Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Λόγος Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Λόγος εις την Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως – Αγίου Λουκά Αρχιεπ. Συμφερουπόλεως της Κριμαίας.
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς και μάθετε απ' Εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ΙΑ.28 – 30).
Μεγάλη είναι η αγκαλιά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τόσο μεγάλη που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο Κύριος έχει στην αγκαλιά του όλους όσους υποφέρουν στη ζωή τους από τις θλίψεις και τις στενοχώριες. Τί βάθος έχει η καρδιά Του και πόσο δυνατή είναι η αγάπη Του, αφού μπορεί όλους αυτούς που κοπιάζουν και είναι φορτωμένοι να τους αναπαύσει, να τους παρηγορήσει και να τους δώσει δύναμη να υπομένουν τις θλίψεις και να μην απελπίζονται όταν αδικούνται στη ζωή τους!
Είναι όμως παράξενος ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να το κάνει! Μας προτείνει να αφήσουμε τον ανυπόφορο για πολλούς ζυγό της ζωής και να σηκώσουμε επάνω μας έναν άλλο ζυγό: άγνωστο στον κόσμο, απαλό, αγαθό και ελαφρό, δικό του ζυγό. Όταν λέμε ζυγό, εννοούμε κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας δούλος. Την κατάσταση βέβαια αυτή δεν την θεωρούμε καθόλου ευχάριστη. Τον δικό του όμως ζυγό ο Κύριος τον ονομάζει απαλό και ελαφρό.
Πώς να το καταλάβουμε; Γιατί είναι απαλός και ελαφρός ο ζυγός του Χριστού; Μήπως επειδή ζυγό ονομάζει τον θείο νόμο της αγάπης του τον οποίο δίνει στον κόσμο, στον κόσμο ο οποίος σχεδόν καθόλου δεν σκέφτεται την αγάπη; Ή επειδή ο δικός του λόγος της αγάπης άνοιξε για την ανθρωπότητα, που ζούσε χωρίς αγάπη, έναν καινούριο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο λάμπει το θείο φως της αγάπης, που διαλύει το οποιοδήποτε σκοτάδι; Δεν είναι μεγάλη χαρά να βγούμε από το σκοτάδι στο φως; Δεν θα σκιρτήσει η καρδιά του ανθρώπου όταν θα βγει από το σκοτάδι και θα καταλάβει ότι ο ίδιος ο Κύριος τον κρατά στην αγκαλιά Του;
Αλλά τί επιτέλους σημαίνει ζυγός του Χριστού; Σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του. Να είμαστε ταπεινοί και πράοι, να διψάμε και να πεινάμε την υψίστη αλήθεια. Να είμαστε ελεήμονες και καθαροί τη καρδία. Να μας κακολογούν και να μας διώκουν για την πίστη στον Υιό του Θεού και για την αγάπη του. Ναι, αυτό και μόνο αυτό σημαίνει ο απαλός ζυγός του Χριστού και το ελαφρό φορτίο του. Τη δύναμη για να τα σηκώσουμε μας τη δίνει ο Σταυρός του Χριστού, που υψώνεται πάνω από τον κόσμο και τον φωτίζει, ο Σταυρός πάνω στον οποίο ο Υιός του Θεού υπέφερε τα πάθη και έδωσε την ζωή Του για να ζει ο άνθρωπος.
Ας προσκυνήσουμε το υποπόδιο του Σταυρού του Χριστού με όλη την ψυχή μας. Αυτός είναι ο απαλός ζυγός του Χριστού, να ακολουθήσουμε τον δρόμο του μαρτυρίου και των διωγμών ο οποίος οδηγεί εκεί όπου αιώνια λάμπει ο Σταυρός του Χριστού μας. Ας ακολουθήσουμε τον Σωτήρα μας και ας θυμόμαστε πάντοτε ότι Αυτός που είναι αληθινός Θεός λέει για τον εαυτό Του ότι είναι πράος και ταπεινός τη καρδία. Να είμαστε και εμείς πράοι και ταπεινοί για να τον ακολουθήσουμε στον δρόμο προς την Βασιλεία της αιώνιας Δικαιοσύνης και του ανεσπέρου Φωτός. Αμήν.
Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 100 – 102.
Μετάφραση από τα ρωσικά.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη.

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως (Μαρκ. 8, 34-39,1) ΜΕΣΟΓΕΑΣ



stavroproskynhsews

    «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34). Εἶναι άδύνατον νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν αἴροντα τὸν Σταυρὸ Του Κυρίου χωρὶς νὰ φέρουμε τὸν δικὸ μας σταυρό.
    Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὸς ὁ Σταυρός; Εἶναι ὅλες οἰ δοκιμασίες, τὰ ἐμπόδια καὶ οἱ θλίψεις – ποὺ τὸ μεγάλο βάρος τους ἀκουμπᾶ στοὺς ὤμους μας ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά – καθώς βαδίζουμε τὸ δρόμο τῆς συνειδητῆς ἐκπλήρωσης τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος σταυρὸς εἶναι σὲ τέτοιο βαθμὸ αὐτονόητος γιὰ τὸν Χριστιανό, ὥστε ὅπου ὑπάρχει κι Χριστιανός, ὑπάρχει κι ἕνας σταυρός, καὶ ὄπου δὲν ὑπάρχει σταυρός, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει καὶ Χριστιανός.
    Τὰ ἄφθονα προνόμια καὶ μιὰ ζωὴ γεμάτη ἀπολαύσεις δὲν ταιριάζουν στὸν ἀληθινὸ Χριστιανό. Ἔργο του εἶναι νὰ καθαρίσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐαυτό του. Μοιάζει μὲ τὸν ἀσθενῆ ποὺ ἔχει ἀνάγκη καυτηριασμοῦ ἢ ἀκρωτηριασμοῦ. Πῶς γίνεται νὰ μὴν πονέσει; Θέλει νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία ἑνὸς ἰσχυροῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ χωρὶς ἀγώνα καὶ πληγές;
    Θὰ πρέπει νὰ βαδίζει κόντρα σὲ ὅλες τὶς πρακτικὲς ποὺ ἰσχύουν γύρω του, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ ἐπιτύχει χωρὶς νὰ ξεβολευτεῖ καὶ νὰ περιοριστεῖ; Νὰ χαίρεστε, ὅταν αἰσθάνεστε τὸ φορτίο τοῦ σταυροῦ ἐπάνω σας, γιατὶ εἶναι σημάδι ὅτι ἀκολουθεῖτε τὸν Κύριο στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Κάντε λίγο ὑπομονή. Τὸ τέρμα καὶ ὁ στέφανος τῆς νίκης εἶναι πολὺ κοντά!


