – οι οποίοι από τότε έβαλαν σε λειτουργία τα άνομα σχέδιά τους για την εξόντωση του Ιησού.
TRADITIONS-REMEMBERING-ST.-LAZARUS_UP
Ο Ιησούς είχε κάνει ήδη πολλά θαύματα. Ποικίλες θεραπείες, πολλαπλασιασμό άρτων και ιχθύων, ακόμα και αναστάσεις νεκρών. Αυτό όμως υπερέβαινε κάθε προηγούμενο. Νεκρός «τεταρταίος», ο οποίος «ήδη όζει», κατά τα λεγόμενα της αδερφής του, δεν είχε ακουστεί ποτέ να ανασταίνεται. Φανερώνεται, λοιπόν, έτσι η θεία δύναμη του Διδασκάλου, προτυπώνεται το υπέρλογο γεγονός της δικής του Ανάστασης, που θα ακολουθήσει μετά από λίγες μέρες, και προϊδεάζονται οι μαθητές Του και ο λαός γι’ αυτό. Ταυτόχρονα, δίνεται η δυνατότητα στις αδερφές του Λαζάρου να αναγνωρίσουν την κυριότητα του Χριστού στη ζωή και το θάνατο, εκδηλώνοντας τη μεγάλη πίστη τους: «Πού ήσουν Κύριε; Αν ήσουν εσύ εδώ, δε θα συνέβαινε αυτό!»
Έρχονται πολλοί όμως κατόπιν, και με διάφορες αφετηρίες θέλουν να υποβαθμίσουν ή να σχετικοποιήσουν το γεγονός. «Αυτό ήταν ένα γεγονός που χαροποίησε την οικογένειά του… Εμάς τι μας ενδιαφέρει;», ή «Και τι έγινε που αναστήθηκε ο Λάζαρος; Αφού αργότερα ξαναπέθανε…», είτε: «Γιατί ο Χριστός να τον ξαναφέρει στη ζωή; Αφού ήταν δίκαιος και θα πήγαινε στον Παράδεισο…», είναι οι συχνότερες αιτιάσεις όσων θέλουν να «διυλίσουν τον κώνωπα» και να προτάξουν την ορθολογιστική μιζέρια έναντι της ευφροσύνης της ημέρας.
Παραβλέποντας τον μάλλον ατομοκεντρικό και γενικότερα αντιεκκλησιαστικό χαρακτήρα του πρώτου είδους από το σχετικισμό αυτόν και προσπερνώντας την (προφανή) ένταξη του γεγονότος της Εγέρσεως του Λαζάρου στο ευρύτερο σχέδιο της Θείας Οικονομίας (έχοντας ήδη κάνει ορισμένες νύξεις πιο πάνω), αξίζει ίσως να σταθούμε λίγο περισσότερο στο σημερινό γεγονός, με αφορμή αυτά τα ερωτήματα. Αφήνοντας κατά μέρος τη σχολαστική πλευρά τους, βλέπουμε ουσιαστικά ότι η απάντησή τους ισοδυναμεί με τον πυρήνα της εκκλησιαστικής θεώρησης για το θάνατο.
Μπορεί, δηλαδή, να ακούμε κατά καιρούς πολλά λόγια (συνήθως από άμβωνος) για τη «χριστιανική» αντιμετώπιση του θανάτου, για τον «ηρωισμό» που περικλείει, για την περιφρόνηση που τού αξίζει, κ.ο.κ., αυτό καθεαυτό όμως το γεγονός δεν παύει να είναι κάτι το συγκλονιστικό και οδυνηρό. «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον», λέει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ακούμε στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, και βλέπουμε τον Ιησού σήμερα να κλαίει για την απώλεια του αγαπημένου του φίλου. Στις αδερφές του δε, δεν λέει διάφορα «ψυχωφέλιμα» ή «πνευματικά» λόγια παρηγοριάς, αλλά ξαναφέρνει στη ζωή τον άνθρωπό τους.
Και σ’ εμάς τι λέει; Ίσως να λέει ακόμα περισσότερα, αρκεί να μπορέσουμε να τα ακούσουμε. Εξάλλου, «μέγα και βαθύ» το μυστήριο του θανάτου. Ίσως, πάλι, η απάντηση η δική μας να περιμένει μια εβδομάδα να έρθει, με την οριστική Του νίκη, επί της φθοράς. Αρκεί και πάλι να μπορέσουμε να τη δούμε

Τοιχογραφίες με θέμα την Ανάσταση του Λαζάρου (Περίπου με χρονολογική σειρά)



Εικόνα

Η Ανάσταση του Λαζάρου, τοιχογραφία από τον Ιερό Nαό της Παναγίας της Aσίνου στην Kύπρο (1105-1106).

Πηγή: www.xanthi.ilsp.gr

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η Ανάσταση του Λαζάρου. Τοιχογραφία του 1280 μ.χ. Eκκλησία της Παναγίας του Μουτουλλά - Λευκωσία.

Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η Ανάσταση του Λαζάρου, από το δωδεκαέορτο του Θεοφάνη του Κρητός της Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους (1545-1546).

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η Έγερσις του Λαζάρου, Θεοφάνη του Κρητός (γύρω στο 1546).

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Ανάσταση του Λαζάρου, Τοιχογραφία, Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά,
Μετέωρα

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Ανάσταση του Λαζάρου, Τοιχογραφία, Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου,
Έμπαρος

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η έγερση του δικαίου Λαζάρου. 16ος αι. Ι.Ναός Ευαγγελισμού, Βερατίου Αλβανίας.
Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Ανάσταση του Λαζάρου, Βυζαντινή τοιχογραφία άγνωστης προέλευσης.
Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η Ανάσταση του Λαζάρου, Βυζαντινή τοιχογραφία με επιδράσεις από την ιταλική ζωγραφική του 15ου-16ου αιώνα, από τον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής στη Γερόσκηπο της Κύπρου.

Πηγή: vatopaidi.wordpress.com

Re: Η Ανάσταση του Λαζάρου


Εικόνα

Η Ανάσταση του Λαζάρου, σύγχρονη τοιχογραφία από τον Ιερό Ναό Παναγίας Αλεξιώτισσας, Πάτρας.

Πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com

Η ΕΓΕΡΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ




Βραχόβουνα περικλείουν στενὰ τὴν σκηνήν, καὶ ὁ Κύριος μὲ τοὺς Μαθητάς Του,
ἔχει τὴν παντοδύναμον δεξιὰν Αὐτοῦ ἐκτεταμένην καὶ εὐλογοῦσαν,
μὲ μίαν κίνησιν προστακτικήν, ὧν Κύριος καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου.
Καὶ εὶς τὰ ἄχραντα πόδια Του κοίτονται γονατισμένες οἱ ἀδελφὲς
τοῦ Λαζάρου, Μάρθα καὶ Μαρία, θρηνοῦσαι καὶ ὁδυρόμεναι
καὶ κατασπαζόμεναι αὐτά μὲ θρῆνον καὶ κλαυθμὸν πολύν.
Εἰς δὲ τὸ ἀντικρυνὸν μέρος, ὁ Λάζαρος προβάλει μέσα ἀπὸ τάφον λαξευμένον
εἰς τὸν βράχον, σαβανομένος μὲ κειρίας (λωρίδας), ὅπως περιγράφεται
εἰς τὸ Ἅγιον Εὐαγγέλιον, χλωμὸς καὶ μὲ ὄψιν τεταλαιπωρημένην,
σὲ ἀνδρικὴν ἡλικίαν, μὲ ἀρὺ μαῦρον γένειον.
Ἕνας νεαρὸς μετακινεῖ τὴν βαρειὰν ταφόπλακα καὶ ἄλλος λύνει
τὸν ἀναστημένον νεκρὸν ἀπὸ τὰς κειρίας, κατὰ τὸ τοῦ Κυρίου πρόσταγμα.
Ἀνάμεσα εἰς τὰ βραχοβούνια, φαίνονται τὰ τείχη τοῦ κάστρου τῆς Βηθανίας,
καὶ πλῆθος Ἐβραίων ὁποὺ ἐβγαίνουν ἀπὸ τὴν καστρόπορταν,
βλέποντες καὶ θαυμάζοντες, καὶ κάποιοι ἀπ' αὐτοὺς φράζοντες μὲ τὸ ροῦχον
τὲς μύτες των διὰ τὴν δυσωδίαν τοῦ νεκροῦ, ὁποὺ ἦτο τετραήμερος.
Ὁ Χριστὸς στέκεται μὲ τὴν ἁπλὴν αὐθεντίαν καὶ μεγαλοπρέπειαν τῆς θεϊκῆς ἐξουσίας.
Τὸ βλέμμα Του, ἀτάραχον καὶ ἀστραφτερόν, ἐβγαίνει μὲ δύναμιν.



Ἡ πανσθενουργὸς δεξιά Του ὁμοιάζει νὰ δίδη ζωὴν μὲν εἰς τὸν Λάζαρον,
θανάσιμον δὲ κτύπημα εἰς τὸν θάνατον,
κατὰ τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς ὅπου λέγει·


"Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν, πρὸ τοῦ Σοῦ Πάθους πιστούμενος,
ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός·
ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ Παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες,
Σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,
εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου."

Μὲ τὴν ἀριστερὰ κρατᾶ σφικτὰ τὸ εἰλητάριον μὲ τὸ Εὐαγγέλιόν Του.
Ὡστόσο, τὸ ὅλον σχῆμα τοῦ Κυρίου ἀποπνέει σεμνότητα καὶ ἡ ὄψις Του
εἶναι τεθλιμμένη, διότι, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον,
"ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν." (Ἰω. ια΄, 33)
Οἱ βράχοι εἶναι ὑψηλοὶ ὡσὰν ἀνατριχιασμένοι καὶ βαρεῖς ὡσὰν πένθιμοι,
ἀλλὰ συνάμα χαρμόσυνοι, κατὰ τὴν ὑπόθεσιν.
Τὸ δὲ φαράγγι στενὸν καὶ ἀπότομον, διὰ νὰ μεταδίδη
εὶς τὸν θεώμενον τὴν Εἰκόνα τὸν φόβον ὅπου ἔνοιωσαν οἱ πέτρες
κρουσμένες ἀπὸ τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, ὅπου ἐκράυγασε·

"Λάζαρε, δεῦρο ἔξω"



+++

Η Έγερσις του Λαζάρου


    ...
    Διδασκαλίαι καθ’ οδόν
    Η εορτή των Εγκαινίων
    Πέραν του Ιορδάνου
    Η Έγερσις του Λαζάρου
    Ιεριχώ και Βηθανία
    Η Βαϊοφόρος
    Δευτέρα της εβδομάδος των παθών — Ημέρα Παραβολών
    ...

Μήνυμα προς τον Ιησούν — Δύο ημερών βραδύτης — «Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού» — Η προϋπάντησις της Μάρθας — «Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή» — Αγωνία της Μαρίας — Βαθεία συγκίνησις του Ιησού — Σκηνή παρά τον τάφον — «Λάζαρε, δεύρο έξω» — Η σιωπή των τριών Ευαγγελιστών — Το συμβούλιον του Καϊάφα — «Συμφέρει ίνα απολέσθαι»

«Έχω τας κλεις του άδου και του θανάτου». (Αποκάλ Α'. 18).

Αύται αι αποχαιριτιστήριοι ομιλίαι και διδασκαλίαι ίσως ανήκουσιν εις τας δύο ημέρας, τας μετά το μήνυμα το οποίον ο Ιησούς, ενώ ήτο ακόμη εν Βηθανία τη πέραν του Ιορδάνου, έλαβεν από την άλλην Βηθανίαν, όπου συχνά είχεν εύρη φιλοξενίαν. Το μήνυμα τούτο ήτο, «Κύριε, ον φιλείς ασθενεί». Ο Λάζαρος ήτο ο μόνος στενός φίλος τον οποίον είχεν ο Ιησούς έξω του κύκλου των Αποστόλων Του, και το επήγον άγγελμα ήτο προφανώς πρόσκλησις όπως έλθη Εκείνος ενώπιόν του οποίου, εφ' όσον γνωρίζομεν, δεν συνέβη επιθανάτιος σκηνή.

