Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Η σταυρική θυσία του Χριστού



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ

Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα παρακολουθούμε και ζούμε τα Άγια Πάθη του Χριστού μας. Ακούμε τα άγια εκείνα λόγια του Ευαγγελίου, που η Ορθόδοξος Εκκλησία μας παρουσιάζει, για να απεικονίσει όλες εκείνες τις άγιες παραστάσεις του Πάθους, όσο είναι δυνατόν εντονώτερα στις ψυχές των χριστιανών και έτσι να τις βοηθήσει να μπουν βαθύτερα στο νόημα του μυστηρίου της Σταυρώσεώς Του.
Η ζωή του Χριστού μας από τη Γέννησι μέχρι την Ανάστασή Του ήταν ένα μαρτύριο. Γεννήθηκε τόσο ταπεινά, τόσο απαλά, τόσο αθόρυβα, σε μία φάτνη αλόγων ζώων, χωρίς να πάρει κανείς είδηση. Μετά τη Γέννησή Του φεύγει καταδιωκόμενος στην Αίγυπτο και επιστρέφει. Έτσι όπως έζησε τα τριαντατρία χρόνια Του επάνω στη γη, μας άφησε ένα παράδειγμα αγιότητος, ένα δίδαγμα πώς πρέπει να ζει ο κάθε χριστιανός. Κι όταν έφθασε στον καιρό της δημοσίας δράσεως, άρχισε να κυκλοφορεί σε όλη την Ιουδαία και να κηρύττη το Ευαγγέλιο της μετανοίας και της επιστροφής κάνοντας θαύματα. Όλα αυτά τα θαύματα, όλη αυτή η δόξα, που Του απέδιδαν οι άνθρωποι, για τη θαυματουργική Χάρη Του, έγιναν αιτία να κινηθεί φθόνος και κακία εκ μέρους των Αρχιερέων και Γραμματέων και Φαρισαίων και να συσκέπτωνται και να μελετούν, πώς να Τον συλλάβουν και πώς να Τον εξοντώσουν, διότι «ο φθόνος ουκ οίδε προτιμάν το συμφέρον».
Προ της συλλήψεως και της Σταυρώσεώς Του ηθέλησε να παραδώσει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στους δώδεκα μαθητάς Του κατά το μοναδικό και Μυστικό Δείπνο, όπου τους είπε: «Λάβετε φάγετε. τούτο εστι το σώμα μου... πίετε εξ αυτού πάντες. τούτο εστι το αίμα μου το της καινής διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών, αμήν λέγω υμίν ότι ουκέτι ου μη πίω εκ του γενήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω καινόν εν τη βασιλεία των ουρανών» (Μαρκ. ιδ’, 23-25). Κι αφού τους παρέδωσε αυτό το μεγάλο μυστήριο, ακολούθησε η προδοσία και η σύλληψίς Του.
Ο μαθητής που δεν ακολουθούσε τον Κύριο με μεγάλη πίστι, αλλά είχε εμπαθή κατάσταση μέσα του, έγινε το όργανο εκείνο, που Τον ωδήγησε στο Σταυρό. Τι ήθελε να δη ο Ιούδας περισσότερο από τα τόσα σημεία και τέρατα, που είδε στη ζωή του Χριστού; Αλλά λόγω της κακίας του, εγκαταλειφθείς από τη Χάρη του Θεού, έγινε προδότης. Είναι ο μεγάλος αμαρτωλός επάνω στη γη, που επρόδωσε το Χριστό μας για λίγα αργύρια. Πόσοι από μας Τον προδίδουμε με πράξεις, που προκαλούν ατιμία στο Θείο Πρόσωπό Του, και κυρίως, όταν δεν ομολογούμε την πίστι μας, εκεί που χρειάζεται;
Και προχώρησε ο Κύριος για να σηκώση το Σταυρό αυτό προς τον Γολγοθά, αφού προηγουμένως υπέστη ένα πολύ μεγάλο μαρτύριο ατιμίας. Δεν είμαστε άξιοι εμείς οι άνθρωποι γι’ αυτήν την υπέρτατη θυσία του Χριστού μας. Κανείς δεν μας έχει αγαπήσει όσο ο Κύριος και κανείς άλλος δεν υβρίσθηκε, δεν χλευάσθηκε, δεν ταπεινώθηκε όσο ο Κύριος. Έχετε έρθει καμμιά φορά σε αίσθηση ψυχής του μαρτυρίου του Χριστού; Έχετε συνειδητοποιήσει τους πόνους, που υπέφερε; Μπορείτε να συλλάβετε με τη θεωρία, ότι ένας άνθρωπος, ένας δούλος σήκωσε το χέρι του κι έδωσε ράπισμα στο Χριστό; Το Θείο Πρόσωπο ερραπίζετο από άνθρωπο ασεβή, από άνθρωπο αμαρτωλό! Κι ο Χριστός οργίσθηκε; Θύμωσε; Αντέδρασε; Όχι. Αυτό μόνο που είπε, ήταν: «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού. ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Ιωάν. ιη’, 23). Κι εμείς οι άνθρωποι, που είμαστε φύσει ταπεινοί, ελεεινοί, αμαρτωλοί, άξιοι πάσης κολάσεως, όχι ράπισμα δεν δεχόμεθα, αλλά μήτε έναν απλό λόγο, μία απλή προσβολή, έναν ελάχιστο έλεγχο. αμέσως σηκώνουμε το ανάστημα κι αντιδρούμε.
Έχετε δει, πώς μαστιγώνεται ένας άνθρωπος και δη τον παληό καιρό; Κι αυτό το υπέμεινε ο Κύριος για μας. Και μόνο να βάλουμε στη φαντασία μας την εικόνα του Χριστού μας, δεμένου στην κολώνα με το ακάνθινο στεφάνι και τους στρατιώτας με όλη εκείνη την αρνητική τους συμπεριφορά, να Τον χλευάζουν, να Τον μαστιγώνουν γυμνό και να τρέχουν τα αίματα προξενώντας φοβερό πόνο στο σώμα και στην ψυχή Του, φθάνει, για να μας συγκλονίσει και να μας κάνη να νοιώσουμε το βάρος της ευθύνης μας απέναντι στην αγάπη Του. Όπως το αίμα Του έρρεε πλούσια από το Άχραντό Του Σώμα, έτσι υπερπλούσια ήταν και η αγάπη Του για Τον άνθρωπο!
Μετά το μαρτύριο εκείνο της μαστιγώσεως ο Πιλάτος ωδήγησε τον Χριστό μας έξω στο Πραιτώριο, εκεί στο λιθόστρωτο, να Τον θεατρίσει μπροστά στα μάτια του λαού, όπου ήταν μαζεμένη όλη η σπείρα, όλος ο Εβραϊκός κόσμος, που ήταν μυημένοι από τους γραμματείς και τους φαρισαίους, για να κραυγάσουν την καταδικαστική απόφαση: «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν». Μπορούσε ο Πιλάτος ως ηγεμόνας να απολύσει το Χριστό, αλλά φοβήθηκε το λαό και για να τους ικανοποιήσει, στραγγάλισε την αλήθεια. Ζήτησε τη γνώμη τους κι έκανε το ικανόν του λαού, παρ’ ότι ήξερε ότι ο Κύριος είναι αθώος.
Εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε μία εικόνα από αυτό το Πάθος του Κυρίου, που μπορώ να πω ότι είναι η ιερώτερη από τις πολλές, που στολίζουν τους ναούς μας. Αυτή λέγεται: «Ιδού ο Άνθρωπος» και παρουσιάζει τον Κύριο εκεί στο Πραιτώριο, με την κόκκινη χλαμύδα και το ακάνθινο στεφάνι στην Άχραντο Κεφαλή Του, τον κάλαμο και τα αίματα να τρέχουν από παντού και να είναι όλος μία σκέτη πληγή, όπως ακριβώς τον παρουσίασε ο Πιλάτος μετά τον μαρτυρικό εμπαιγμό Του, ενώπιον του λαού. Είναι πολύ ευλογημένη στην έκφραση, διότι ο Κύριος στέκεται με τόση ταπείνωση μπροστά σ’ αυτόν τον ασεβή λαό! Αυτή η άκρα ταπείνωσις του Χριστού μας είναι εκείνη, που του έδωσε τη δυνατότητα, να υποστή όλη αυτή την αδικία από πλευράς αρχιερέων και γραμματέων και φαρισαίων και όλη τη βαρβαρότητα της ατιμίας των στρατιωτών και να ανεβή φορτωμένος το Σταυρό στον Ιερό Γολγοθά. Τον σήκωσε το Σταυρό, όπως ακριβώς σήκωσε και όλες τις αμαρτίες της ανθρωπότητος!