Πηγή: Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου από το βιβλίο: «Ψωμί για το ταξίδι –Οδοιπορικό Μεγάλης Τεσσαρακοστής», Εκδόσεις Αρμός, σσ. 95-96

Κυριακή Γ’ Νηστειών – Της Σταυροπροσκυνήσεως



Ευαγγέλιο Κυριακής: Μάρκ. η΄34 – θ΄1
34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.
1 ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Να σηκώνουμε τον Σταυρό μας

Καθώς βρισκόμαστε στο μέσο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει στους ιερούς Ναούς μας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου και μας καλεί να τον προσκυνήσουμε με δέος και πίστη και να πάρουμε χάρη πολλή και δύναμη για τον πνευματικό αγώνα που διεξάγουμε την περίοδο αυτή.

Τι θα πει αυταπάρνηση

Λίγες εβδομάδες πριν από το πάθος του ο Κύριος κάλεσε τους μαθητές του και τα πλήθη του λαού για να τους πει λόγια βαρυσήμαντα για τη ζωή τους και τη ζωή όλων μας. Όποιος θέλει, είπε, να με ακολουθήσει και να γίνει μαθητής μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία αλλά και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί.
Τι σημαίνει όμως «απαρνούμαι τον εαυτό μου»; Σημαίνει δυο πράγματα. Πρώτα ότι νεκρώνω τον παλαιό εαυτό που κρύβω μέσα μου, τον διαγράφω από τη ζωή μου. Παύω να υπάρχω γι’ αυτόν. Αρνούμαι δηλαδή και νεκρώνω τα θελήματα, τις επιθυμίες και τις ροπές του παλαιού ανθρώπου. Ακόμη κι αν τον δω να επαναστατεί, να αντιδρά, να επιζητεί με μανία και επιμονή καθετί αμαρτωλό, εγώ δεν υποκύπτω, δεν του δίνω σημασία. Έχω αρνηθεί όχι μόνο κάτι από τον εαυτό μου αλλά όλο τον παλαιό εαυτό μου.
Αρνούμαι τον παλαιό εαυτό μου σημαίνει ταυτόχρονα ότι υποτάσσομαι στο άγιο θέλημα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθώ τον Κύριο όπου με οδηγεί. Και υπομένω όλες τις θλίψεις που επιτρέπει στη ζωή μου για τον εξαγιασμό μου. Μέχρι του σημείου να περιφρονώ ακόμη και το θάνατο. Διότι αυτό σημαίνει να σηκώνω διαρκώς τον σταυρό των θλίψεων και της θυσίας. Όπως κάθε κατάδικος σήκωνε ως μελλοθάνατος τον σταυρό του, έτσι κι εγώ πρέπει να σηκώνω τον δικό μου σταυρό περιμένοντας το μαρτύριο. Με την απόφαση να είμαι έτοιμος σε κάθε στιγμή, αργά ή γρήγορα, να πεθάνω, αν μου το ζητήσει ο Κύριος. Και να προχωρώ με τέτοια διάθεση όχι για λίγο αλλά σε όλη μου τη ζωή. Να σηκώνω τον σταυρό των θλίψεων όχι αναγκαστικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά με χαρά κι ελπίδα, με τη συναίσθηση ότι ο δρόμος της υποταγής στο θέλημα του Θεού, τον οποίο βαδίζω σηκώνοντας τον σταυρό των θλίψεων, είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μου, στον Παράδεισο.
Όλη η ζωή του Κυρίου άλλωστε ήταν μία διαρκής αυταπάρνηση, προσφορά και θυσία, που κορυφώθηκε και ολοκληρώθηκε στη σταυρική θυσία. Κι επειδή αυτός πρώτος εφάρμοσε την τέλεια αυταπάρνηση, ζητά κι από μας ν’ ακολουθήσουμε ολόψυχα το παράδειγμά του.

Πόσο αξίζει μια ψυχή

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Ἡ σκλαβιὰ τοῦ φόβου.


 «Ἂς διώξουμε τὸν φόβο καὶ ἂς φοβηθοῦμε τὸν Θεό.»
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
Βλέποντας αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα, παρακολουθώντας πόσο ραγδαῖα προχωρεῖ ἡ ὑποταγὴ τοῦ κόσμου στὸ σκότος ὅλοι μας διερωτώμαστε, πῶς μπόρεσε νὰ συμβεῖ αὐτό. Ὡς ἀπάντηση ἔχουν δωθεῖ πολλὲς ἑρμηνεῖες καὶ ἔχουν διαπιστωθεῖ πολλὰ αἴτια. Ἕνα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν τονίζεται ὅσο ἔπρεπε: ὁ φόβος (ὅταν μιλοῦμε ἐδῶ γιὰ φόβο ἐννοοῦμε τὸν παθολογικὸ φόβο ἢ ἀλλιῶς φοβία).
Ποτὲ ἄλλοτε ἡ ἀνθρωπότητα δὲν ἔζησε σὲ τέτοιο καθεστὼς φόβου ὅσο σήμερα. Πέρασαν πόλεμοι, ἐπιδημίες, πείνα, φτώχεια, σκλαβιά, ἀναταραχὲς καὶ παρόλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος εἶχε νὰ ἐπιδείξει λαμπρὰ παραδείγματα γενναιότητας καὶ ἐλπίδας, εἶχε νὰ ἀντιτάξει ἀρχὲς καὶ ἰδανικά, τὴν πίστη του. Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καὶ μετά, γρήγορα καὶ σταθερά, ὁ φόβος ἐπικράτησε καὶ ἔγινε ὁ κύριος παράγοντας ὑποταγῆς τοῦ ἀνθρώπου σὲ αὐτὸ ποὺ πιὰ γνωρίσαμε ὅτι πράγματι ὑπάρχει: Τὴν Νέα Τάξη Πραγμάτων. Μία τάξη ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἐπικρατοῦσε ἂν ἔλειπε ὁ φόβος. Ὁ φόβος ἐξαφάνισε τὶς ἀντιδράσεις, ἰσοπέδωσε τὴν φυσικὴ ἄμυνα τοῦ ἀνθρώπου, διαστρέβλωσε τὴν ἀλήθεια.