Αλλ' ο Ιησούς δεν ήλθεν. Ηρκέσθη μόνον, ενώ απησχολείτο εις σπουδαία έργα, να πέμψη το μήνυμα ότι «αύτη η ασθένεια δεν ήτο προς θάνατον, αλλά προς δόξαν Θεού», και έμεινε δύο ημέρας περισσότερον όπου ευρίσκετο. Εις το τέλος των δύο τούτων ημερών είπε προς τους μαθητάς Του:

«Άγωμεν εις την Ιουδαίαν και πάλιν». Οι μαθηταί υπέμνησαν Αυτώ, πως τελευταίον οι Ιουδαίοι εκεί είχον ζητήσει να τον λιθοβολήσωσι, και τον ηρώτησαν πώς θα ερριψοκινδύνευε να υπάγη πάλιν εκεί· αλλ' Αυτός απήντησεν ότι κατά τας δώδεκα ώρας της ημερησίας εργασίας Του ηδύνατο να περιπατή εν ασφαλεία, διότι το φως του έργου Του, το οποίον ήτο το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, θα τον εφύλαττεν από παντός κινδύνου. Και είτα τους είπεν ότι, «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, και πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν». Τρεις εξ αυτών τουλάχιστον έπρεπε να ενθυμώνται πως, μίαν άλλην φοράν, είχεν ονομάσει ύπνον τον θάνατον· αλλ' ή εσιώπων ούτοι, άλλων λαλούντων, ή ήσαν λίαν βραδείς τη καρδία και δεν το ανελογίζοντο. Επειδή υπέθεσαν ότι ωμίλει περί συνήθους ύπνου, εδέησε να τους είπη καθαρά ότι ο Λάζαρος απέθανε, και έχαιρε δι' αυτούς, επειδή θα απήρχετο να τον επαναφέρη εις Την ζωήν. «Υπάγωμεν και ημείς, είπεν ο φιλόστοργος αλλά δύσθυμος Θωμάς, ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού»· ως εάν έλεγεν, είνε ανωφελές και επικίνδυνον το σχέδιον, αλλ' όμως ας υπάγωμεν.

Αναχωρήσας λίαν πρωί ο Ιησούς ευκόλως θα διήνυε την οδόν (περί τα είκοσι μίλια) προ της δύσεως του ηλίου. Αλλ' άμα φθάσας, εστάθη έξω του μικρού χωρίου. Η γειτνίασίς του προς τα Ιεροσόλυμα, οπόθεν απέχει ολιγώτερον των δύο μιλίων, και το εύπορον και η κοινωνική τάξις της οικογενείας, είχε προσελκύσει συρροήν γνωρίμων Ιουδαίων όπως συμπενθήσωσι και παρηγορήσωσι τας δύο αδελφάς· και ήτο ευχής έργον να ενεργώσι μετά προφυλάξεως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του, παρακινδυνεύοντες εν μέσω τοιούτων αποφασιστικών εχθρών. Αλλ' ενώ η Μαρία, πιστή εις τας ερημικάς και θεωρητικάς διαθέσεις της, εκάθητο εν τη οικία αγνοούσα την προσέγγισιν του Κυρίου, η δραστηριωτέρα Μάρθα είχε λάβη είδησιν ότι ο Ιησούς έρχεται, και πάραυτα έτρεξεν εις προϋπάντησίν Του. (10)

Ο Λάζαρος είχε αποθάνη την αυτήν ημέραν ότε ο Ιησούς είχε λάβη το άγγελμα περί της ασθενείας του· δύο ημέραι είχον παρέλθη ενώ ηργοπόρει εις την Πέραν του Ιορδάνου, η τετάρτη κατηναλώθη εις την οδοιπορίαν. Η Μάρθα δεν ηδύνατο να εννοήση την θλιβεράν ταύτην βραδύτητα. «Κύριε, είπε, με τόνον παραπόνου, εάν ήσο εδώ, δεν θα απέθνησκεν ο αδελφός μου. Αλλ' όμως και τώρα...» φαίνεται να τρέφη αμυδράν ελπίδα ότι δυνατόν να επέλθη ανακούφισίς τις εις την στέρησίν των. Αι ολίγαι λέξεις αίτινες ακολουθούσιν είνε λέξεις τα μάλιστα αξιομνημόνευτοι· είνε δήλωσις του Ιησού ήτις επήνεγκε παραμυθίαν όχι εις την Μάρθαν μόνον, αλλ' εις εκατοντάδας μυριάδων έκτοτε, και θα εξακολουθή να παρηγορή τον κόσμον μέχρι συντελείας:

«Μη φοβού, αναστήσεται ο αδελφός σου».

Η Μάρθα δεν είχεν ονειροπολήσει ότι ο Λάζαρος θ’ αφυπνίζετο τώρα από τον ύπνον του θανάτου, και ηδυνήθη μόνον ν' απαντήση, «Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει, εν τη εσχάτη ημέρα».

Ο Ιησούς είπεν αυτή:

«Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή· ο πιστεύων εις Εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και ο ζων και πιστεύων εις Εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα&. Πιστεύεις τούτο;»

Δεν ήτο διά πνεύμα οποίον το της Μάρθας να διακρίνη τας εναλλασσούσας σκέψεις περί σωματικού και πνευματικού θανάτου, αίτινες ήσαν ηνωμέναι εν τη βαθεία ταύτη εκφράσει· αλλά χωρίς να σταθή και να εμβαθύνη, η πιστή αγάπη της έδωκε την απάντησιν: «Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον».

Αφού εξέφερε την μεγάλην ταύτην ομολογίαν, απήλθε προς αναζήτησιν της αδελφής της, περί ης είχεν ερωτήσει ο Ιησούς, και ης η καρδία και η διάνοια, καθώς εφαίνετο η Μάρθα αυθορμήτως αισθανομένη, ήσαν ευαρμοστότερα όπως περιλάβωσι τοιαύτας υψηλάς αληθείας. Εύρε την Μαρίαν εν τη οικία, και η τε μυστικότης μεθ' ης έδωκε την είδησιν της παρουσίας του Ιησού, και η σπουδή και σιγή μεθ' ης η Μαρία ηγέρθη να υπάγη προς συνάντησιν του Κυρίου δεικνύουσιν ότι ανάγκη ήτο προφυλάξεων, και ότι η επίσκεψις του Χριστού δεν ήτο όλως άνευ κινδύνου. Οι Ιουδαίοι οίτινες την παρηγόρουν, και τους οποίους αιφνιδίως ούτω κατέλιπεν αύτη, ηγέρθησαν να την ακολουθήσωσιν εις το μνήμα, όπου ενόμισαν ότι μετέβαινε διά να κλαύση· αλλά τάχιστα είδον το αληθές αντικείμενον του κινήματός της. Έξω του χωρίου εύρον τον Ιησούν περιεστοιχισμένον υπό των φίλων Του, και είδον την Μαρίαν να τρέχη προς Αυτόν, και να πίπτη εις τους πόδας Του, εκφέρουσα το αυτό αγωνιώδες παράπονον όπερ και η αδελφή της. «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός». Η μεγαλειτέρα σφοδρότης της συγκινήσεως της ωμίλει εις τας ολιγωτέρας λέξεις της και εις την σφοδροτέραν αγωνίαν της, και δεν ηδύνατο πλέον τι να προσθέση. Δυνατόν η στοργή της να ήτο βαθυτέρα ή ώστε να επιτρέψη όπως φανή τόσον εύελπις όσον η αδελφή της· δυνατόν μετά ταπεινοτέρου σεβασμού και ευλαβείας να άφηνε τα πάντα εις τον Κύριόν της.