Σκεφθήτε τώρα ότι αυτό το ακάνθινο στεφάνι το χτυπούσαν με οποιοδήποτε μέσον εύρισκαν, για να μπήγονται βαθύτερα στη σάρκα Του εκείνα τα φοβερά αγκάθια και να Του προξενούν μεγαλύτερο πόνο! Εμάς μας μπαίνει ένα μικρό αγκάθι κάπου και κάνουμε «αμάν» να το βγάλουμε! Από τη μια πλευρά το κεφάλι με τις πληγές από τα αγκάθια και τα κτυπήματα κι όλο το σώμα σημειωμένο από τις μαστιγώσεις, κι από την άλλη τα ραπίσματα, τις βρισιές, τις βλασφημίες και τα χλευάσματα! Όλη τη νύχτα εκείνη, που Τον έβαλαν στη φυλακή, Τον περιέπαιζαν, Τον ύβριζαν, Τον μαστίγωναν, Τον αιμάτωναν, Τον ταπείνωναν και ασεβούσαν απέναντί Του, σαν να ήταν κάποιος αλήτης, κάποιος κακόφημος άνθρωπος! Όλος ο λαός εκείνος, που λίγες μέρες πριν έκραζε. «Ωσαννά τω Υιώ Δαυίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν. ιβ’, 13), τώρα έκραζε με μανία το. «Σταυρωθήτω». Έτσι είναι τα ανθρώπινα, όλα τρεπτά και αλλοιωτά. Σήμερα επαινούμε κάποιον, αύριο κατηγορούμε. Και συνεχίζεται η ατίμωσις αυτή του Χριστού από μας τους ανθρώπους με τα έργα μας. Μπορούμε να αναλογισθούμε αυτή την ταπείνωση του Θεού;
Και προχώρησε ο Κύριος κρατώντας τον Σταυρό, αλλά στο μέσον της πορείας προς τον Γολγοθά γονάτισε, έπεσε από το βάρος, από την εξάντληση, από τους πόνους, από το ακάνθινο στεφάνι, από το αίμα που έχυσε κι από τη θλίψη. Οι μαθηταί Του, που συνέτρεξαν μαζί Του σε όλα τα θεία Του έργα, που συνέφαγαν μαζί Του, που είδαν τα θαύματα, που Τον πίστεψαν ολόψυχα ότι είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος επί της γης, που είχαν υποσχεθεί ότι θα θυσιαστούν γι’ Αυτόν, όταν θα εχρειάζετο, δεν ήταν κοντά Του, έφυγαν, δειλίασαν, Τον είχαν εγκαταλείψει και μόνος Του προχωρούσε προς την μεγάλη θυσία. Η αχαριστία του ανθρώπου δεν έχει όρια! Και όχι μόνον οι μαθηταί αλλά και από όλο τον κόσμο, που ευεργετήθηκε από Εκείνον, κανείς δεν Τον υπερασπίσθηκε. Και βρέθηκε μόνον μία γυναίκα, η γυναίκα του Πιλάτου να μεσολαβήση και να πη στον άνδρα της:
«Πρόσεξε! Κατ’ όναρ πολλά έπαθον σήμερον δια τον άνθρωπον Αυτόν. Άδικα θα Τον κρίνεις, άδικα θα Τον καταδικάσεις, άδικα φωνάζουν αυτοί εκεί κάτω» (Ματθ. κζ’, 19). Αλλά δεν εισηκούσθει.
Καυχήθηκε και ο Απόστολος Πέτρος, όταν τους προέλεγε για το Πάθος Του, ότι κι αν όλοι Σε αρνηθούν, εγώ ποτέ δεν θα το κάνω αυτό σε Σένα. Εκόμπασε, διότι ενόμιζε ότι με τον ζήλο, που τον διεκατείχε και την ανθρώπινη δύναμη, θα έβγαινε παλληκάρι. Κι όμως είδε, ότι δεν ήταν ούτε σαν ένα φύλλο φθινοπωρινό. Δεν αρνήθηκε το Χριστό μπροστά σ’ ένα τύραννο, αλλά σε μία παιδίσκη, σ’ ένα μικρό κορίτσι. «Ουκ οίδα τον άνθρωπο». Εσύ δεν είσαι, Πέτρε, που εκόμπαζες, πως δεν θα Τον αρνηθής ποτέ; Και τώρα, που είναι δίπλα σου και Τον χλευάζουν, Τον ραπίζουν, Τον μαστιγώνουν, Τον συκοφαντούν, δεν έχεις την δύναμη να πεις ότι Τον γνωρίζεις; Και ο αλέκτωρ εφώνησε και εμνήσθη ο Πέτρος τα λόγια του Κυρίου και εξήλθε και εθρήνησε με βαθειά μετάνοια για την αμαρτία του! Βλέπετε πόσο ο άνθρωπος είναι φθηνός; Σήμερα φαίνεται δυνατός κι αύριο είναι τελείως ανίσχυρος, όταν δεν τον επισκιάσει η δύναμις του Χριστού.
Έχετε σκεφθή, έχετε συλλάβει πώς σταυρώθηκε; Ποιοι ήταν οι πόνοι Του, όταν αυτοί οι βάρβαροι με τα καρφιά του χαλκέως -όχι αυτά τα καρφιά τα σημερινά- εκείνα τα πρωτόγονα και απαίσια καρφιά εκάρφωσαν τον Κύριο! Σκεφθήτε την οδύνη Του! Μόνος, εντελώς εξαντλημένος να βρίσκεται σ’ εκείνο το μαρτύριο της καρφώσεως των χεριών και των ποδιών Του, με τα αγκάθια από το ακάνθινο στεφάνι να μπαίνουν συνεχώς πιο βαθειά στην Άχραντο Κεφαλή Του, με όλη τη θλίψη, που είχε μέσα Του, από την ατίμωση όλου εκείνου του ευεργετηθέντος λαού! Μόνος από ανθρώπινη συμπαράσταση κι από ανθρώπινη βοήθεια. Βλέπετε ότι και αυτή η έγκατάλειψίς Του από τους μαθητάς και από τους ευεργετημένους, ήταν ένα άλλο είδος σκληρού μαρτυρίου. Και είναι παράδοξο πράγμα, πώς οι μαθηταί που ήταν άνδρες, που θα ενόμιζε κανείς ότι αυτοί θα ήταν οι άμεσοι συμπαραστάτες Του, έφυγαν, ενώ το ασθενικό γένος των γυναικών, η Μητέρα και οι μυροφόρες, ήταν εκείνο που έδωσε τη συμπαράστασι, που γλύκανε τον πόνο παρά τω Σταυρώ.
Και τότε έγινε σεισμός μέγας, εσείσθη η γη, ο ήλιος σκοτίσθηκε, έγινε χαλασμός όλου του κόσμου. Κι ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ευρισκόμενος τότε στην Αλεξάνδρεια και βλέποντας όλα αυτά τα σημεία είπε: «Ή το παν απώλετο, ή ο Θεός πάσχει!». Κι όταν αργότερα ο Απόστολος Παύλος ήρθε στην Αθήνα και εκήρυξε το Ευαγγέλιο και μίλησε για τα σημεία της Σταυρώσεως του Χριστού, τότε ανεφώνησε: «Πράγματι ο κηρυττόμενος από τον Παύλο είναι ο Υιός του Θεού, είναι Θεός!». και επίστευσαν πολλοί.
Κι επάνω στο Σταυρό ο Χριστός μας έφθασε στο σημείο να πει: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Ματθ. κζ’, 46). Όχι ότι ο Θεός είχε ανάγκην της βοηθείας των ανθρώπων, αλλά ήθελε να δείξη ότι ο άνθρωπος με την αδύναμη φύση του, όσο δυνατός και να λογίζεται ότι είναι, σηκώνοντας το σταυρό του, έρχονται στιγμές που γονατίζει. Έρχεται πολλάκις στο αδιέξοδο να πει τα ίδια λόγια: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» Κι ο πιο πνευματικός κι ο πιο δυνατός άνθρωπος γονατίζει. Και τότε έχει ανάγκην του Κυρηναίου. Έχει ανάγκην της θείας Χάριτος να τον βοηθήση, γιατί και πάλι πρέπει να συνεχίση τον αγώνα, να φέρη εις πέρας τον πειρασμό, τον οποίο σηκώνει μέχρι της εκπνεύσεως. Διότι κάθε πειρασμός έρχεται για κάποιο σκοπό και για ταπείνωση, κατά παραχώρηση Θεού. «Συν τω πειρασμώ όμως και η έκβασις» (Α’ Κορινθ. ι’, 13). Μαζί με τον πειρασμό δίνει ο Θεός και την δύναμη να τον ξεπεράση ο άνθρωπος, αρκεί να δεχθει την αλήθεια, ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο κι ότι ο πειρασμός δεν είναι τυχαίος. Διότι πώς είναι δυνατόν να πειρασθει ένας άνθρωπος και να μπει εις οιονδήποτε κίνδυνο, χωρίς το θέλημα του Θεού, αφού ο Χριστός είπε, ότι ούτε τρίχα ούτε φύλλο δένδρου, ούτε πουλάκι δεν πέφτει, άνευ του θελήματός Του;