Στὴν ἀρχὴ μᾶς σκίαζε ὁ φόβος μὴν ἐπαναληφθεῖ ὁ ὀλέθριος πόλεμος, μὴν ξαναεμφανιστεῖ ἕνας Χίτλερ. Μετὰ ὁ φόβος αὐτὸς αὐξήθηκε ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν πυρηνικῶν ὅπλων. Παράλληλα στὴν Δύση ζοῦσε ὁ φόβος τοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ στὴν Ἀνατολὴ ὁ φόβος τοῦ Καπιταλισμοῦ. Ὁ νεοφιλελευθερισμὸς τὰ κατήργησε αὐτὰ καὶ ἐπέβαλε τὸν φόβο τῆς ἀπώλειας τῆς εὐημερίας, τῆς ἀνάπτυξης, τῆς συμπόρευσης. Φοβόμαστε μὴ χάσουμε τὰ ὑλικὰ καὶ φοβόμαστε νὰ φοβηθοῦμε μὴ χάσουμε τὰ πνευματικά, τὰ οὐράνια. Φοβόμαστε μὴ χάσουμε τὴν χαρὰ καὶ τὴν διασκέδαση μας. Φοβόμαστε μήπως ἀπομονωθοῦμε, μὴ χάσουμε τὴν κοινωνικὴ ἀναγνώριση, τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα, ἀλλὰ δὲν φοβόμαστε μὴ χάσουμε τὴν πατρίδα μας, τὴν κληρονομιά μας. Φοβόμαστε μὴ χάσουμε τὴν καριέρα, τὴν ἐπαγγελματικὴ σιγουριά, ἀλλὰ δὲν φοβόμαστε μὴν χάσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὴν ἀνθρωπιά μας.
Ἡ δὲ ἄκρατη καὶ ἀδιάκριτη ἐλευθερία μεγιστοποίησε αὐτὸν τὸν φόβο. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν ὑποτάχθηκε καὶ δὲν φοβήθηκε ὁ ἄνθρωπος τόσο πολὺ καὶ σὲ κανένα καθεστώς, ὅσο στὸ καθεστὼς τῆς ἀσυδοσίας καὶ τῆς ὑποτιθέμενης ἐλευθερίας, ὅσο παράδοξο καὶ ἂν ἀκούγεται αὐτό. Φοβόμαστε μὴ τυχὸν χάσουμε τὰ προνόμιά της, μὴ τυχὸν καὶ δὲν τὴν ἀπολαύσουμε. Ἀπειλὲς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ἐξαφανίσουν κρέμονται συνέχεια πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας ὡς δαμόκλειος σπάθη. Ἐχθροὶ ἐμφανίστηκαν ἀπὸ παντοῦ: Τρομοκράτες, ληστές, τράπεζες, λόμπυ, δυνάμεις ἀσφαλείας, συντηρητικοί, ἐξτρεμιστές, πολιτικοί, ἀκόμα καὶ τὸ δελτίο καιροῦ μᾶς φοβίζει. Ὁ φόβος, ἕνας ὑπόγειος, ἀδιόρατος φόβος/φοβία, ἔγινε ἡ ἀσθένεια τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος φοβᾶται παθολογικά. Εἶναι μονίμως φοβισμένος. Ἔτσι ἡ Νέα Τάξη χρησιμοποιώντας κάθε μέσο ποὺ μπορεῖ νὰ διαδίδει καὶ νὰ συντηρεῖ τὸν φόβο προχωράει ἀκάθεκτη καὶ μᾶς ὑποτάσσει ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Οἱ καταγεγραμμένες φοβίες φτάνουν πιὰ στὶς 7 χιλιάδες.
Παράλληλα στὸν χῶρο τῆς πίστεως ὁ Οἰκουμενισμὸς προωθήθηκε καὶ προωθεῖται καὶ αὐτός, μὲ τὴν βοήθεια τῶν ἴδιων παραγόντων τῆς Ν.Τ.Π., μέσα ἀπὸ τὸν φόβο.
Μὴν μείνουμε ἀπομονωμένοι λένε οἱ Οἰκουμενιστές. Φόβος!
Πέρασαν οἱ ἐποχὲς τῶν Πατέρων καὶ τοῦ κατ’ ἐπίγνωση ζηλωτισμοῦ. Φόβος!
Πρέπει νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὸ μήνυμα τῶν καιρῶν. Φόβος!
Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀμέτοχη στὸ παγκόσμιο κίνημα ἀδελφοσύνης καὶ εἰρήνης. Φόβος!
Πρέπει να ἀφήσουμε τὸν συντηρητισμό. Φόβος!
Ἀσχολήσου μὲ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου καὶ ἄσε τὶς ὁμολογίες. Φόβος!
Ὅποιος ἀντιδρᾶ εἶναι φανατικὸς φονταμενταλιστής. Φόβος!
Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες φοβοῦνται.
Ποιός εἶμαι ἐγὼ ποὺ θὰ ἀντιδράσω; Φόβος!
Δὲν θὰ μποροῦμε νὰ ἐκκλησιαζόμαστε. Φόβος!
Ὁ Δεσπότης θὰ μέ διώξει. Φόβος!
Ποῦ θὰ βροῦμε ἱερέα; Φόβος!
Δὲν θὰ μοῦ μιλάει κανεὶς πιά. Φόβος!
Ἄχρι καιροῦ. Φόβος!
Καὶ τώρα πιὰ ὁ φόβος ἐπεκτείνεται καὶ στοὺς ἀποτειχισμένους.
Ἀπομονώμαστε. Φόβος!
Ἂς μὴν εἴμαστε τόσο ἀκραῖοι. Φόβος!
Μὴν διασπᾶτε τὴν «ἑνότητα». Φόβος!
Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν τραγωδία τοῦ φόβου ἕνας μόνο φόβος δὲν ὑπάρχει: ὁ φόβος Θεοῦ. Ἂν τὸν διαθέταμε δὲν θὰ φοβόμασταν, οὔτε νὰ μιλήσουμε, οὔτε νὰ ἀντιδράσουμε, οὔτε νὰ ἀπομονωθοῦμε, οὔτε νὰ διωχθοῦμε, οὔτε νὰ ὑποστηρίξουμε τὴν ἀλήθεια. Ἀπόδειξη τῆς ἐλευθερίας, τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας, ποὺ μᾶς ἐκφυσεῖ ὁ φόβος Θεοῦ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ Χριστιανοί. Ἡ μόνη τους ἔγνοια, τὸ μόνο ποὺ φοβόντουσαν ἦταν νὰ μὴν χάσουν τὸν Θεό, καὶ ἔγιναν ἀτρόμητοι, δὲν ὑποτάχτηκαν σὲ ἐγκόσμια, δὲν πρόδωσαν, δὲν συμβιβάστηκαν, δὲν διαστρέβλωσαν, δὲν ἔκρυψαν τὴν ἀλήθεια, δὲν ὑποχώρησαν. «Tίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ χριστοῦ; Θλίψις, ἢ στενοχωρία, ἢ διωγμός, ἢ λιμός, ἢγυμνότης, ἢ κίνδυνος, ἢ μάχαιρα;» (Ρωμ. 8:35). Στὸ νοῦ τους ἀντηχοῦσαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Μὴ ταρρασέσθω ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰω. 14, 1,6) «Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε» (Μάρκ. ε’ 36).
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὶς δυσκολίες στὴν πνευματική μας πορεία (Ἰω. ὁ Χρυσόστομος) ἀλλὰ καὶ τὶς δυσκολίες τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Ἂς διώξουμε τὸν φόβο καὶ ἂς φοβηθοῦμε τὸν Θεό. Ὁ φόβος Θεοῦ μᾶς κάνει πραγματικὰ ἐλεύθερους καὶ μᾶς στηρίζει νὰ πολεμήσουμε τὸν φόβο/τὶς φοβίες τῆς ἐποχῆς μας.
Καλὸ Τριώδιο
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ο γεροντισμός ως δούρειος ίππος του Οικουμενισμού


Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο θεωρεῖται δικαίως ὁ γεροντισμὸς ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πυλῶνες, πάνω στοὺς ὁποίους ἐγκαθιδρύθηκε ὁ Οἰκουμενισμός. Ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικό/γέροντα ἀπαγόρευσε τὴν ὑπακοὴ στὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία καὶ στὴν ὑπεράσπιση τοῦ δόγματος. Ἀνακήρυξε τὸν πνευματικό/γέροντα σὲ «Πρῶτο» καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα σὲ ὀπαδούς. Ἀνέτρεψε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκηρύσσοντας τοὺς ἄλλους καὶ ἀναδεικνύοντας τὸν προσωπικὸ πνευματικό/γέροντα σὲ «Ἐκκλησία» καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἵδρυση φατριῶν τῶν ἑκάστοτε πνευματικῶν/γερόντων καὶ ὄχι τὴν διατήρηση τοῦ ἑνὸς ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
Δύο εἶναι οἱ χῶροι πνευματικῆς πορείας καὶ βίωσης τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἡ ἐνορία, ἡ τοπικὴ δηλ. ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ μοναστῆρι. Ἡ ἐνορία εἶναι τὸ θεμελιῶδες κύτταρο τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ μοναστῆρι εἶναι ὁ θυσιαστικὸς τόπος καὶ προπαντός ἐπιλογὴ καὶ ἀπόδειξη τῆς ἀποκλειστικῆς ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Βασιλεία Του. Χριστιανὸς γίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀγαπώντας καὶ ὁμολογώντας τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὁμολογία δὲν βιώνεται παρὰ μόνον μέσα σὲ πνεῦμα ἀπόλυτης καὶ ἀληθινῆς ἐλευθερίας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἀλήθεια καὶ ἐλευθερία. Ὅποιος ἀγαπᾶ καὶ ἀναζητᾶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλευθερία, εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἀκόμα καὶ ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιεῖ.

Κάποτε αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας θὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ και στὸ βίωμα τῆς ἀληθινῆς ἀλήθειας καὶ ἐλευθερίας, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Γιὰ τὴν ἀσφαλῆ διατήρηση τοῦ βιώματος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, γιὰ τὸν πόλεμο τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν παθῶν καὶ γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς πλάνης καὶ τῆς πτώσης βοηθάει τὸν μοναχὸ ὁ γέροντας καὶ τὸν λαϊκὸ ὁ πνευματικός.
Ὁ πνευματικός/γέροντας ὡς τύπος Χριστοῦ καὶ κάνοντας ὁ ἴδιος ὑπακοὴ στὸν Χριστό, ἀποδέχεται ἐλεύθερα, ἑκούσια καὶ ὑπεύθυνα νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ καθοδηγεῖ μὲ σεβασμὸ τὸ πνευματικό του παιδί στὸν δρόμο πρὸς τὴν σωτηρία του καὶ προσφέρει –πάντα μὲ γνώμονα τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ δώσουν καὶ τὴν ζωή τους γιὰ τὸ ποίμνιό Του– τὰ πάντα γιὰ νὰ τὴν κερδίσει. Ὁ πνευματικός/γέροντας φροντίζει καὶ μεριμνᾶ, ὥστε οἱ ψυχὲς τῶν πνευματικῶν του τέκνων, παρὰ τὶς ἀδυναμίες τους, νὰ γεμίσουν μὲ χάρη καὶ λόγο Χριστοῦ. Εἶναι τεράστιο τὸ βάρος καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ πνευματικοῦ/γέροντα καὶ γιὰ αὐτὸ πολλοί, σοφὰ καὶ ἀπὸ ταπείνωση, διστάζουν νὰ ἀναλάβουν τέτοιο τρομερὸ ἔργο.

Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ὅμως, ἔχει ἐμφανισθεῖ ἕνα φαινόμενο ποὺ προκαλεῖ τραγικὰ λάθη καὶ πλάνες, τὸ φαινόμενο τοῦ γεροντισμοῦ. Ὅταν μιλοῦμε γιὰ τὸν γεροντισμό, ἐννοοῦμε τὴν διαστρέβλωση, τὴν ἐκμετάλλευση καὶ παράλληλα τὴν ἄρνηση τοῦ εὐλογημένου, μυστηριακοῦ χαρακτῆρα τῆς πνευματικῆς σχέσης πατέρα καὶ τέκνου, ποὺ συναντᾶμε στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ ἡ ὁποία βασίζεται στὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς. Ὅπως ἡ διαστρέβλωση καὶ ἡ ἐκμετάλλευση ἀκόμα καὶ ἑνὸς λόγου τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ αὐτομάτως καὶ ἄρνηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ὁ γεροντισμὸς ὡς διαστρέβλωση τῆς πνευματικῆς πατρότητας ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς ὑγιοῦς σχέσης πνευματικοῦ πατέρα καὶ πνευματικοῦ τέκνου μὲ σκοπὸ τὴν κατάργηση τῆς θεοδώρητης ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ὁποίας μέγιστη ἔκφραση ἀποτελεῖ ἡ ὑπακοή.
Ἡ ὑπακοὴ φυσικὰ ἀποτελεῖ μέγιστη ἀρετή, διότι καταργεῖ τὸ ἐγωιστικὰ κινούμενο θέλημα καὶ ὑπερυψώνει τὸν ἄνθρωπο. Προσφέρεται ὅμως ἐλεύθερα καὶ ἑκούσια. Ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ ὕψιστο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ λόγου «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ… γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. 26, 23). Ἡ ὑπακοὴ ὑποτάσσει μὲν τὸ θέλημά μας, δὲν διασπᾶ ὅμως τὴν θέλησή μας, ἀκριβῶς γιατὶ γίνεται ἑκούσια. Εἶναι δῶρο καὶ θυσία καὶ ὄχι ἐξαναγκασμὸς καὶ βιασμὸς τοῦ αὐτεξουσίου. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει καὶ προτρέπει «Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡ­γουμένοις ὑμῶν καὶ ὑ­πεί­­κετε» (Ἑβρ. 13, 17) θέτει μία προϋπόθεση· «αὐτοὶ γὰρ ἀγρυ­­­­πνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες». Ὅταν λοιπὸν κάνω ὑπακοὴ στὸν πνευματικό/γέροντά μου, σημαίνει ὅτι, ὅπως αὐτὸς μὲ ἀποδέχεται ἐλεύθερα, ἑκούσια καὶ ὑπεύθυνα, ἔτσι καὶ ἐγὼ ἐλεύθερα, ἑκούσια καὶ ὑπεύθυνα ἐμπιστεύομαι καὶ ὑπακούω τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐπέλεξα γιὰ νὰ μὲ συμβουλεύει καὶ νὰ μὲ καθοδηγεῖ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, γιατὶ αὐτὸς ἀγρυπνεῖ καὶ τηρεῖ τὴν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, σέβεται τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ὡς δῶρο Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ξέρει, ὅτι θὰ δώσει λόγο στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ψυχή τοῦ τέκνου του.
Ὁ γεροντισμὸς ὅμως ἀναιρεῖ τὰ παραπάνω στὸ σύνολό τους καὶ στὶς δύο πτυχές τους. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτη πτυχή, ἡ ἀναίρεση λαμβάνει μέρος, ὅταν ἐμφανίζονται ρασοφόροι, διαποτισμένοι ἀπὸ ναρκισσισμό, ἔπαρση καὶ πλάνη, ποὺ παρουσιάζουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς τοὺς νέους χαρισματικοὺς τῶν καιρῶν μας καὶ δημιουργοῦν σχέσεις ἀπόλυτης ἐξάρτησης ποὺ καταργοῦν τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, βιάζουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀθετοῦν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, δημιουργοῦν τυραννικὲς σχέσεις, προσωπικοὺς ὑπηκόους καὶ ὄχι ὑπηρέτες Του. Παράλληλα ἀποκλείουν ἄλλους πνευματικούς/γέροντες ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπομονώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τὰ πνευματικά τους τέκνα γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦν ὡς αὐθεντίες τῆς Ἐκκλησίας. Βλέπουν τὸν ἑαυτό τους ὄχι ὡς δούλους τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὡς συνοδοὺς τῶν πιστῶν πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ ὡς Χριστό. Ἔτσι εἰσάγουν στὴν Ὀρθοδοξία ἕναν Γκουρουϊσμό καὶ ἐμποδίζουν ὄχι μόνο τὴν σωτηρία τῶν πνευματικῶν τους παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν δίνουν τὰ πάντα γιὰ τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ τοὺς παίρνουν τὰ πάντα.
Ἡ δεύτερη πτυχὴ ἀφορᾶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ εἶναι σὲ ὅλους μας, τοὺς σύγχρονους ὀρθόδοξους, γνωστή. Συνήθως ἐμφανίζεται μὲ τὴν γνωστὴ φράση «ἐγὼ εἶμαι πνευματικὸ παιδὶ τοῦ τάδε ἢ ἐγὼ ἀκολουθῶ τὸν τάδε γέροντα κλπ.». Αὐτὴ ἡ ἔκφραση, ἂν τὸ καλοσκεφθοῦμε, εἶναι τραγική, γιατὶ δηλώνει τὴν ἀνάδειξη τοῦ πνευματικοῦ/γέροντα ἀπὸ «ὁδηγὸ» σὲ «Ὁδό». Ἐπιβάλει μία ἀναγνώριση ἀπὸ τὸν ἀκροατή, μία ἐπιβράβευση, μία ἀνωτερότητα. Καὶ ἀκόμα χειρότερα δηλώνει τὴν ὑποταγή ὄχι στὸν Χριστό, μέσῳ τοῦ πνευματικοῦ/γέροντα, ἀλλὰ στὸν πνευματικό/γέροντα μέσῳ τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μιλοῦν ἔτσι δὲν κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ψάχνουν σύγχρονους γνωστούς, συνήθως χαρισματικούς, ἀληθινοὺς ἢ μή, πνευματικοὺς/γέροντες γιὰ νὰ ἀναδειχτοῦν οἱ ἴδιοι. Φθάνουν μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ πιστεύουν, ὅτι δὲν χρειάζεται πιὰ νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν προσωπική τους σωτηρία, οὔτε νὰ διαβάζουν τὶς Γραφὲς καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, μιᾶς καὶ ἔχουν πνευματικό/γέροντα. Ἔχουν τὴν σωτηρία τους δεδομένη καὶ ἀπορρίπτουν κάθε διδασκαλία ποὺ ἀντιτίθεται στὴν διδασκαλία τοῦ πνευματικοῦ/γέροντα, ἀκόμα καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς πλάνη, χωρίς νὰ βλέπουν, ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι σὲ πλάνη. Τὸν διαφημίζουν καὶ τὸν προβάλουν παντοῦ ἀπορρίπτοντας καὶ αὐτοὶ τοὺς ἄλλους, ὡς μὴ κατάλληλους γιὰ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας καὶ μισῶντας τοὺς θεωρούμενους ἀνταγωνιστές τους. Τρέχουν συνεχῶς δίπλα του καὶ τὸν περιβάλλουν ἀσφυκτικά, γιὰ νὰ μὴν χάσουν τὴν «προνομιακὴ» τους θέση. Τρέμουν μὴν ἀντιμιλήσουν ἢ θυμώσουν τὸν πνευματικό/γέροντα βιώνοντας ἕνα καθεστὼς φόβου καὶ ἄγχους. Φθάνουν ἀκόμα καὶ στὸ σημεῖο νὰ ἱεροποιοῦν κάθε τι ποὺ ἀκουμπᾶ ἢ κατέχει ὁ πνευματικός/γέροντας μεταβάλλοντας τὴν πίστη σὲ κάτι μαγικῶς ἐνεργούμενο.
Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο θεωρεῖται δικαίως ὁ γεροντισμὸς ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πυλῶνες, πάνω στοὺς ὁποίους ἐγκαθιδρύθηκε ὁ Οἰκουμενισμός. Ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικό/γέροντα ἀπαγόρευσε τὴν ὑπακοὴ στὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία καὶ στὴν ὑπεράσπιση τοῦ δόγματος. Ἀνακήρυξε τὸν πνευματικό/γέροντα σὲ «Πρῶτο» καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα σὲ ὀπαδούς. Ἀνέτρεψε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκηρύσσοντας τοὺς ἄλλους καὶ ἀναδεικνύοντας τὸν προσωπικὸ πνευματικό/γέροντα σὲ «Ἐκκλησία» καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἵδρυση φατριῶν τῶν ἑκάστοτε πνευματικῶν/γερόντων καὶ ὄχι τὴν διατήρηση τοῦ ἑνὸς ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ γεροντισμὸς ἀναίρεσε τὸν δίκαιο ἔλεγχο περὶ τῆς Πίστεως καὶ τοῦ πνευματικοῦ/γέροντα καὶ τοῦ κάθε πιστοῦ καί, ὡς ἄλλος δούρειος ἵππος, εἰσήγαγε μέσα στὰ τείχη ψευδοποιμένες καὶ ψευδοδιδασκαλίες. Ὁ γεροντισμὸς ἐπέτρεψε τὴν διαγραφὴ καὶ λησμόνιση τοῦ Παύλειου λόγου:
«Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι. λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;» (Α΄ Κορ. 1, 10-17).
Πηγή Αποτείχιση και Πατερική Παράδοση