Η όψις όλης αυτής της αγάπης και της λύπης, το οικτρόν θέαμα της ανθρωπίνης στερήσεως, η εσχάτη ματαιότης εν τοιαύτη στιγμή της ανθρωπίνης παραμυθίας, το άφατον παράπονον, «ω, διατί να μη είσαι εδώ να σώσης τον φίλον σου από το κέντρον του θανάτου και ημάς από το πικρότερον κέντρον του χωρισμού;» Όλα ταύτα έθιξαν την τρυφεράν συμπάθειαν του Ιησού εις βαθείαν συγκίνησιν. Στιβαρά προσπάθεια όπως κρατήση της συγκινήσεώς του εχρειάσθη (τούτο φαίνεται να σημαίνη το «Ενεβριμήσατο τω πνεύματι», το οποίον κατά γράμμα ερμηνεύεται «ηγανάκτησε τω πνεύματι», κατ' άλλους επί τη απιστία των παρεστώτων), ερρίγησε δε όλος ο Ιησούς («ετάραξεν εαυτόν»), πριν δυνηθή να εύρη λέξεις να ομιλήση, και τότε εδυνήθη μόνον να ερωτήση: «Πού τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν Αυτώ, «Κύριε, έρχου και ίδε»· Τότε εδάκρυσεν ο Ιησούς. Τα δάκρυά Του δεν έμειναν απαρατήρητα, και ενώ τινες των Ιουδαίων έλεγον «Ίδε πώς αυτόν εφίλει», άλλοι εν αμφιβολία ηρώτων, «Δεν ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού να σώση και τον φίλον Του από του θανάτου;» Δεν είχον ακούσει πως εις έν απώτερον χωρίον της Γαλιλαίας είχεν εγείρει τον νεκρόν· αλλ' εγνώριζον ότι εν Ιερουσαλήμ είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού, και τούτο εφαίνετο αυτοίς όχι ολιγώτερον καταπλήσσον θαύμα. Αλλ' ο Ιησούς εγνώριζε και ήκουε τα σχόλιά των, και πάλιν η όλη σκηνή, το γνησίως αλγεινόν ταύτης, αι μισθωτοί θρηνωδοί, τα μη κοπάζοντα μίση, όλα συγκεντρωμένα πέριξ του απαισίου έργου του θανάτου, επήλθον τόσον ισχυρώς εις το πνεύμα Του, ώστε, καίτοι εγίνωσκεν ότι έβαινε διά ν' αναστήση τον νεκρόν, «πάλιν εμβριμώμενος εν Εαυτώ» και ταραττόμενος έφθασεν εις το μνημείον. Ήτο δε, ως πολλά εκ των Ιουδαϊκών, είδος άντρου σκεπασμένου με πέτραν εις την είσοδον.

Το χωρίον, η Βηθανία, καλείται σήμερον Ελαζαριέ, κατά παραφθοράν του ονόματος του Λαζάρου, και εις παντοτεινήν ανάμνησιν του θαύματος. Δεικνύεται δε και έν σπήλαιον ως το μνημείον του Λαζάρου.

Ο Ιησούς διέταξε ν' αφαιρέσωσι τον λίθον από το στόμιον του μνημείου. Τότε επενέβη η Μάρθα. «Κύριε, τεταρταίος εστι, και ήδη όζει». Επισήμως ο Ιησούς υπέμνησε την ιδίαν υπόσχεσίν Του, και αφηρέθη ο λίθος από του μνήματος. Εκείνος έστη παρά την θύραν του μνημείου, και οι άλλοι έστησαν ολίγον απωτέρω, τους οφθαλμούς έχοντες προσηλωμένους επί το σκοτεινόν και σιγηλόν κοίλωμα. Ρίγος έπεσεν επί πάντας αυτούς καθώς ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς, και ευχαρίστησε τω Θεώ επί τη επικειμένη κυρώσει της δεήσεώς Του. Και τότε, υψώσας εις τους καθαρωτάτους τόνους την φωνήν εκείνην της φοβεράς εξουσίας, και εκφέρων, ως σύνηθες παρ' αυτώ εις τοιαύτην ευκαιρίαν, τας συντομωτάτας φράσεις, έκραξε:

«Λάζαρε, δεύρο έξω!»

Οι λόγοι ούτοι διεπέρασαν και πάλιν διά φοβερού παλμού την χώραν του ανεξερευνήτου σκότους, το οποίον μας χωρίζει από τον κόσμον τον μέλλοντα· και μόλις τους είχεν εκφέρει, όταν, ως φάσμα ζων, άπιστον θέαμα, πιστόν άκουσμα, γεγονός παράδοξον και καταπληκτικόν, εξήλθε μία μορφή, λευκή, σπαργανωμένη, κειρίαις δεδεμένη, φέρουσα το σουδάριον περί την κεφαλήν, δεσμία τας χείρας και τους πόδας, πλην όχι πελιδνή, όχι φρικώδης· η μορφή ενός νέου με το υγιές αίμα κυκλοφορούν εις τας φλέβας, προωρισμένου να ζήση τριάκοντα έτη εισέτι, διά να είνε ζων μαρτύριον της παντοδυναμίας Εκείνου όστις μετά μίαν εβδομάδα έμελλε να σταυρωθή υπό των απίστων.

Ας επίσχωμεν μικρόν εδώ διά ν' απαντήσωμεν εις το φυσικόν άλλως ερώτημα περί της σιωπής των Συνοπτιστών ως προς το μέγα τούτο θαύμα.