Και λέγει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Γνώριζε, ότι όταν σου έρθει κάποιος πειρασμός και συ αδυνατείς να τον σήκωσεις και εύχεσαι στο Θεό να τον σηκώσει, ανάλογα με τη δύναμη του πειρασμού, υστερήθηκες και ανάλογη Χάρη». Εννοεί ότι ανάλογα με τον αγώνα, που θα παρουσιάσεις επάνω σ’ ένα πειρασμό, σε μια δοκιμασία, ανάλογα θα στεφανωθεις, θα πάρης το παράσημο, θα πάρης τη θέση, θα πάρεις την παρρησία ενώπιον του Θεού. Εφ’ όσον όμως γονατίσεις και πεις: «Θεέ μου, σταμάτησε τον πειρασμό, δεν μπορώ να τον σηκώσω άλλο», και σε εισακούση, γνώριζε ότι σταμάτησε εκεί και η ωφέλεια, την οποίαν θα έπαιρνες. Τί σημαίνει αυτό; Ότι στους πειρασμούς πρέπει να ευχώμεθα να μας δίνη ο Θεός υπομονή και φώτιση και να ζητούμε να τους τελειώσει, όποτε ο Θεός θέλη και να μελετούμε την σταυρική θυσία του Χριστού, γιατί έτσι μέσα μας θα αλλοιωνόμαστε.
Όταν ο χριστιανός μελετά αυτό το Πάθος και το ζει, όταν το κάνει συνείδηση και βίωμά του, όταν μελετά ότι Αυτός ο Θεός επί της γης, αυτό όλο το Πάθος το υπέμεινε για κείνον, δεν γίνεται τίποτε άλλο, παρά η καρδιά του να πληρώνεται πίστεως και θείας αληθινής αγάπης. Παίρνουμε πολύ μεγάλη σοφία, θεία σοφία από τα Πάθη και η καρδιά μας πάλλει και καίγεται από την αγάπηση του Χριστού. Πολλούς πατέρες της Εκκλησίας και δη ασκητάς η μελέτη αυτή του Πάθους, μέσα στην ησυχία και στην καθαρά ζωή τους, τους έφερε σε μεγάλη θεοπτία.
Ένας ασκητής είχε μία πολύ μεγάλη δυσκολία από πειρασμούς, κι από θλίψεις από ανθρώπους. Αγωνιζόταν να κρατηθεί από την επιφορά των πειρασμών, των λογισμών, της σατανικής πιέσεως εις το να αγανακτήσει και να γογγύσει προς το Θεό. Και προσευχόμενος μία νύχτα στην αγρυπνία του, από την κόπωση έκλινε το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια, χωρίς να το καταλάβει. Και είδε εμπρός του τον Κύριο, σε φυσικό μέγεθος, επάνω στον Σταυρό, όπως ακριβώς ήταν στη Σταύρωση! Κι έγειρε το κεφαλάκι Του δεξιά ο Χριστός και του λέει: «Όλα αυτά τα οποία σου συμβαίνουν, δεν τα υπομένεις για την δική Μου αγάπη; Πώς εγώ έκανα τόση υπομονή στην αχαριστία των ανθρώπων και στην κακία και στην ασέβεια και εσυγχώρησα τους σταυρωτάς μου ολόψυχα; Εσύ για τη δική μου αγάπη δεν κάνεις υπομονή και δεν συγχωρείς και δεν ανέχεσαι και δεν ευχαριστείς;» Και τότε ο ασκητής έπεσε στα πόδια τα αιματωμένα του Χριστού και ψηλαφώντας τα και φιλώντας τα, υποσχέθηκε ότι μέχρι θανάτου θα κάνη υπομονή.
Ο Μωυσής, όταν έβγαλε από την Αίγυπτο τον λαό του Ισραήλ και τον ωδηγούσε, θελήματι Θεού, στη γη της επαγγελίας, ο λαός δοκιμαζόμενος από το Θεό, εάν είναι πιστός και Τον αγαπά, εγόγγυζε επάνω στις δοκιμασίες. Όπως κάνουμε κι εμείς, και πρώτος εγώ, που γογγύζουμε και λέμε: «Γιατί ο Θεός με δοκιμάζει έτσι; Τί του έφταιξα; Μα οι άλλοι καλύτεροι είναι από μένα, που περνάνε καλά, κι εγώ δυστυχώ, που φυλάττω τις εντολές Του;» Κι έτσι χάνουμε το μισθό μας. Γόγγυζαν και οι Ισραηλίτες και έλεγαν: «Τί μας έφερες εδώ τώρα στην έρημο; Δεν είχε μνήματα η Αίγυπτος και ήρθες να μας θάψεις εδώ; Καλύτερα τα πεπόνια και τα κρεμμύδια της Αιγύπτου παρά το μάννα, που μας υπόσχεσαι και τη γη της Επαγγελίας, που θα ρέει μέλι και γάλα» (Αριθ. 11, 5, 8 και Εξοδ. 16, 3). Κι ο Θεός για να τους παιδαγωγήσει και να τους συμμορφώσει, τους έστειλε μία τιμωρία με φίδια. Απέλυσε ο Θεός μέσα στην έρημο φίδια, που τους δάγκωναν και πέθαιναν, όσοι γόγγυζαν. Ο Μωυσής τότε ευσπλαχνιζόμενος το λαό γονάτισε και είπε: «Θεέ μου, σήκωσε αυτόν τον πειρασμό. Εμπόδισε τα φίδια να δαγκώνουν τους ανθρώπους. Συγχώρησέ τους». Λέει ο Θεός: «Φτιάξε ένα χάλκινο φίδι. ύψωσέ το επάνω σ’ ένα κοντάρι και φώναξε στο λαό: Όποιος κοιτάζει αυτό το φίδι, θα θεραπεύεται από τα δαγκώματα, τα οποία του έκαμαν τα φίδια». Και πράγματι έκανε αυτό το χάλκινο φίδι, το σήκωσε ψηλά, και όσοι το κοιτούσαν, εθεραπεύοντο.
Αυτό το φίδι ήταν προτύπωσις του Χριστού, που υψώθηκε επάνω στον Σταυρό. Αυτό το αναφέρει ο Χριστός και στο Ευαγγέλιο, για να προμηνύσει την σημασία της σταυρικής Του θυσίας: «Καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ’, 14). Δηλαδή, όπως ο Μωυσής έστησε ψηλά το φίδι και εκείνοι, που το κοιτούσαν εθεραπεύοντο, έτσι και εγώ, ο Χριστός, πρέπει να υψωθώ επάνω στο Σταυρό. και όποιοι θα κοιτάζετε με πίστη εμένα επάνω στο Σταυρό, θα θεραπεύεσθε από τα δαγκώματα των φιδιών της αμαρτίας και δεν θα πεθάνετε, αλλά θα έχετε αιώνια ζωή.
Πώς λοιπόν θεραπεύεται ο άνθρωπος; Κοιτάζοντας τον Εσταυρωμένο. Να σκεπτώμεθα ότι εμείς είμεθα οι ένοχοι, που ωδηγήσαμε εκεί το Θεό. Και για μας όλα αυτά τα υπέστη, για τη δική μας αγάπη, για μας, που δεν είμασταν άξιοι να δεχθούμε αυτή τη θυσία Του! Περισσότερο δε από όλους τους ανθρώπους, εγώ είμαι ο αίτιος αυτής της θλιβερής καταστάσεως, που υπέμεινε ο Θεός επί της γης! Όταν θα πάμε στο Δικαστήριό Του, για να κριθούμε, θα μας δείξη την Άχραντο Κεφαλή Του με τις πληγές από το ακάνθινο στεφάνι, την πλευρά Του λογχευμένη, την πλάτη Του μαστιγωμένη, τα Άγια Χέρια και τα Πόδια Του τρυπημένα από τα καρφιά τα φοβερά του χαλκιά! Τί θα έχουμε τότε, να Του απαντήσουμε; Εμείς γι’ Αυτόν τί κάναμε; Πώς ανταποκριθήκαμε; Τί του αντιπροσφέραμε; Εγώ προσωπικά, το λέω για τον εαυτό μου. μηδέν. Μία σωρεία αμαρτημάτων προσφέρουμε. Να, η ανταπόδοσίς μας ποια είναι. Αντί του μάννα, χολή. Αυτός μας έδωσε το μάννα, τον εαυτό Του ολόκληρο κι εμείς Τον ποτίσαμε με την χολή των αμαρτιών μας. Αυτή είναι η «ευγνωμοσύνη» μας για τη Θεία Του Σταύρωση!
Η αγάπη αυτή του Θεού πρέπει όχι απλώς να μας συγκινή, αλλά να μας καταλάβει εξ ολοκλήρου και να μας αναμορφώση πνευματικά, ώστε να τη ζήσουμε εν πράξει, πρωτίστως μέσα στην καρδιά μας, με τη Χάρη Του, και εν συνεχεία κατ’ επέκτασιν με την αγάπη προς όλους τους ανθρώπους.
Όταν εγώ βλέπω τον Εσταυρωμένο γυμνό επάνω στον Σταυρό, όταν βλέπω πόσα υπέφερε από τους ανθρώπους ο Θεός ο αναμάρτητος, όταν βλέπω την αγάπη Του, την ευτέλεια, την ταπείνωσί Του και σκέπτομαι, ότι για μένα σταυρώθηκε από αγάπη, ότι συγχώρησε τους σταυρωτάς Του, ότι συγχώρησε τους αποστόλους, που Τον εγκατέλειψαν, ότι συγχώρησε την αχαριστία και την ασέβεια όλων των ανθρώπων, λέγοντας: «Πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34), πώς εγώ δεν θα υπομείνω, εάν με ταπεινώσουν, εάν με ρεζιλέψουν, εάν με φτύσουν, εάν μου κάνουν ο,τιδήποτε; Άπαξ και είμαι μαθητής του Χριστού και είμαι βαπτισμένος στο Όνομά Του και θεωρούμαι παιδί Του και θα κληρονομήσω την Βασιλεία των ουρανών, είναι δυνατόν ποτέ να φανώ οκνηρός κι απάνθρωπος και να μη συγχωρήσω ό,τι ελαφρό μου έκανε ένας αδελφός μου; Ποτέ. Άρα κοιτάζοντας τον Εσταυρωμένο μέσα μου αλλάζω, μαλακώνει η καρδιά μου κι απλώνεται η αγάπη. Και μπορώ εκείνη τη στιγμή να τρέξω, να βάλω μετάνοια στον αδελφό μου, να τον αγκαλιάσω και να του πω: «Αδελφέ μου, συγχώρησέ με, που σου έκανα αυτό το πράγμα, κι αν μου έκανες κι εσύ κάτι, Θεός σχωρέσοι». Έτσι θεραπευόμεθα από τα δαγκώματα της αμαρτίας και των παθών, όταν ατενίζουμε στο Χριστό μας, τον Εσταυρωμένο.