Όταν οι πιστοί ενδιαφέροντο για την Εκκλησία έβγαζαν τα ράσα διεφθαρμένων επισκόπων.Ομιλία Αυγουστίνου Καντιώτη για τους Τρεις ΙεράρχεΣ


 (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ»)
Ομιλία
Αυγουστίνου Καντιώτη
για τους Τρεις Ιεράρχες
Ἀλλὰ ἀδελφοί μου, ἐδῶ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου (τοῦ Θεολόγου) νὰ προσέξετε, διότι παρεμβάλλεται ἕνα ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Δυστυχῶς δὲν τὸ εἶχα προσέξει ἐνωρίτερον. Ἐὰν τὸ ἐπρόσεχα ἐνωρίτερον, ἄλλην τροπὴν θὰ ἔδινα εἰς τὸν ἀγῶνα. Διότι δυστυχῶς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-εὐλαβεῖς, ὑπάρχουν οἱ ψευτο-χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «θὰ κολαστεῖς ἅμα φωνάξεις ἐναντίον τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων, θὰ πᾶς στὴν κόλαση». Ἐὰν τὸ ἤξερα τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ θὰ ἔδιδα ἄλλον σύνθημα, ἡρωϊκότερον ἀπὸ τὰ συνθήματα ποὺ ἐδώσαμεν. Ποιό, γιὰ ἀκούσατε.
Στὴν ἐποχὴ ποὺ εὑρίσκετο μέσα εἰς τὴν Κων/πολιν ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, εὑρίσκετο ἕνα κάθαρμα (ἔτσι τὸ ὀνομάζει κι ὁ ἴδιος), κάθαρμα, κυνικὸν κάθαρμα. Φιλόσοφος ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μιμηθεῖ τὸν Διογένη τὸν φιλόσοφον, ἀλλ’ ἀπεῖχε πολὺ τοῦ Διογένους τοῦ φιλοσόφου. Ὀνομάζετο Μάξιμος. Καὶ ὁ Μάξιμος αὐτός, περιβαλλόμενος ἀπὸ κόλακας καὶ διεφθαρμένους καὶ γυναίκας ἀκόμη, καλὰ καὶ σώνει ἤθελε νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Κων/πόλεως. Τί ἔκανε λοιπόν;
Ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς πολιτείας, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ αὐτοκράτορος, ἄνευ θελήσεως τοῦ λαοῦ προπαντός, ἐπῆγε καὶ μάζεψε μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ εἶχε, πῆγε κάτω στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ μάζεψε ἑφτὰ δεσποτάδες. Καὶ μιὰ ὡραία νύχτα, περάσανε τὰ Δαρδανέλια καὶ κρυφὰ-κρυφὰ τὴ νύχτα, τὰ καράβια τὰ αἰγυπτιακά, καὶ ἔρριψαν τὴν ἄγκυρα στὸν Βόσπορο. Κρυφά. Καὶ τὴν ἄλλην μέρα, εἶχαν σκοπὸ νὰ τὸν χειροτονήσουν σὲ μία Ἐκκλησία, Ἀρειανικὴν Ἐκκλησία παρακαλῶ.

Κανεὶς δὲν ἤξερε. Οὔτε ὁ αὐτοκράτορας, οὔτε ὁ Γρηγόριος, οὔτε ὁ λαός. Κανεὶς δὲν ἤξερε. Ἀλλ’ ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἐνδιαφέροντο. Καὶ ἀπὸ στόμα μιᾶς γυναικός, χριστιανῆς πιστῆς, ἐμάθανε ὅτι αὔριο χειροτονεῖται Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ὁ Μάξιμος, τὸν ὁποῖον θὰ χειροτονήσουν ἑφτὰ δεσποτάδες ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια.
Ὅταν τὸ μάθανε αὐτό, μαζεύτηκε ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου (Θεολόγου), ὅλος ὁ λαὸς ὁ χριστιανικός. Πῆγαν μέσα. Οἱ Αἰγύπτιοι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πληρωθεῖ γιὰ νὰ χειροτονήσουν, τὰ καθάρματα αὐτὰ τὰ αἰγυπτιακά, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τὸν χειροτονήσουν.
Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ βάλλουν τὰ χέρια ἐπάνω στὸν Μάξιμο, τότε ἠκούσθη ὡς βροντὴ ἰσχυρὰ καὶ ἀστραπὴ κι ὡς σεισμός, ἠκούσθη ἡ φωνὴ «ἀνάξιος». «Ἀνάξιος». Φωνάξανε μία, ὁ λαός, φωνάξανε δύο. Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἐπίσκοποι (σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό), νὰ σταματήσουν πάσα χειροτονία· ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπίσκοποι θεωροῦν τὸ λαὸ ζῶα. Ἀλλὰ ὡς ζῶα μᾶς περνοῦνε. Λοιπόν, ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἡ χειροτονία. Ἀλλὰ αὐτοὶ τίποτα ἀπολύτως. «Ἄστους νὰ φωνάζουν».
Ἀλλὰ (οἱ χριστιανοὶ τότε) δὲν ἦσαν σὰν τοὺς χριστιανοὺς τοὺς σημερινούς. Ὅταν εἶδαν ὅτι αὐτοὶ δὲν σταματούσανε κι ὅτι δὲν τοὺς ἐνδιέφερε τελείως (τί λέει ὁ λαός), καὶ ὅτι εἶχαν σκοπὸ ὁπωσδήποτε νὰ χειροτονήσουν αὐτὸν (τὸν Μάξιμο), ἐν μέσῳ φωνῶν καὶ κραυγῶν, τότε τί κάνουν; Ὁρμοῦν ἐπάνω, τοὺς ἁρπάζουν, τοὺς βγάζουν τὰ ἄμφια καὶ τοὺς κυνηγοῦν εἰς τοὺς δρόμους. Ναί, αὐτὸ κάνανε. Κι ἀναγκαστήκανε αὐτοὶ διωκόμενοι νὰ περιφέρονται ἐν μέσῳ τῶν δρόμων τῆς Κων/πόλεως καὶ νὰ πᾶνε, παρακαλῶ, σ’ ἕνα πλυσταριό, κι ἐκεῖ νὰ τελειώσει ἡ χειροτονία.
Ἐὰν ζοῦσε στὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕνας ἀπὸ τοὺς ψευτοχριστιανοὺς τοῦ σημερινοῦ καιροῦ, κι ἔβλεπε τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Γρηγορίου νὰ κρατοῦν ρόκες καὶ ρόπαλα καὶ νὰ κυνηγοῦν τοὺς ἀναξίους καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάζουν νὰ κρυφτοῦν στὰ πλυσταριά, θἄλεγε: «Πώ, πώ, τί φανατικοὶ ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί! Τί κακὸ μεγάλο κάνουν στὴν Ἐκκλησία! Τί σκάνδαλο μεγάλο κάνουν».
Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι. Οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι ἐνδιεφέροντο γιὰ τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ τὸ σπίτι των. Οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι εἶχαν πόθον ζωηρὸν νὰ δοῦν τὴν Ἐκκλησία τους ἀπηλαγμένην ἀπὸ ὅλα τὰ αἴσχη. Ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ἦταν φωνὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέγει «ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου».
Ναί, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔδρασαν τότε ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί κρίση ἔχεις ἐσύ, κύριε, ὁ ψευτοχριστιανὸς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἂν ἔρθω καὶ σπάσω ἕνα τζάμι τοῦ καταστήματός σου, θὰ μὲ κυνηγήσεις… Ἀλλὰ ἕνα τζάμι δὲν εἶναι τίποτα· ὅταν σπάζουν ἕνα τζάμι τοῦ καταστήματός σου ἐξανίστασαι, ἀλλ’ ὅταν βλέπεις τὴν Ἐκκλησίαν νὰ καταδυναστεύεται καὶ νὰ πυρπολεῖται καὶ νὰ καίεται, ἀδιαφορεῖς τελείως.
Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί λέγουν οἱ σημερινοὶ ψευτοθεολόγοι…, μὲ ἐνδιαφέρει νὰ δεῖτε ποίαν κρίσιν ἐπάνω στὸ μεγάλο αὐτὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἔγινε εἰς τὴν ἐποχὴ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, μὲ ἐνδιαφέρει νὰ δῶ πῶς τὸ κρίνει ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Πατριαρχῶν τῆς συγχρόνου Ἐκκλησιας, ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Βασίλειος ὁ Β΄, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ τελευταῖος Ἐπίσκοπος τῆς Ἀγχιάλου (Βουλγαρίας). Ὁ Βασίλειος, λοιπόν, τὴν ἡμέραν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν ἐξεφώνησε ἕνα περισπούδαστον λόγον καὶ ἐσχολίασε τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ Μαξίμου καὶ λέγει:
«Ἐὰν τὴν νύχτα ἐκείνη στὴν Κων/πολη δὲν σηκώνετο ὁ λαός, Ἐπίσκοπος Κων/πόλεως δὲν θὰ ἦτο ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὁ Μάξιμος».
Μάλιστα· τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἐπίσκοποι. Τοιοῦτος λαός, τοιοῦτοι Ἀρχιερεῖς… Δὲν πέφτουν ἀπὸ τὰ οὐράνια. Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτῆστε Ἐπίσκοπο. Μὴ παραπονεῖσθε οὔτε ἐναντίον ἱερέων, οὔτε ἐναντίον Ἀρχιερέων, ἐὰν δὲν γίνεται ἀγωνισταὶ καὶ καταδιώξουμε ἀπεινῶς τὴν ἀγέλην αὐτήν, ἡ ὁποία ρημάζει τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ μας.
(Βλέπω) δὲν συμφωνεῖτε… Θὰ μείνουμε μόνοι ἀγωνιζόμενοι. Ἅμα δεῖτε ἐσεῖς δεσπότη μὲ κορῶνες, καὶ μὲ χρυσάφια καὶ μὲ μπαστοῦνες…
Δὲν εἶναι ἔτσι;
Ἀπομαγνητοφώνηση:“Πατερικὴ Παράδοση”