Διά να πραγματευθή το υποκείμενον εις το πλήρες έπρεπε να γράψη μακράν πραγματείαν περί της συστάσεως και κατασκευής των Ευαγγελίων, και πάλιν οι πολέμιοι δεν θα έπαυον να προβάλλωσι νέας εκάστοτε ενστάσεις κατά της γνησιότητος και της αξιοπιστίας των. Τα Ευαγγέλια είνε, εξ αυτής της φύσεως των, ωμολογημένως αποσπασματικά, και δύναται ως βέβαιον να θεωρηθή ότι τα τρία πρώτα ηρανίσθησαν κατά το πλείστον εκ κυκλοφορούσης προφορικής παραδόσεως, ή εβασίσθησαν επί ενός ή δύο αρχικών εγγράφων. Οι Συνοπτισταί σχεδόν περιορίζονται εις το εν τη Γαλιλαία, ο δε Ιωάννης εις το εν τη Ιουδαία κήρυγμα, καίτοι οι πρώτοι διαρρήδην μνημονεύουσι και προϋποθέτουσι εν Ιερουσαλήμ κήρυγμα, και ο Ιωάννης το εν Γαλιλαία. Ουδέ είς εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών επαγγέλλεται ότι θα δώση πλήρη και λεπτομερή έκθεσιν, ή και κατάλογον, των παραβολών, ομιλιών, και θαυμάτων του Ιησού· ουδέ ήτο αντικείμενον τινός εξ αυτών το να γράψη πλήρη αφήγησιν των τριών και ημίσεως ετών του δημοσίου βίου Του. Έκαστος τούτων αναφέρει τα συμβάντα όσα ήρχοντο εντός του ιδίου σχεδίου του, και ήσαν άριστα γνωστά εις αυτόν ή εξ αυτοψίας, ή εκ μεμονωμένων γραπτών εκθέσεων, ή εκ στοματικής παραδόσεως· και έκαστος αυτών λέγει αρκετά ώστε να δείξη ότι Εκείνος ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο Σωτήρ του κόσμου. Λοιπόν, αφού η έγερσις του Λαζάρου δεν θα εφαίνετο εις αυτούς μεγαλειτέρα εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως ή άλλαι τας οποίας διηγήθησαν (αφού, ως ελέχθη, δεν είχεν εφευρεθή τότε σημειόμετρον προς εξέλεγξιν του σχετικού μεγέθους των θαυμάτων), και αφού το θαύμα τούτο συνέβη εν τη Ιουδαία, δεν φαίνεται το παράπαν πλέον ανεξήγητον διότι παρέλιπον τούτο, ή όσον θα εφαίνετο διότι παρέλιπον το θαύμα της Κολυμβήθρας Βηθεσδά, ή την διάνοιξιν των οφθαλμών του τυφλού γεννηθέντος. Αλλά περιπλέον τούτου, ανευρίσκομεν παρά τοις Συνοπτισταίς ιδιάζουσαν σιωπήν περί της οικογενείας της εν Βηθανία. Η οικία εν ή λαμβάνουσι προέχουσαν θέσιν καλείται «η οικία Σίμωνος του Λεπρού». Η Μαρία καλείται απλώς γυνή τις υπό του Ματθαίου και του Μάρκου, και ο Λουκάς αρκείται ονομάζων την Βηθανίαν κώμην τινά, καίτοι εγνώριζεν, ως αλλαχού του κειμένου του φαίνεται, το όνομα. Υπάρχουσιν άρα ισχυροί λόγοι όπως εικάσωμεν ότι, όταν εφάνη η πρώτη σύνοψις του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και όταν συνελέχθησαν τα υπομνήματα ων εγένετο χρήσις υπό των δύο άλλων Συνοπτιστών, δυνατόν να υπήρχον ιδιαίτεροι λόγοι όπως μη αναγραφή έν θαύμα το οποίον θα εφερεν εις επικίνδυνον περιφάνειαν ένα άνθρωπον όστις ήτο ακόμη ζων, αλλά τον οποίον οι Ιουδαίοι είχον ζητήσει να θανατώσουν (ως διηγείται ο Ιωάννης) ως μάρτυρα της θαυματουργού δυνάμεως του Χριστού. Και αν δε ο κίνδυνος ούτος είχε παρέλθη, αλγεινόν θα ήτο εις την φιλήσυχον οικογένειαν της Βηθανίας το να γείνη η εστία ανευλαβούς περιεργίας, και να εξετάζηται περί των κρυπτών εκείνων πραγμάτων τα οποία ουδείς ποτε είχεν αποκαλύψει. Κάτι φαίνεται άρα ότι εσφράγισε τα χείλη των Ευαγγελιστών εκείνων, το δε πρόσκομμα τούτο είχεν εκλίπη πλέον όταν το Ευαγγέλιον του Ιωάννου είδε το φως.

«Ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν — τοιαύτη ήτο η απάντησις του Αβραάμ προς τον Πλούσιον εν τη παραβολή — ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή (και ούτος προσέτι Λάζαρος!) πεισθήσονται». Και ούτω συνέβη. Υπήρξαν πολλοί μάρτυρες του θαύματος τούτου οίτινες επίστευσαν όταν το είδαν, αλλ' υπήρξαν άλλοι οίτινες έσπευσαν μόνον να φέρωσιν οργίλην και ταραχώδη την είδησιν τούτου προς το Συνέδριον εις Ιερουσαλήμ.

Το Συνέδριον συνήλθεν εν πνεύματι μίσους και αμηχανίας. «Τι ποιούμεν, ότι ο Άνθρωπος ούτος πολλά σημεία ποιεί;» Δεν ηδύνατο ν' αρνηθώσι το θαύμα· δεν ήθελον να πιστεύσωσιν εις Εκείνον όστις το έπραξεν. Εφοβούντο μόνον την αύξουσαν επιρροήν Του, και εσυμπέραινον ότι θα την μετεχειρίζετο διά να γείνη βασιλεύς, και θα επροκάλει την Ρωμαϊκήν επέμβασιν, και την εκμηδένισίν των ως έθνους. «Και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών την πόλιν και το έθνος». Και καθώς μάτην ελύσσων εις βουλάς ανισχύρους, ο Ιωσήφ ο Καϊάφας ηγέρθη ν' απευθύνη αυτοίς τον λόγον. Ούτος είχε λάβη την αστικήν αρχιερατείαν από τας χείρας των Ρωμαίων, και συνεμερίζετο την εξουσίαν και τας τιμάς μετά του Άννα ή Χανάν του πενθερού του, από τον οποίον οι Ρωμαίοι είχον αφαιρέσει την αρχιερατείαν, αλλά τον οποίον οι αυστηρότεροι Ιουδαίοι εθεώρουν ως τον αληθή αρχιερέα. Ο Καϊάφας εντοσούτω ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον ονόματι και κατ' επίφασιν μέγας αρχιερεύς. Ως τοιούτος υπετίθετο ότι είχε το χάρισμα εκείνο της προφητείας, το οποίον ακόμη επιστεύετο ότι εσώζετο αμυδρόν εις τους απογόνους του Ααρών. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει «αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου», επειδή ούτω είχε καταντήσει η αρχιερατεία εις τας ημέρας εκείνας, ο δε Καϊάφας την είχε λάβη διά δωροδοκίας από τους Ρωμαίους. Ηγέρθη και είπεν ότι συμφέρει να θυσιασθή είς υπέρ του λαού, ένοχος ή αθώος, αδιάφορον, οι δε Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι εδέχθησαν αδιστάκτως την φωνήν εκείνην της ασυνειδήτου προφητείας. Και δεχθέντες αυτήν, επλήρουν μέχρι στεφάνης την κύλικα της ιδίας ανομίας των, και εγίνοντο ένοχοι του εγκλήματος, το οποίον επέσυρε κατά των κεφαλών των αυτήν την καταστροφήν την οποίαν εζήτουν ν' αποσοβήσωσιν. Ήτο η λατρεία εκείνη του Μολώχ με τας ανθρωποθυσίας της, το πάλαι με τας προφητοκτονίας και νυν με την θεοκτονίαν, — ήτις, ως εις τας ημέρας του Μανασσή, τους κατεδίκαζεν εις άλλην και τρομερωτέραν καταστροφήν. Υπήρξάν τινες εντούτοις οίτινες δεν ευρέθησαν εις το Όρος εκείνο της Κακής Βουλής (το όνομα τούτο δίδεται μέχρι της σήμερον εν Ιεροσολύμοις εις την θέσιν όπου, κατά την παράδοσιν, ήτο η οικία του Καϊάφα), ή και αν ήσαν παρόντες δεν συγκατένευσαν εις την ψυχήν αυτών· αλλ' από της ημέρας εκείνης η μυστική έγκρισις εξεδόθη ότι ο Ιησούς έπρεπε να θανατωθή. Από τούδε έζη μόνον με αμοιβήν επικηρυγμένην επί της κεφαλής Του.