Θα σας πω τώρα κάτι δικό μου: Ήμασταν στην έρημο. Κάποια μέρα μας έστειλε ο Γέροντας κάτω στη θάλασσα, να φορτωθούμε πράγματα, που ήταν πολύ βαρειά. Κι ήταν ανήφορος. Και ο ιδρώτας να πέφτει ποτάμι και τα πόδια μου πολύ κομμένα. Κόπος και μόχθος. Κι έρχεται ο διάβολος και μου λέει: «Κοίταξε, πού σε στέλνει ο Γέροντας να φορτώνεσαι, ενώ αυτός δεν φορτώνεται. και μόνο εσένα φόρτωσε κι εσύ είσαι άρρωστος. δεν έπρεπε να σε στείλη εσένα κάτω». Λέω: «Λάθος κάνεις στους λογαριασμούς σου. Ο Χριστός σήκωσε τον Σταυρό επάνω στους ώμους Του και Τον έβρισαν και Τον χλεύασαν και Τον κάρφωσαν και τον σταύρωσαν και δεν γόγγυσε προς τον ουράνιο Πατέρα, αλλά μόνον είπε: «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο. πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ» (Ματθ. κστ’, 39). Εφ’ όσον το θέλημα του Γέροντα είναι αυτό, γενηθήτω το θέλημα του Γέροντα. Εγώ τουλάχιστον τώρα θα πάω ν’ αλλάξω φανέλλα, να φορέσω καθαρή φανέλλα, θα πάω να φάω και να κοιμηθώ στο κρεββάτι μου. Ο Χριστός «κοιμάται» επάνω στον Σταυρό, κι εγώ τολμώ κιόλας να μιλήσω!». Κοιτάζοντας λοιπόν τον Εσταυρωμένο αντέκρουσα εγώ το φίδι αυτό, το οποίο ήρθε να με δαγκώσει και να με κάνει να κατακρίνω τον Γέροντα, να τον ταπεινώσω, να τον εξευτελίσω μέσα μου και να του βγάλω γλώσσα. Με το να κοιτάξω τον Εσταυρωμένο, αμέσως σκότωσα το φίδι, με τη Χάρι τη δική Του, και με την ευχή του φύλακος αγγέλου και του Γέροντος. Έτσι γλύτωσα από τη δηλητηρίαση της οχιάς, αυτής της κακής συμβουλής του δαίμονος. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις προσβολές των δαιμόνων, κοιτάζοντας τον Χριστό μας τον Εσταυρωμένο.
Όταν καθ’ ησυχίαν ο άνθρωπος, όχι μέσα σε σύναξι κόσμου, αλλά μέσα στην ησυχία του κελλιού του, εν ώρα προσευχής, παρακολουθήση όλη αυτή τη σειρά και τις φάσεις της Σταυρώσεως και τον επισκιά¬ση η Χάρις του Χριστού, γίνεται εκτός εαυτού! Ζη μία κατάστασι πραγματικότητος και τότε δεν μένει τίποτε άλλο, παρά τα μάτια του να γίνωνται δυο βρύσες από δάκρυα μετανοίας, πόνου και συμπόνοιας για τη σταυρική αυτή Θυσία του Χριστού μας.
Μετά τη Σταύρωση, εν συνεχεία τι ακολούθησε; Η Ανάστασις. Άρα και για όποιον σταυρώση τα πάθη του και τα νεκρώση με τη νέκρωση του Χριστού, θα ακολουθήσει και η ανάστασις της ψυχής του. Ξέρετε τι θα πει ανάστασις; Εάν ο Χριστός σταλάξει στην καρδιά ένα ελάχιστο μόριο αναστάσιμης χαράς, εάν δώσει ο Θεός και τη γευθεί ο άνθρωπος, αισθάνεται πραγματικά τον Παράδεισο με όλη τη σημασία της λέξεως, στην καρδιά του! Όπως είπε ο Χριστός: «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστι» (Λουκ. ιζ’, 21). Και πότε θα το νοιώσω αυτό; Πότε θ’ αναστηθώ; Όταν θα σηκώσω τον σταυρό. Όταν πάθω κι εγώ ό,τι έπαθε κι Αυτός, τότε θα γνωρίσω κι εγώ την Ανάστασι τη δική Του.
«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον». Τί λέμε, ότι είδαμε την Ανάσταση; Μα, πώς την είδαμε την Ανάσταση; Την Ανάσταση τη γνωρίζει κανείς μόνο μέσα στην καρδιά του, όταν νοιώσει αναστάσιμο τον Χριστό πραγματικά και όλη τη Βασιλεία Του μέσα του. Και τότε ο άνθρωπος γίνεται εντελώς ξένος προς τον κόσμο. Τα του κόσμου δεν τον ενδιαφέρουν. Περπατάει στη γη και ο νους του και η καρδιά του είναι στον ουρανό. Βλέπουμε τους ασκητάς, που πέρασαν τόσες κακουχίες, νηστείες, αγρυπνίες, αρρώστειες, χωρίς να έχουν φάρμακα και γιατρούς κ.λπ. Κι όλον αυτόν τον κόπο, της ασκήσεως, όλον αυτόν τον πόνο, πώς τα αντιμετώπιζαν; Μελετούσαν τη Σταύρωση και δια της θεωρίας μεταφερόντουσαν στον ουρανό και έλεγαν: «Αυτά εδώ είναι λίγα μπροστά σ’ εκείνα τα επάνω τα ουράνια!». Και πολλοί άγιοι μάρτυρες, πολλοί στρατιώτες του Χριστού από τη μελέτη αυτή ένοιωσαν πολύ θείο έρωτα κι αντιμετώπισαν τους τυράννους κι αξιώθηκαν μαρτυρικού στεφάνου. Και οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες τί έλεγαν; «Είναι παγωμένη η λίμνη, αλλά ζεστός και γλυκύς ο Παράδεισος!».
Τα βάσανα της παρούσης ζωής είναι πρόσκαιρα, η χαρά όμως και η απόλαυσις αιώνια. Όλοι έχουμε πειρασμούς, όλοι έχουμε θλίψεις, στενοχώριες, το ένα, το άλλο. Δεν υπάρχει κεφαλή χωρίς πόνο και καρδιά χωρίς στενοχώρια. Όταν όμως τα υπομένουμε όλα αυτά για την αγάπη του Χριστού με καρτερία και ταπείνωσι, αξιωνόμεθα δι’ αυτών της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς και τις θλίψεις, για να έχουμε λόγο δικαιοσύνης και να ζητήσουμε ανάπαυσι στον ουρανό.
Θα μας χρειαστή αυτή η μελέτη και τώρα κι αργότερα περισσότερο. Γιατί; Γιατί μας περιμένουν πολλά κακά, ημέρες δύσκολες και χαλεπές. Και τότε θα θριαμβεύσει ο Εσταυρωμένος Χριστός σε όποιον θα Τον αγκαλιάσει και θα αγκαλιάσει το Πάθος Του με πίστη και αγάπη. Πώς είναι δυνατόν ένας μελετητής του Πάθους και της αγάπης του Χριστού να μη Τον ομολογήση και να μη θυσιάση τον εαυτό του; Ποιος θα Τον αρνηθή; Θα Τον αρνηθή εκείνος, που θα αρνηθή αυτή τη μελέτη. Κατά την Αποκάλυψι του Ιωάννου και κατά τις προφητείες των Αγίων αναμένουμε τον Αντίχριστο. Και καλώς να έρθει. Διότι θα έρθη για να κάνει τεστ, να δοκιμάσει τους ανθρώπους κατά πόσον πιστεύουν θετικά στο Χριστό. Η άθλησις θα είναι επάνω στην πίστη της θεότητος του Χριστού μας. Πολλοί άνθρωποι του Θεού ομιλούν για τον Αντίχριστο με αγαθή προαίρεση, με αγαθό σκοπό για να ωφελήσουν. Διίστανται όμως οι γνώμες, διότι κανείς δεν μπορεί να μιλήση συγκεκριμένα και θετικά....
Όταν μέλλη να έρθη ο Αντίχριστος, η ανθρωπότητα πρέπει να ευρίσκεται στην πιο χειρότερη κατάσταση.
Ας φροντίσουμε λοιπόν να μελετούμε τη Σταύρωσι του Χριστού, να κάνουμε θεωρία γύρω απ’ αυτήν, να τη ζούμε μέσα μας, για να μπορέσουμε σιγά-σιγά να απαλλαγούμε από τα δαγκώματα της αμαρτίας. Κι έτσι, αφού θεραπευθούμε με το Αίμα του Χριστού, να προετοιμαζώμεθα για να δώσουμε την τελική μάχη, που θα μας εισαγάγη στη Βασιλεία Του. Αμήν.