Κυριακή Γ ΄των Νηστειών, Σταυροπροσκυνήσεως, Αποστολικό Ανάγνωσμα : (Εβρ. δ’ 14-ε’6)


Πρωτότυπο κείμενο
Αδελφοί, ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας.  προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,  μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν·  καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών. οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε·  καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.
Μετάφραση
Αδελφοί, αφού λοιπόν έχουμε μέγα αρχιερέα, πού διάβηκε και πέρασε τους ουρανούς, τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ας κρατάμε καλά την πίστη μας. Γιατί δεν έχουμε αρχιερέα, πού δεν μπορεί να συμπαθήσει τις αδυναμίες μας, αλλά έχουμε αρχιερέα πού δοκίμασε πειρασμούς όμοια σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει. Ας πλησιάζουμε λοιπόν, με θάρρος  κι εμπιστοσύνη στο θρόνο της Χάριτος για να πάρουμε, έλεος και για να βρούμε  Χάρη στην ώρα που θα έχουμε  ανάγκη για βοήθεια. Κάθε αρχιερέας που εκλέγεται ανάμεσα από τους ανθρώπους διορίζεται για να προσφέρει στον Θεό δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και, σαν άνθρωπος, να μπορεί να συμπαθεί εκείνους πού βρίσκονται στην άγνοια και την πλάνη. Επειδή και αυτός έχει επάνω του την ανθρώπινη ατέλεια. Και γι’ αυτή την ατέλεια είναι υποχρεωμένος όπως για τον λαό, έτσι και για τον εαυτό του, να προσφέρει θυσίες για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Κανένας δεν παίρνει μόνος του από τον εαυτό του την τιμή της ιερωσύνης, άλλ’ από εκείνον πού τον καλεί, δηλ. από τον Θεό, καθώς ακριβώς έγινε και με τον Ααρών. Έτσι και ο Χριστός δεν δόξασε μόνος του τον εαυτό του να γίνει αρχιερέας, αλλά τον δόξασε μόνος του αυτός πού του είπε, Υιός μου είσαι συ, εγώ σήμερα σε γέννησα. Καθώς και σ’ άλλο ψαλμό πού λέγει, Εσύ είσαι αιώνιος ιερέας κατά την τάξη  Μελχισεδέκ.
Εισαγωγή
Για τον ρόλο του Αρχιερέως, του Επισκόπου, μέσα στην Εκκλησία, ομιλεί στο Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, ο Απόστολος Παύλος. Προηγουμένως, αναφέρεται στον κατ’ εξοχήν Μέγα Αρχιερέα Ιησού Χριστό, ο οποίος διακρίνεται από την απόλυτη αγάπη και συμπάθεια προς τον κάθε άνθρωπο, από την ταύτιση προς  το ανθρώπινο γένος σε όλα παρ’ εκτός αμαρτίας. Εικονισμός και συνέχεια του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού μέσα στην Εκκλησία είναι ο κάθε κανονικός Ορθόδοξος Επίσκοπος, ο οποίος, κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, «ίσταται εις τύπον και τόπον Χριστού».  Το μέγα αξίωμα του αρχιερέως αλλά και το μεγάλο κεφάλαιο της ιεροσύνης θα προσπαθήσουμε να επεξεργαστούμε στη συνέχεια.
Ο Χριστός ως Αρχιερέας
Ας  έλθουμε όμως τώρα στον Χριστό ως Αρχιερέα. Αυτός δεν ανήκε στην φυλή Λευΐ από την οποία προέρχονταν οι ιερείς και αρχιερείς των Ισραηλιτών. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν έχει εκλεγεί από τους ανθρώπους. Έχει παρά Θεού την ιεροσύνη μοναδική και ακατάλυτο, της οποίας  τύπος  υπήρξε ο Μελχισεδέκ, αυτός που πρόσφερε  θυσία προς τον Θεό άρτον και οίνον (προεικόνισμα της θείας Ευχαριστίας), όταν ο Αβραάμ επέστρεψε από την νίκη του κατά των τεσσάρων βασιλέων. Μένει αγενεαλόγητος και αδιάδοχος. Τι να σημαίνει όμως το όνομα Μελχισεδέκ; Μελχισεδεκ σημαίνει βασιλεύς της δικαιοσύνης, η δε Σαλήμ, της οποίας  πόλης ήταν βασιλιάς σημαίνει ειρήνη.
Επομένως ο Μελχισεδεκ ήταν ιερέας  παρά του Θεού του υψίστου, βασιλιάς της δικαιοσύνης και της ειρήνης. Είναι τύπος και προεικόνισμα του Χριστού. Προφητικά η Παλαιά Διαθήκη μαρτυρεί ότι ο Θεός παρουσιάζεται να ομιλεί προς τον σαρκωθέντα  Υιό του και να του λέγει: «συ ει ιερεύς είς τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψαλμ. 109:4). Ο ίδιος ο Πατήρ τον ανακηρύττει αρχιερέα. Όχι κατά το πρότυπο των αρχιερέων του Ισραήλ, αλλά κατά την τάξη και τον τύπο του Μελχισεδέκ. Έχει, λοιπόν, παρά Θεού-Πατρός  κατ’ ευθείαν μοναδική και παντοτινή την αρχιεροσύνη.
Έτσι, ο Χριστός ως Αρχιερέας  προσφέρει τη θυσία, ως αμνός προσφέρεται θυσία. Είναι όπως λέγεται σε ευχή της θείας λειτουργίας, ο Χριστός είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος» . Είναι, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας «θύτης και θύμα». Ως  θύτης προσφέρει τη θυσία, ως άμωμον θύμα προσφέρει τον εαυτό του θυσία. Χάριν αυτής της θυσίας  αγοραστήκαμε και λυτρωθήκαμε από την αιώνια κατάρα, εξασφαλίσαμε και εξασφαλίζουμε άφεσιν  αμαρτιών,  αποκτήσαμε την υιοθεσία από τον Θεό-Πατέρα  μας, γίναμε πολίτες της βασιλείας των ουρανών.
Εφοδιασμένος  ευγνωμοσύνη ο Απόστολος Παύλος προς τον σαρκωθέντα και θυσιασθέντα  Κύριο, διαλαλεί προς όλους τους ανθρώπους όλων των γενεών: «εφ’ όσον έχουμε μέγα Αρχιερέα, που έχει  διαβεί τους ουρανούς, και ως μεσίτης μεταξύ ημών και του Θεού εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός, ας κρατώμεν  σφικτά  την  ομολογία  της  πίστεως.
Η Ιεροσύνη στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη

Συμπόρευση προς το Πάθος και την Ανάσταση του Θεανθρώπου

220096-4_1024x768
Το τελευταίο τμήμα αλλά και η κορύφωση της λειτουργικής περιόδου του Τριωδίου είναι η Μεγάλη Εβδομάδα. Ο προσδιορισμός της “Μεγάλη”, δεν οφείλεται στη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια των ημερών της αλλά στα μεγάλα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε αυτήν, όπως παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γιατί, όπως γνωρίζουμε την μεγάλη Εβδομάδα γίνεται η ανάμνηση όλων των σημαντικών τελευταίων γεγονότων της επίγειας ζωής του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου.
Η ορθόδοξη εκκλησία μας, ως άλλος “θεατρογράφος” της εν Χριστώ παιδαγωγίας δημιούργησε -με την πάροδο των αιώνων- πολύμορφες Ιερές Ακολουθίες, μέσα από τις οποίες προσπαθεί να οδηγήσει τους πιστούς της στη βιωματική και μυστική συμμετοχή και συμπόρευση με τη ζωή του Χριστού κατά της ημέρες της Μ.Εβδομάδας. Έτσι σε κάθε ημέρα κάνει ανάμνηση κάποιου γεγονότος και καλεί τους πιστούς να θυμηθούν, τι έκανε και τι υπέφερε εθελούσια ο Θεάνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος, από την αμαρτία, τα πάθη, τον διάβολο και τον θάνατο, συνέπειες της πτώσεως.
Είναι χαρακτηριστική η προτροπή του ιερού Υμνογράφου, με την οποία καλεί τους πιστούς να συμπορευθούν, να συσταυρωθούν και να νεκρωθούν, ως προς τα πάθη και τις ηδονές, για τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, ώστε και να συζήσουν με Αυτόν, ως άγιοι.
“Δεύτε ουν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθώμεν αυτώ, και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’αυτού, ταις του βίου ηδοναίς- ίνα και συζήσωμεν αυτώ…”
Κατά τη Μ.Εβδομάδα τελούνται κάθε ημέρα, απόγευμα και βράδυ, διάφορες Ιερές Ακολουθίες, οι οποίες έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθορισμένο διάγραμμα και άρρηκτη νοηματική και συμβολική αλληλουχία. Ας σημειωθεί παρενθετικά εδώ, ότι οι Ακολουθίες αυτές και όλης της περιόδου του Τριωδίου, διαμορφώθηκαν ιστορικά,αντίστροφα από ό,τι τελούνται. η διαμόρφωσή τους ξεκίνησε από την Κυριακή του Πάσχα, το Μ.Σάββατο, τη Μ.Παρασκευή κ.λ.π, φθάνοντας μέχρι την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου που είναι η αρχή του Τριωδίου, γι’αυτό και οι λειτουργιολόγοι βρίσκουν σε αυτές πολλά λειτουργικά στοιχεία της προχριστιανικής περιόδου.
Μέσα από τις ιερές Ακολουθίες της Μ.Εβδομάδας προβάλλονται καθημερινά τα συγκλονιστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών της επίγειας ζωής του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Έτσι, η ανάσταση του Λαζάρου, η θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, ο Μυστικός Δείπνος, η προσευχή στη Γεθσημανή, η προδοσία του Ιούδα, η σύλληψη του Κυρίου, οι αλλεπάλληλες νυκτερινές παράνομες δίκες και η καταδίκη, η άρνηση του Πέτρου,, τα άγια και φρικτά πάθη, η σταύρωση, ο θάνατος (κατά την ανθρώπινη φύση), η αποκαθήλωση, ο επιτάφιος θρήνος, η θεόσωμη ταφή, η κάθοδος στον Άδη και τέλος η ένδοξη τριήμερη Ανάστασή Του, συνιστούν μια αλυσίδα δραματικών γεγονότων και συγκροτούν την λατρευτική κορύφωση και λυτρωτική συμπόρευση κάθε πιστού που συμμετέχει στις Ακολουθίες της Μ.Εβδομάδας.