Και η έγκρισις αύτη, όσον μυστική και αν ήτο αρχήθεν, εν ακαρεί εγένετο γνωστή. Ο Ιησούς εγνώριζε ταύτην. Και κατά τας τελευταίας ημέρας της επιγείου παρουσίας Του, μέχρις ου έλθη το Πάσχα, εν ώ προυτίθετο να θυσιάση την ζωήν Του, απεσύρθη εν κρυπτώ εις μικράν αφανή πόλιν εγγύς της ερήμου, καλουμένην Εφραΐμ. Εκεί, ασφαλής από όλας τας μηχανορραφίας των εχθρών Του, διήγαγε τας τελευταίας ημέρας Του μετά των μαθητών Του, διδάσκων αυτούς το μέγα έργον του πνευματικού θερισμού και της ψυχοσωτηρίου αλιείας την οποίαν έμελλον να εξασκήσωσιν εν μέσω των εθνών. Ουδείς ή ολίγοι εκτός της πιστής ταύτης χορείας εγνώριζον την κρύπτην Του· διότι οι Φαρισαίοι, όταν ευρέθησαν ανίκανοι να κρύψωσι τα σχέδιά των, εδημοσίευσαν διαταγήν ότι πας όστις εγνώριζε πού ήτο Εκείνος, ώφειλε να το αποκαλύψη, ότι ηδύναντο να Τον συλλάβωσιν εν ανάγκη διά της βίας και εκτελέσωσι την ληφθείσαν απόφασιν. Πλην μέχρι τούδε το δέλεαρ δεν έσχεν αποτέλεσμα. Είνε δε αμφίβολον αν η τιμωρία η μελετωμένη κατά του Ιησού δεν εσκοπείτο να εκτελεσθή κατά τρόπον μυστικώτερον και συνοπτικώτερον, φέροντα μάλλον την όψιν βιαίας δολοφονίας παρά δικαστικής εκτελέσεως.

Ο Παπαδιαμάντης και ο Μεγάλος Κανόνας


Σ’ ένα δρόμο της συνοικίας «Ράχη» στην Πορταριά έχει δοθεί το όνομα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ήταν τόσο μεγάλη η προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη στο χώρο της Ελληνικής Λογοτεχνίας, ώστε αρκούσε αυτό και μόνο να εξηγήσει την ονοματοδοσία αυτή. Η αφορμή όμως στο να δοθεί το όνομα του Παπαδιαμάντη σ’ αυτό το δρόμο ήτανε η παρακάτω:

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε έναν αδελφό, το Γιώργη, που είχε παντρευτεί στην Πορταριά και σ’ αυτή εγκαταστάθηκε. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια γραμματέας της Κοινότητας Πορταριάς, τότε Δήμου Ορμινίου. Το σπίτι που καθότανε ήταν στην μικρή πλατεία, όπου η θολωτή βρύση και ο μεγάλος πλάτανος της «Ράχης», απέναντι από το αρχοντικό του Τσοποτού, τώρα ξενοδοχείο «Δεσποτικό». Έτσι ο εκφραστής του ταπεινού, του αυθεντικού και αδιάφθορου ελληνικού κόσμου, ο κοσμοκαλόγερος Αλ. Παπαδιαμάντης, είχε επισκεφθεί πολλές φορές την Πορταριά, για να δει τον αδελφό και τα ανήψια του.

Με την ευκαιρία αυτή αξίζει να σας διηγηθώ ένα ανέκδοτο για τον Αλ. Παπαδιαμάντη, που ο παππούς μου ο παπα Αντώνης, παπάς στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων Πορταριάς, από το 1890 έως το 1942, μας είχε διηγηθεί.

Ποια χρονιά ακριβώς συνέβη, δεν το ξέρω. Το παραθέτω όπως μας το διηγήθηκε ο παππούς μου.

Ήτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ημέρα Τετάρτη, που διαβάζεται στην Εκκλησία, στον Εσπερινό, ο Μεγάλος Κανόνας του Αγίου Ανδρέου Κρήτης. Βγήκε στην Ωραία Πύλη ο παππούς μου με το βιβλίο στο χέρι, που περιείχε το Μεγάλο Κανόνα, και με το φως της λαμπάδας άρχισε να διαβάζει τα τροπάρια. Ψάλτη δεν είχε και τα τροπάρια έπρεπε να τα διαβάσει μόνος του. Και ήτανε πάρα πολλά.