* Πολλά μας θλίβουν, πλην μακάριος είναι εκείνος ο οποίος με υπομονή και ευχαριστία διέρχεται τα θλιβερά της πρόσκαιρης ζωής.
π. Ε.Φ.

ΠΗΓΗ:    “Πατρικές ομιλίες”
    ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
    ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Η Θυσία της Σταύρωσης του Χριστού Μας Μίνα Μπουλέκου, Συγγραφέας-Ποιήτρια

Η θυσία της σταύρωσης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συμβολίζει την ύψιστη πράξη αγάπης προς το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.
Μέσω αυτής εγκαινιάστηκε η Καινή Διαθήκη που σηματοδότησε μια νέα αρχή για την πορεία του ανθρώπινου γένους. Η σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο έγινε τελειότερη μέσω των άχραντων μυστηρίων της Θείας Κοινωνίας.
stavrosi-rentina
Η σταύρωση του Χριστού. Ι.Μονή Ρεντίνας Αγράφων. Φωτο: Νίκος Λουπάκης
«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το Σώμα πίετε εξ αυτού πάντες, τούτό εστί το Αίμα μου».
Ο Θεός μας αγάπησε τόσο πολύ, στέλνοντάς μας τον μονογενή Υιό Του, να σηκώσει στο σταυρό του μαρτυρίου τις δικές μας αμαρτίες, δίνοντάς μας άφεση και την ελπίδα ότι ο παράδεισος θα ανοίξει με την ανάσταση των νεκρών για κάθε ευσεβή χριστιανό, που θα ζει ενάρετα σύμφωνα με τις θείες εντολές Του και θα αγαπά τον πλησίον του.
Η μετάνοια και η συγχώρεση των ανθρώπων μετά την έλευση του Θεανθρώπου απέκτησε βαθύτερο νόημα στις ζωές όλων μας. Η σταυρική θυσία του Χριστού μας έγινε η μακαρία οδός από το θάνατο στην ανάσταση ημών.
Ο Χριστός μας συμβολίζει το αιώνιο φως.
«Εγώ ειμί το φως του κόσμου ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ΄ έξει το φως της ζωής ».
Η χριστιανική πίστη είναι ο ισχυρότερος πυλώνας της ορθόδοξης θρησκείας μας. Συμβολίζει την άχραντη και ιερή σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου.
Ας προσευχηθούμε με κατάνυξη στα θεία πάθη του Χριστού μας και ας ευχηθούμε να μας αξιώσει στην αιώνια βασιλεία Του.
Ο Κύριός μας είναι η Αρχή και το Τέλος όλων.

Ποιές είναι οι τρείς Κυριακές που αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;


κλιμαξ-του-ιωάννου2
Τρείς Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η Κυριακή του Ασώτου και η Κυριακή της Απόκρεω. Η τελευταία εβδομάς, που εισάγεται με την Κυριακή της Αποκρέω, είναι το προοίμιο της νηστείας της Τεσσαρακοστής, γιατί κατ΄ αυτήν απαγορεύεται, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές διατάξεις, η βρώσις του κρέατος. Είναι η Τυρινή εβδομάς ή εβδομάς της Τυροφάγου. Κατά την εβδομάδα αυτήν αρχίζει η ψαλμωδία των τριωδίων κανόνων. Η τελευταία αυτή Κυριακή, η Κυριακή της Αποκρέω, είναι και παλαιοτέρα από τις προηγουμένες. Τις δύο άλλες τις προσέθεσαν αργότερα, την Κυριακή του Ασώτου κατά τον Ϛ’ αιώνα και την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ένα περίπου αιώνα υστερώτερα. Ο σκοπός της προσθήκης είναι φανερός. Να δημιουργηθή δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευής και προετοιμασίας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένα είδος προπυλαίου στο όλο οικοδόμημα των κινητών εορτών. Ή, όπως γράφει ο Ξανθόπουλος, «ώσπερ τις προγυμνασία και παρακίνησις τοίς αγίοις Πατράσιν επενοήθησαν, ώστε παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Έγιναν δέ τρείς οι προπαρασκευαστικές αυτές εβδομάδες για να απαρτισθή ο ιερός αριθμός της αγίας Τριάδος, το τρία, βάσει του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το σύστημα της λατρείας μας. Και των τριών Κυριακών η ακολουθία πλέκεται γύρω από την ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία. Κατά την πρώτη Κυριακή αναγινώσκεται η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), την δευτέρα η παραβολή του Ασώτου υιού (Λουκ. 15, 11-33) και την τρίτη το ευαγγέλιο της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46). Με την πρώτη Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθή καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζη κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τους επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής. Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθός του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ». Αυτόν λοιπόν τον τύπο της ορθής προσευχής θέτει στο στόμα του πιστού η Εκκλησία στην έναρξι της περιόδου της προσευχής. Καλεί τους πιστούς να μή προσευχηθούν με υπερηφάνεια, «φαρισαϊκώς», αλλά με ταπείνωσι, «τελωνικώς», γιατί, κατά το λόγιο του Κυρίου, «πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται σ΄ όλους τους ήχους και σε ποικίλες ποιητικές επεξεργασίες από την υμνογραφία της ημέρας. Παραθέτουμε το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού του α’ ήχου, που είναι και το πρώτο τροπάριο του Τριωδίου:«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί,ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται·ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς,διά νηστείας κράζοντες·Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός, τοίς αμαρτωλοίς».Το θέμα της δευτέρας Κυριακής είναι συναφές προς το θέμα της πρώτης. Εδώ το δίδει η παραβολή του Ασώτου υιού. Προβάλλεται την Κυριακή αυτή το ενθαρρυντικό παράδειγμα του αμαρτωλού νέου, που, ενώ σπαταλά την πατρική περιουσία «ζών ασώτως», δεν απελπίζεται, δεν συντρίβεται από το βάρος των συμφορών, δεν περιέρχεται σε απόγνωσι. Αλλά επιστρέφει προς τον εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητώντας το έλεος και την συγγνώμη Του. Και του απευθύνει θερμή ικεσία: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Το παράδειγμα της μετανοίας και της ορθής εν συντριβή καρδίας προσευχής, ενσαρκωμένο στον άσωτο της παραβολής, προβάλλει και πάλι η Εκκλησία προς μίμησιν και καλεί τα άσωτα παιδιά του Πατέρα, όλους μας, να γυρίσωμε στην αγκαλιά του Πατέρα ζητώντας συγγνώμην για να λάβωμε άφεσι, όπως εκείνος. «Άσωτος εί τις, ως εγώ, θαρρών ίθι,θείου γάρ οίκτου πάσιν ήνοικται θύρα». «Όποιος είναι άσωτος, όπως εγώ,άς έλθη με θάρρος, γιατί η θύρα της θείας ευσπλαγχνίας έχει ανοίξει για όλους.»Την θερμή εξομολόγησι του ασώτου υιού θέτει στο στόμα του πιστού ο ποιητής του Δοξαστικού των Αίνων: «Αγαθέ Πατέρα, απομακρύνθηκα από κοντά Σου·μή με εγκαταλείψης και μή με δείξης άχρηστο για την βασιλεία Σου. Ο παμπόνηρος εχθρός με ξεγύμνωσε, μού αφήρεσε τον πλούτο. Τα χαρίσματα της ψυχής μου τα διεσκόρπισα ασώτως. Γι΄ αυτό σηκώνομαι και επιστρέφω σ΄ Έσένα και Σού φωνάζω· Σύ που είσαι τόσο σπλαγχνικός, ώστε για μένα άπλωσες τα χέρια Σου στον Σταυρό για να με λυτρώσης από το φοβερό θηρίο, τον διάβολο, και για να με στολίσης με την παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με αν όχι σάν παιδί σου, τουλάχιστον σάν υπηρέτη Σου».Η προτροπή προς μετάνοιαν γίνεται πιό έντονος στην τρίτη και τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, την Κυριακή της Αποκρέω. Ως μέσο προτροπής προς μετάνοιαν για την αφύπνησι και των πιό ραθύμων ψυχών χρησιμοποιείται τώρα το αίσθημα του φόβου. Φόβου πρό της δικαίας κρίσεως του Θεού κατά την «φοβεράν και αδέκαστον παρουσίαν» του Χριστού. Την τρομερά σκηνή περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα και η όλη υμνογραφία της ημέρας. Όπως δέ ορθώς παρατηρεί ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο Συναξάριο: «Ταύτην οι θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς έθεντο, ως αν μή τις την εν εκείναις του Θεού φιλανθρωπίαν μανθάνων, αμελώς διάγη λέγων· Φιλάνθρωπός εστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το πάν ανύσαι. Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους, προς αρετήν επαναγάγωσι, μή θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ΄ αφοράν, ότι και δίκαιός εστι κριτής και αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού». Όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι στον Νάρθηκα των Ναών γύρω από την βασιλική πύλη ζωγράφιζαν την σκηνή της δευτέρας παρουσίας, έτσι και οι υμνογράφοι στο πρόπυλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μ΄ όλα τα ζωηρά χρώματα του ποιητικού των χρωστήρος ζωγραφίζουν την φοβερά κρίσι. Η πύλη σε λίγο θα ανοίξη. Ποιός πιστός δεν θα θελήση να εισέλθη «εις την χαράν του Κυρίου του