Διάβασε το πρώτο και πήρε μια βαθειά ανάσα, έτοιμος ν’ αρχίσει το δεύτερο, όταν κάποιος, που στεκότανε όρθιος από το δεξιό μέρος, μπροστά στην κολόνα της εκκλησίας, άρχισε να ψάλλει το δεύτερο τροπάριο. Ο παππούς μου ξαφνιάστηκε λίγο και προχώρησε στο τρίτο.
 Ο άγνωστος απήγγειλε από στήθους το τέταρτο. Ο παππούς μου, με αγωνία που αυξανόταν, διάβασε την πέμπτη στροφή και ο άγνωστος απήγγειλε από στήθους την έκτη, και ούτω καθεξής, μέχρι το τέλος του μακρού Μεγάλου Κανόνα. Ο παππούς μου διαβάζοντας από το βιβλίο και ο άγνωστος απ’ έξω, χωρίς βιβλίο. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε τον παππού μου. Αυτός μετά δυσκολίας, κάτω από το ισχνό φως της λαμπάδας, κατόρθωνε να αναγνώσει τα τροπάρια, ενώ ο άγνωστος δεν εκόμπιαζε καθόλου και τα απήγγελλε μεστά περιεχομένου. Ο φόβος του έβαλε την ιδέα ότι ο ξένος ήταν άγγελος Κυρίου, σταλμένος από το Θεό να ελέγξει αν επιτελεί σωστά το έργο του. Και πρόσθετε ο παππούς μου: «Ήμουν και νέος παπάς…».

Τελείωσε ο Μεγάλος Κανόνας, μπήκε ο παππούς μου μέσα στο Ιερό να βγάλει το πετραχήλι και έως ότου βγει έξω ο άγνωστος είχε εξαφανιστεί. Πράγμα που εμπέδωσε, στη αρχή, την υποψία του αγνού ιερέα για την εξ ουρανών προέλευση του αγνώστου. Το μόνο που, μέσα στην ταραχή του, μπόρεσε να κρατήσει ήτανε το φτωχικό ντύσιμο του απόκοσμου ξένου. Ρώτησε και έμαθε στη συνέχεια ότι αυτός ο άγνωστος, που τόσο συντάραξε τον παππού μου με τις γνώσεις και το παρουσιαστικό του, ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο αδελφός του Γιώργη, του γραμματέα της Κοινότητας. Πήγε την άλλη μέρα στο σπίτι του αδελφού του για να τον γνωρίσει και είχε να το λέει για την απλότητα του, την ταπεινοφροσύνη του και τη σοφία του.

Να λοιπόν που το χωριό συνδέεται με δεσμούς αίματος με τον μεγάλο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και πολύ σωστά δόθηκε το όνομα σε ένα δρόμο της συνοικίας που έμενε ο αδελφός του Γιώργης.

Γιώργος Δ. Τσιμπανούλης, Δικηγόρος, Φύλλο υπ’ αρ. 4 της έκδοσης ΠΟΡΤΑΡΙΑ, Ιανουάριος 1999.

πηγή/αντιγραφή

Η συγκλονιστική εξομολόγηση ενός διάσημου λαίκου καλλιτεχνη της Ε.Σ.Σ.Δ.του Αριστοκλή Ιβάνοβιτς ο οποίος μετανόησε πριν τον θάνατό του