Από το βιβλίο ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ (Αποστολικής Διακονοίας) από : http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/kiriakes/sarakosti.htm


Πηγή: orthodoxanswers.gr

Μεγάλη Τεσσαρακοστή Τέταρτη Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς «Το πονηρό πνεύμα»

83984
Το σημερινό ευαγγέλιο μάς περιγράφει ένα παράδειγμα από αμέτρητα άλλα. Μάς λέει πώς ό Κύριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πάνω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.
«Και αποκριθείς εις εκ του oχλου είπε διδάσκαλε, ηνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα αλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβω, ρήσει αυτόν και αφρίζει… και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα άπολέση αυτόν» (βλ. Μάρκ. θ’17-29 και Λουκ. θ’37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγγελιστές. Ό καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέρειες για την αρρώστια του παιδιού. ’Ήταν ό μονογενής υιός του πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα αλαλον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συγκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.
Τα βέλη του πονηρού την ιδία στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια του ανθρώπου; ’Αν ή σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σέ όλους; Το κακό δέ βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα πού άπατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι πού ό άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει.
Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πώς όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πώς το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα πού έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης της σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σελήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ό Θεός, ακολουθεί το συμπέρασμα πώς το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.
Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ό Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη ή δημιουργία του Θεού βρίσκεται στην υπηρεσία του ανθρώπου, πλάστηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι πού ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανοποίηση του ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυχή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοι είσιν οι ουρανοί και σή εστίν ή γη την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ έθεμελίωσας» (Ταλμ. πη’12). «Πάντα γάρ ταύτα έποίησεν ή χείρ μου… λέγει Κύριος» (Ήσ. ξστ’2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά.
Ή βρύση θα βγάλει μόνο αυτό πού περιέχει, όχι κάτι πού δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή του αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κάθε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακός. Υπάρχει πόνος πού είναι έργο του πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος πού θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα πού ενεργεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.
Ό πόνος κι ή δυστυχία πού ξέσπασε πάνω σέ πολλούς βασιλιάδες του Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρτίας τους. Ό πόνος κι ή δυστυχία όμως, πού ό Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο του πονηρού αλλά φάρμακο, πού αφορά τόσο τον ίδιο το δίκαιο, όσο και τούς οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαίνουν πώς τον πόνο τούς τον έστειλε ό Θεός για το καλό τους. Ό πόνος πού προέρχεται από επίθεση του πονηρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός.
Ό πόνος όμως πού ό Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τούς ανθρώπους, για να τούς καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τούς αποσπά από την εξουσία του πονηρού και τούς φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ό καθαρτήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Άγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματα σου» (Ψαλμ. ριη’71), λέει ό διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.
Ό διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι ή αμαρτία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακό. Για τα βάσανα και τούς πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι ή σελήνη. ’Αν ό Θεός με την άπερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμεσα είτε έμμεσα με τούς αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «εν ριπή οφθαλμού» ψυχικά και σωματικά, όπως συντρίβουν οι ακρίδες τούς καρπούς στους αγρούς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ


Πηγή: apantaortodoxias.blogspot.gr

Το μεγαλείο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής


ejvfylo_small
H νηστεία αυτή των τεσσαράκοντα ημερων ―σύν τή μεγάλη Eβδομάδα― είναι η νηστεία του Xριστού μας στήν έρημο του Iορδάνη, μετά τή θεία Tου βάπτιση. Kαί τήν καθιέρωσαν οι πατέρες καί η Eκκλησία, καί προσπαθουμε καί μείς μέσα σέ σαράντα μέρες νά κάνωμε έναν αγώνα.Oι παλαιότεροι έκαναν πολλά καί μεγάλα, καί αρκετοί σήμερα. Eυτυχώς! Υπάρχουν όμως καί οι άλλοι, οι αδύνατοι, οι λαγωοί, πού δέν είμαστε όρη τά υψηλά, καί δέν ειμαστε ελάφια, πού θέλουμε λίγη παρηγοριά, καί λίγη ενίσχυση, σ αυτό τό μέγα της νηστείας πέλαγος, καί συνάμα τόν καλόν αγώνα καί τό μέγα καλό πού προκύπτει.
Tί είναι δηλαδή αυτό τό στάδιο; Tό στάδιο των αρετών.Tί κάνομε; Φροντίζομε λίγο παραπάνω από τίς υπόλοιπες μέρες του χρόνου, τόν εαυτό μας, τήν ψυχή μας τήν αθάνατη, καί τό σώμα μας πού είναι τό φυλακτήριό της, τό περίβλημά μας. Tά φροντίζομε καί τά δύο, καί τά καθαρίζομε από παντός μολυσμού. Tά καθαρίζομε. Φροντίζομε τή ψυχή μας, τόν εαυτό μας. Στρεφόμαστε πρός τά μέσα, αφήνομε γιά λίγο τά έξω, όσο μπορούμε καί όσο γίνεται καί κάνομε αυτομεμψία καί αυτοθεώρηση. Bλέπουμε, κατηγορούμε καί τόν εαυτό μας· έχομε τόσα καί τόσα νά τόν κατηγορήσουμε, πού δέν θά ευκαιρίσωμε νά κατηγορήσωμε κανέναν άλλον. Kαί γι αυτό λέει όμορφα, μεταξύ των άλλων, καί η ευχή του αγίου Eφραίμ: «Δώρησαί μοι του οράν τά εμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν αδελφόν μου». Eιναι δώρο νά μας φωτίζει ο Θεός νά βλέπουμε τά δικά μας πταίσματα, τή δική μας δυσκολία, τά δικά μας βάσανα.
Tότε τί κάνομε; Aσχολούμεθα μέ τόν εαυτό μας, καί αφήνομε τόν πλησίον νά ασχοληθεί καί κείνος μέ τά δικά του. Kαί αφού βρούμε λοιπόν μερικά πράγματα στόν εαυτό μας, καί ζητήσουμε τή συγγνώμη του Θεου, καί λάβουμε τή μετάνοιά Tου, τήν ευλογία Tου, καί μαλακώσει καί ηρεμίσει καί σπλαχνιστεί η ψυχή μας, τί κάνομε; Bγαίνομε καί πρός τά έξω. Δέν μπορούμε νά είμαστε πάντα μέσα. Bγαίνομε στόν αδελφό μας πού βλέπομε. Γιατί άν δέν φροντίσωμε τόν αδελφό μας πού βλέπουμε, τόν Θεό μας πού δέν βλέπουμε πώς θά τόν φροντίσουμε καί πώς θά ασχοληθούμε μαζί του, κατά τόν Αγιο Iωάννη τόν Θεολόγο. Kαί τί κάνομε. Πώς τόν βλέπουμε τόν αδελφό μας; Mέ μάτια εσπλαχνίας. Mέ μάτια πού βλέπουμε καί τόν εαυτό μας, μέ συμπόνοια, μέ κατανόηση, μέ συγγνώμη… Kαί τί γίνεται; Eίναι καλύτερα έτσι. Mαλακώνει καί αυτός, καί αρχίζει νά μας καλοέχει. Kαί τί κάνομε. Προκόβουμε λιγάκι. Φεύγει από μέσα μας τό κακό, φεύγει από μέσα μας αυτή η ένταση, φεύγει αυτή η κλαψοφαγούρα, η κακεντρέχεια, η κακία, η παλιανθρωπιά… Φεύγει. Kαί τί κάνομε; Oμορφαίνομε. Kαί τί κάνομε μετά; Kοιτάζομε καί τή μοναδική μας αγάπη. Tό Xριστό μας. Mέσω του εαυτού μας, καί μέσω του συνανθρώπου μας, φτάνομε στό Xριστό μας. Στή ψυχή της ψυχής μας. Σέ Kείνον πού είναι τό A καί Ω, πού είναι η πρώτη καί η στερνή μας αγάπη. Aυτόν θά έχωμε πάντοτε. Eίναι η Nυμφίος της ψυχής μας,όπως θά Tόν πούμε τήν Αγία καί Mεγάλη Eβδομάδα, καί θά Tόν παρακαλέσωμε νά μας φροντίζει νά μήν πέσωμε σέ ραθυμία αλλά νά είμαστε σέ εγρήγορση, αγρύπνια. Kαί αυτό επιτυγχάνεται μέ τήν αγάπη.
Eχει η Eκκλησία μας τόσες πολλές ακολουθίες, τίς πέντε κυρίως πρώτες ημέρες της κάθε Eβδομάδος την νηστειαν, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, τόσες πολλές ακολουθίες πού όμως οι κοσμικοί λέμε: Tί τά θέλουμε όλα αυτά; Πώς νά τά αντέξουμε; Kαί χρόνο νά έχουμε, δέν έχουμε τή διάθεση νά τά πούμε, νά τά ακούσουμε. Aυτά είναι γραμμένα από ερωτευμένους ανθρώπους. Eρωτευμένους μέ τόν θείο έρωτα, πού έπασχαν τά θεία καλώς. Kι όταν κανείς αγαπά, κι όταν είναι ερωτευμένος, θέλει συνέχεια νά αγρυπνεί. Kι άς κοιμάται… αγρυπνεί η καρδία του. Θέλει να μιλά γιά τόν έρωτά του, γιά τήν αγάπη του, γιά τή λατρεία του, γιά τόν δικό του καί καταδικό του. Λέει, ξαναλέει… Kι όχι μόνο αυτό· θέλει νά βάνει καί τούς άλλους νά λένε γι αυτόν. Nά τόν υμνούν, νά τόν γεραίρουν, νά τόν μεγαλύνουν, νά τόν εγκωμιάζουν, νά ασχολούνται, νά λένε τό όνομά του, νά ξαναλέν τό όνομά του καί πάλι τό όνομά του. Γι αυτό καί τώρα πόσα Kύριε, ελέησόν. Γιατί τόσα; Γιατί υπάρχει àγάπη. Eμείς έχομε λιγότερη αγάπη ελάχιστη, τίποτε μας φαίνεται δύσκολο. Kαί τότε τί κάνουμε; Kάνουμε λίγο. Γιατί άμα κάνουμε τό πολύ χωρίς νά μπορούμε, θά μας στρίψει. Kάνουμε λίγο. Λίγο–λίγο, λίγο–λίγο, λίγο–λίγο, καί μπαίνουμε καί μείς μέσα σ αυτό τό μείκος κύματος. Mέσα σ αυτή τή θεία καλοσύνη. Mέσα σ αυτό τό τραγούδι της αγάπης, τόν έρωτα της χαράς. Mπαίνομε στό μεγαλείο της Eκκλησίας. Kαί τί κάνομε σιγά–σιγά; Συνηθίζομε. Mας αρέσει, μας ευχαριστεί. Kι όταν φεύγουμε από τήν Eκκλησία τό σπίτι μας, πού κάναμε προσευχή, τό σιγοφέρνουμε στό νού μας, στή ψυχή μας, στή διάνοιά μας, στό στόμα καί στά χείλη μας. Kαί γινόμαστε λίγο–λίγο πιό όμορφοι. Oμορφαίνουμε. Oμορφαίνουν καί οî άλλοι. Kαί φτάνουμε στήν Aγία καί Mεγάλη Eβδομάδα χωρίς νά τό καταλάβουμε. Ξέρει η Eκκλησία. Δέν θέλει νά κάνουμε πολλά, αλλά μας λέει πολλά γιά νά κάνουμε λίγα οι περισσότεροι. Oι λίγοι τά κάνουνε τά πολλά καί μπράβο τους. Eιναι ελάφια. Eμείς όμως είμαστε λαγωοί καί καταφυγή μας ο Xριστός.
Kαί οι πατέρες παλαιότερα στό προσκυνητάρι τού ναού έβγαζαν τήν εικόνα του Αγίου του ναού καί έβαζαν γιά σαράντα ημέρες τήν εικόνα του ελεήμονος Xριστού. Γιατί όλες αυτές οι σαράντα μέρες είναι μιά μεγάλη δεσποτική εορτή. Γι αυτό καί δέν γίνονται λειτουργίες, όταν κάνουμε τή νηστεία από τή Δευτέρα μέχρι Παρασκευή εκτός τίς Προηγιασμένες πού ειναι λειτουργίες έτοιμες, γιατί έχουμε καί πένθος· κλαίμε γιά τίς αμαρτίες μας, κλαίμε γιατί σταυρώσαμε τόν Xριστό μας, κλαίμε γιά τίς αμαρτίες τών άλλων, κλαίμε καί γιά τούς πεθαμένους μας, κλαίμε καί γιατί ταλαιπωρήσαμε τήν δημιουργία, κλαίμε καί τί δέν κλαίμε;
Oλόψυχα εύχομαι, πατέρες καί αδελφοί μου, νά περάσουμε όλοι καλή καί Αγία Σαρακοστή, καλή δύναμη, καλόν αγώνα, καί καλό Πάσχα.
π.Ανανίας Κουστένης
Πηγή: theomitoros.blogspot.com

Η ζωή την Μεγάλη Τεσσαρακοστή στο σπίτι (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)


Η ζωή την Μεγάλη Τεσσαρακοστή στο σπίτι (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)
ΣΤΙΣ Σαρακοστές καλό είναι να γνωρίζεις μόνο εκκλησία και σπίτι, τίποτ’ άλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στο σπίτι. Τί θα κάνεις εκεί; Θα αγωνιστείς μ’ όλη σου τη δύναμη να διατηρήσεις την προσήλωση του νου και της καρδιάς στον Κύριο. Αμέσως μετά την εκκλησία, τρέξε στο δωμάτιό σου και κάνε αρκετές μετάνοιες, ζητώντας ευλαβικά από τον Θεό να σε βοηθήσει , ώστε να αξιοποιήσεις το χρόνο της παραμονής σου στο σπίτι με τρόπο ωφέλιμο για την ψυχή σου.
Ύστερα κάθησε και ξεκουράσου για λίγο. Αλλά και τότε μην αφήνεις τους λογισμούς σου να ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, επαναλάμβανε νοερά την ευχή : “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με! Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!”. Αφού ξεκουραστείς πρέπει ν’ ασχοληθείς με κάτι, είτε προσευχή είτε εργόχειρο. Τί εργόχειρο θα κάνεις δεν έχει σημασία∙ ξέρεις ήδη τί σου αρέσει. Είναι, βλέπεις, αδύνατο να ασχολείσαι όλη την ώρα με πνευματικά πράγματα∙ χρειάζεται να έχει και κάποιο ευχάριστο εργόχειρο. Μ’ αυτό θα καταπιάνεσαι, όταν η ψυχή σου είναι κουρασμένη, όταν δεν έχεις τη δύναμη να διαβάσεις ή να προσευχηθείς. Αν, βέβαια, οι πνευματικές σου ενασχολήσεις πηγαίνουν καλά, το εργόχειρο δεν είναι απαραίτητο. Εκπληρώνει μόνο την ανάγκη αξιοποιήσεως του χρόνου , που αλλιώς θα σπαταλιόταν σε απραξία. Και η απραξία είναι πάντα ολέθρια, πολύ περισσότερο όμως στον καιρό της νηστείας.
Πώς πρέπει να προσεύχεται κανείς στο σπίτι; Σωστά σκέφθηκες ότι τη Σαρακοστή οφείλουμε να προσθέτουμε κάτι στον συνηθισμένο κανόνα προσευχής. Νομίζω, ωστόσο, πως αντί να διαβάζεις περισσότερες προσευχές από το Προσευχητάρι, είναι καλύτερο ν’ αυξήσεις τη διάρκεια της άμεσης επικοινωνίας σου με τον Κύριο. Κάθε μέρα, πριν αρχίσεις και αφού τελειώσεις τη την ορθρινή και βραδυνή ακολουθία, να απευθύνεσαι με δικά σου λόγια στον Κύριο, την Υπεραγία Θεοτόκο και τον φύλακα άγγελό σου, ευχαριστώντας τους για την προστασία τους και παρακαλώντας τους για την ικανοποίηση των πνευματικών σου αναγκών. Ζήτα τους να σε βοηθήσουν , ώστε, πρώτα απ’ όλα να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να αποκτήσεις αυτογνωσία και, όταν την αποκτήσεις, να σου χαρίσουν ζήλο και δύναμη, ώστε να θεραπεύσεις τις πληγές της ψυχής σου. Ζήτα τους, ακόμα, να γεμίσουν την καρδιά σου με το αίσθημα της ταπεινώσεως και της συντριβής. Η ταπείνωση είναι η πιο ευάρεστη στον Θεό θυσία. Έτσι να προσεύχεσαι. Μην επιβάλεις, όμως, στον εαυτό σου έναν προσευχητικό κανόνα μακρύ και βαρύ, έναν κανόνα που θα υπερβαίνει τα μέτρα των ψυχοσωματικών σου δυνάμεων και θα σε καταβάλλει. Καλύτερα είναι να προσεύχεσαι συχνότερα στη διάρκεια της ημέρας και, όταν ασχολείσαι μ’ οποιαδήποτε άλλη εργασία, να έχεις το νου σου στο Θεό.
Μετά την προσευχή , διάβαζε για λίγο με αυτοσυγκέντρωση. Η μελέτη δεν αποσκοπεί στο φόρτωμα του μυαλού σου με διάφορες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά στην ψυχική σου ωφέλεια και εποικοδομή. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να διαβάζεις πολλά. Διάβαζε όμως με προσοχή μεγάλη και με καρδιακή συμμετοχή.
“Τί να διαβάζω;”, θα με ρωτήσεις. Μόνο πνευματικά βιβλία ,φυσικά. Η προσεκτική ανάγνωση τέτοιων βιβλίων εμπνέει την ψυχή περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο. Αν πάντως, στη διάρκεια της μελέτης γεννιέται ο πόθος της προσευχής, ν’ αφήνεις το βιβλίο και να προσεύχεσαι .
Θα διαβάζεις, λοιπόν, θα προσεύχεσαι, θα κάνεις μετάνοιες. Και μ’ όλα αυτά, ωστόσο, δεν θα μπορέσεις να κρατήσεις το νου και την καρδιά σου σε κατάσταση συνεχούς και έντονου αγώνα. Είναι αναπόφευκτο να κουράζεσαι. Τότε, όπως σου είπα, θα ασχολείσαι με κάποια πρακτική εργασία.
Σκέφτεσαι, καθώς μου γράφεις, να μειώσεις την ποσότητα του καθημερινού σου φαγητού. Σωστή κι ωφέλιμη η σκέψη σου∙ σωστή, γιατί το σώμα, που με τις παρεκτροπές του σε αναγκάζει να μετανοείς, οφείλει να καταβάλει στη διάρκεια της Σαρακοστής τους μόχθους που του αναλογούν∙ και ωφέλιμη, γιατί με τη νηστεία το σώμα δουλαγωγείται, ο νους καθαρίζεται, η καρδιά μαλακώνει, τα πάθη νεκρώνονται. Μόνο μην το παρακάνεις. Ήδη τρως τόσο λίγο. Πρέπει να έχεις δυνάμεις ,για να στέκεσαι στην εκκλησία και για ν’ αγωνίζεσαι στο σπίτι. Κοίτα να τρως τόσο, όσο χρειάζεται για να μην εξασθενήσεις.
Καλό θα ήταν επίσης , να μείωνες λίγο το χρόνο του ύπνου και της αναπαύσεώς σου. Είναι μία θυσία για σένα, αλλά κάθε λογής θυσία ταιριάζει σ’ αυτή την περίοδο .
Και με τις συζητήσεις τί θα γίνει; Τη Σαρακοστή τουλάχιστον, οι συζητήσεις με τους άλλους ας περιοριστούν σε πνευματικά θέματα. Ακόμα καλύτερες είναι οι κοινές πνευματικές αναγνώσεις, που δίνουν αφορμές για την ανταλλαγή εποικοδομητικών σκέψεων και για την εξαγωγή ωφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αυτό τον σκοπό είναι οι Βίοι των Αγίων. Αρκετά έγραψα. Θα προσθέσω ό,τι άλλο χρειάζεται αργότερα.
«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000
Πηγή: hellas-orthodoxy.blogspot.gr