Αποτέλεσμα εικόνας για Метанойя
Θα αναφερθώ κατόπιν στη συγκλονιστική εξομολόγηση ενός διάσημου, λαϊκού καλλιτέχνη της ΕΣΣΔ, του Αριστοκλή Ιβάνοβιτς, ο οποίος μετανόησε, πριν το θάνατο του, δημοσίως για τις αμαρτίες του.
 «Λέγει ο Αριστοκλής:
– Εγώ, πάτερ Φλαβιανέ, εδώ και τρεις μήνες έχω ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας μου από τον παλιό μου φίλο και χειρουργό . Ηδη έχω προετοιμαστεί για το τέλος της ζωής μου. Η διαθήκη μου έχει συνταχθεί και έχουν δοθεί οι απαραίτητες οδηγίες στο δικηγόρο. Απέμεινε να τακτοποιήσω μόνο την ψυχή μου, να συμφιλιωθώ με το Θεό, αν φυσικά η Χάρη Του κατέβει σε μένα, τον αδιόρθωτο αμαρτωλό! – Ήδη κατέβηκε, είπε ο πατήρ Φλαβιανός, κάνοντας το σταυρό του και ακουμπώντας το αρτοφόριο στο στήθος. 0 Κύριος, Αριστοκλή Ιβάνοβιτς, σας έστειλε τον υπηρέτη Του και ο Ίδιος εμφανίστηκε μέσω των αχράντων Μυστηρίων! – Το βλέπω, παππούλη μου, και πιστέψτε με τρέμω από δέος.
Το τελευταίο διάστημα διάβασα μερικά, θρησκευτικά βιβλία, είπε, δείχνοντας με νεύμα της ωραίας, ασπρομάλλης κεφαλής του προς το σκαλιστό τραπεζάκι, στο προσκέφαλο του καναπέ, όπου βρισκόταν μία ντουζίνα βιβλίων. Ανάμεσα σε αυτά (αναφέρει ο συγγραφεύς της ιστορίας) αμέσως αναγνώρισα το Ευαγγέλιο, τα «Θρησκευτικά» του πρωθιερέως Σλομπόντσκι, το βιβλίο «Η εν Χριστώ ζωή μου» του αγίου πατρός Ιωάννη της Κρονστάνδης και την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναίτου. Μου φαίνεται, επίσης, ότι υπήρχε και «Ο βίος του οσίου Σεραφείμ της Βίριτσα», καθώς και άλλες εκκλησιαστικές εκδόσεις. – Διάβασα, συνέχισε ο Αριστοκλής και για πρώτη φορά στη ζωή μου ανακάλυψα και κατανόησα πολλά, καινούργια πράγματα. Το κυριότερο όμως είναι ότι κατανόησα. Κατανόησα και τρόμαξα… Αργότερα συγκινήθηκα με την αγάπη του Θεού και με κατέλαβε η ελπίδα της πλήρους συγχώρεσης των αμαρτιών μου από Αυτόν. Για το λόγο αυτό σας κάλεσα, πάτερ Φλαβιανέ. Θέλω να εξομολογηθώ ενώπιον σας όλη μου τη ζωή.
Σηκώθηκα να φύγω (λέγει ο συγγραφεύς), όμως ο Αριστοκλής Ιβάνοβιτς μας σταμάτησε: – Παραμείνετε, νεαρέ κι εσύ. Αννούλα, μείνε (λέγει προς τη γυναίκα του). Πρωτίστως θα ήθελα να εξομολογηθώ ενώπιον όλων σας. Κάποτε υπήρχε, παππούλη μου, μία τέτοια παράδοση δημόσιας εξομολόγησης. Μου φαίνεται ότι αναφέρεται στην «Κλίμακα». Ο Φλαβιανός με νεύμα του το επιβεβαίωσε. – Όλη μου τη ζωή αμάρτησα ενώπιον του κοινού. Ενώπιον του κοινού, μου φαίνεται, είναι σωστό να μετανοήσω.
Σιώπησε, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του και, με βαθιά ανάσα, προσπάθησε να επικεντρωθεί σε κάτι πολύ βασικό.
– Η κυριότερη αμαρτία μου, πατέρα Φλαβιανέ, δεν είναι το κρασί και οι γυναίκες, αν και σ” αυτά αμέτρητες φορές αμάρτησα. Η βασικότερη αμαρτία μου βρίσκεται στη φύση του επαγγέλματος μου και είναι η ματαιοδοξία! Αγαπούσα τη δόξα, όπως ο Σατανάς. Αναζητούσα την αθάνατη δόξα, την αδιάλειπτη και σε όλα τα επίπεδα δόξα. Στα χειροκροτήματα, στις επιβραβεύσεις, στις αφίσες, στα άρθρα, στα πορτραίτα, στις εκστατικές γυναικείες ματιές… Ναi!
Ένα μεγάλο τάχα «εικονοστάσι» ομορφαίνει τους τοίχους του σπιτιού μου… Τρία συρτάρια με βιβλία, άρθρα, άλμπουμ και ντοσιέ με αποκόμματα από εφημερίδες που συγκέντρωνα. Όλα τα αγαπημένα μου. Ξαπλωμένος τώρα σε αυτήν τη νεκρική κλίνη, κατάλαβα ότι σε όλη τη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν εκτός από τον εαυτό μου. Ούτε τις γυναίκες. Συγχώρεσε με, Αννούλα. Ούτε τα παιδιά, ούτε τους μακαρίτες τους γονείς μου.
Τους εγκατέλειψα χωρίς οίκτο. Δεν εκτίμησα ότι στη ζωή μου, το πιο πολύτιμο δώρο που μου έδωσε ο Κύριος ήταν η αγάπη των οικείων μου. Όλη η ικανότητα της φιλαυτίας μου δόθηκε στη θεατρική τέχνη και μόνο σ” αυτή, διότι ικανοποιούσε τη δίψα μου για φήμη και δόξα. Τα πάντα με υποδούλωναν σα ναρκωτικό. Ένιωθα δημιουργός! Ήμουν ο θεός της σκηνής! Γι” αυτόν ακριβώς το λόγο κάποιοι θαυμαστές με αποκαλούσαν: θεό! Κι εγώ… Εγώ, σαν ασήμαντο σκουλήκι, απολάμβανα αυτή την ιεροσυλία… – Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι της τέχνης, είμαστε εξαρτημένοι από αυτό το πάθος. Έχουμε όλοι «μανία με τη δόξα». Πιστέψτε έναν ετοιμοθάνατο, ηλικιωμένο ηθοποιό. Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά και. μπροστά στο θάνατο, δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τη συνείδηση μου.
– Όλοι οι μεγάλοι συλλογισμοί για το ναό της Τέχνης και η αφιέρωση σε αυτόν είναι ανοησίες! Ναός είναι ο εαυτός μας και θεός σε αυτόν το «ναό» είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο οποίος διψά για θαυμασμό και δόξα! Φτωχός και δυστυχής! Ο Πραγματικός Ναός, ο Πραγματικός Θεός και η Πραγματική, Αιώνια Δόξα παραμένουν εκτός, ασύλληπτες έννοιες για την υπερπληρωμένη από το πάθος της ματαιοδοξίας καλλιτεχνική καρδιά. Σπάνια κάποιος αδελφός – καλλιτέχνης ειλικρινά βαδίζει με την πίστη στο Χριστό και την εκκλησία Του. Ελάχιστοι καλλιτέχνες. Και αυτοί ή σταματούν την υποκριτική αμετάκλητα ή βασανίζονται, υπηρετώντας δύο κυρίους. Αυτό είναι πίκρα και όχι ζωή! Και τι πόλεμος υπάρχει πίσω από τα παρασκήνια, για χάρη αυτής της δόξας, τι ατιμίες, τι ίντριγκες, τι βδελυγμία!
– Κύριε, ούτε ένα παιδί δεν ανέθρεψα. Μόνο καθιστούσα κάποια γυναίκα έγκυο και καυχιόμουν. Και στα σαράντα ήμουν δυνατός… Και στα πενηνταέξι έγινα πατέρας… Και στα εβδομήντα τέσσερα έγινα πάλι πατέρας! Και πάντα από νεώτερες… Και πάντα η επόμενη γυναίκα νεώτερη της προηγουμένης! Ήμουν ένας παλαιός, έκλυτος γελωτοποιός. Ποιος, λοιπόν τώρα, ως πατέρας θα μεγαλώσει το τελευταίο μου παιδί; Και τι γυναίκες… Φοιτητριούλες-αριστοκράτισσες, μελλοντικά αστέρια με το επίθετο μου! Μόνο η Άννα, η γυναίκα μου, σίγουρα με αγάπησε αληθινά… – Κύριε! Αναθεματίζω αυτό το σατανικό πάθος για τη δόξα και αποποιούμαι όλη τη φιλοφρονητική, υποκριτική ζωή, όλη τη σκληρή αναλγησία και την παράφορη ματαιοδοξία, που παραμόρφωσε όλη την προσωπική μου ζωή και των οικείων μου! Θεέ μου! Δέξου την αποποίηση μου, και συγχώρεσε με, εάν μπορείς! Άννα! Συγχώρεσε με, για όλους όσους με αγάπησαν και για τα παιδιά μου. Συγχώρεσε με για χάρη του Χριστού!
Σιώπησε κι εξαντλημένος έγειρε στο μαξιλάρι».
Από όλα τα παραπάνω είναι ολοφάνερο ότι οι δαίμονες της υπερηφάνειας, της ματαιοδοξίας, του εγωισμού και της ακολασίας καταλαμβάνουν την ψυχή του ηθοποιού. Να λοιπόν, γιατί οι παλαιοί κανόνες της Εκκλησίας απαγόρευαν σε κάποιον που ετοιμαζόταν να γίνει ιερέας να παντρευτεί κοπέλα, η οποία ασχολείτο με την υποκριτική. Και αυτό διότι το πνεύμα που θα την κατείχε, θα διέφθειρε την αγνότητα αυτού, ο οποίος, αφιερωμένος στο Θεό, εκαλείτο να τελέσει την αναίμακτη Λατρεία με αγνότητα και καθαρότητα. Αργότερα θα επιστρέψουμε πάλι σε αυτό το σημαντικό θέμα.

Η εξομολόγηση είναι από το βιβλίο του πρωθιερέα Αλέξανδρου Τόρικ: «Φλαβιανός. Η ζωή συνεχίζεται.». Εκδόσεις Σιμπίρσκαγια Μπλαγκοσβόνιτσα, Μόσχα (2009).