Το Τυπικό κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή


Το Τυπικό κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Στην περίοδο αυτή πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Δηλ. στις πέντε νηστίσιμες ημέρες της εβδομάδας, (Δευτέρα έως Παρασκευή), δεν εφαρμόζεται το καθιερωμένο τυπικό: Το πρωί ακολουθία του Μεσονυκτικού και Όρθρου με ή χωρίς Θεία Λειτουργία και το απόγευμα ή ακολουθία του Εσπερινού.
Αιτία των αλλαγών είναι οι νέες ακολουθίες που προστίθενται στην περίοδο αυτή: Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που συνήθως τελείται Τετάρτη και Παρασκευή, οι Χαιρετισμοί και το Μέγα Απόδειπνο.
Έτσι παρουσιάζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Το πρωί της Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης τελούνται:
1) Μεσονυκτικό και Όρθρος,
2) Οι Ώρες (Α’, Γ’, ΣΤ’ και Θ’),
3) Ο Εσπερινός του απογεύματος (στον οποίο, φυσικά, τιμάται ο Άγιος της επόμενης ημέρας).
β. Το πρωί της Τετάρτης και Παρασκευής τελούνται όλα τ’ ανωτέρω και στον Εσπερινό επισυνάπτεται και η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
γ. Εάν η Προηγιασμένη πρόκειται να τελεσθεί το απόγευμα, τότε η πρωινή ακολουθία αρχίζει κανονικά, σταματά όμως στην ΣΤ’ Ώρα και γίνεται απόλυση.
δ. Η Προηγιασμένη το απόγευμα αρχίζει με την Θ’ Ώρα, (κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λειτουργός «παίρνει καιρό», με διαφορετικό τυπικό και ενδύεται πλήρη στολή) και μετά την απόλυση (της Θ’ Ώρας), συνεχίζει με το «Ευλογημένη η Βασιλεία…» οπότε αρχίζει ο Εσπερινός με την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
ε. Το απόγευμα των τεσσάρων πρώτων ημερών (Δεύτερα έως Πέμπτη), στη θέση του Εσπερινού τελείται το Μέγα Απόδειπνο.
στ. Εάν το απόγευμα της Τετάρτης τελεσθεί η Προηγιασμένη, το Μέγα Απόδειπνο τελείται συνήθως μετά τη Θεία Λειτουργία (των Προηγιασμένων Δώρων).
ζ. Το εσπέρας της Παρασκευής των πέντε πρώτων εβδομάδων, τελείται στους Ναούς ακόμη μία νέα Ακολουθία: η προσφιλής στο λαό μας ακολουθία, των Χαιρετισμών της Παναγίας στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, κάθε φορά με μία «Στάση», και την πέμπτη εβδομάδα όλες οι Στάσεις μαζί – ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος.
Το πλήθος αυτό των Ακολουθιών εναρμονίζεται με το Ορθόδοξο λατρευτικό πνεύμα που θέλει τον πιστό επτάκις της ημέρας να αινεί τον Θεό (Ψαλμ. ριη’, 164), αλλά έρχεται στην καθημερινή πράξη και ζωή σ’ αντίθεση με το σύγχρονο πνεύμα του κόσμου, σύμφωνα με το όποιο ο άνθρωπος όχι μόνο δεν έχει ελεύθερο χρόνο, άλλ’ ούτε και την ανάλογη διάθεση…
Η Εκκλησία πάντως την περίοδο αυτή, γνωρίζοντας την κατάσταση του ανθρώπου, τον βοηθά να βρει το δρόμο του προσφέροντας του τη λύση της συχνότερης συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή. Όποτε ευκαιρεί και μπορεί να εξοικονομεί κάποιο χρόνο, να τον διαθέτει στον Θεό και να παρακολουθεί κάποια από τις πολλές Ακολουθίες

Πηγή: eisagios.blogspot.gr

Ο Αγώνας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής Ομιλία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου



Ομιλία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Αυτές τις ημέρες εισερχόμεθα στο μεγάλο πνευμα­τικό στάδιο της ευλογημένης Αγίας Τεσσαρακοστής. Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μία περίο­δος κατανυκτική, περίοδος για μετάνοια, για δάκρυα, για αλλαγή του ανθρώπου, για ένα καινούργιο σταθμό στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία μας σαν στοργική μητέρα φροντίζουσα για τα παιδιά της, τους χριστιανούς, ώρισε αυτόν τον χρόνο της Τεσσαρακοστής σαν χρόνο ιδιαίτερα αγωνιστικό, για να τα βοηθήση να αγνισθούν περισσότερο, να καθαρισθούν και να οικειωθούν με τον Θεό, για να αξιωθούν να εορτάσουν την μεγάλη ημέρα της λαμπράς Αναστάσεως.
Πάντοτε οι χριστιανοί και ιδιαίτερα οι μοναχοί πρόσεχαν πολύ αυτό το πνευματικό στάδιο και το θεωρούσαν πολύ ιερό, διότι είναι μία περίοδος, που προβλέπει τόσο ψυχικούς όσο και σωματικούς αγώνες. Είναι ο αγώνας της νηστείας, ο αγώνας της αγρυπνίας, ο αγώνας της καθάρσεως και ο αγώνας στα πνευματικά καθήκοντα, που είναι πολύ περισσότερα από τις άλλες περιόδους του χρόνου. Γίνεται μία ανασυγκρότησις πνευματική και ο άνθρωπος δίνει μία μεγαλύτερη προσοχή στη φωνή της συνειδήσεως, προκειμένου να διορθώση ό,τι ίσως έχει παραμελήσει και να βελτιωθή ψυχικά.
Η Εκκλησία μας μας βοηθεί τόσο με τα διάφορα κατανυκτικά τροπάρια και τις ακολουθίες όσο και με κατηχήσεις, για να μας αλείψη και να μας κάνη αγωνιστικούς για την κάθαρσι της ψυχής μας.
Έχουμε τις κατανυκτικές εσπερινές Θείες Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων. Η Προηγιασμένη Λειτουργία είναι πολύ ωφέλιμη. Εκείνο το Χερουβικό της είναι γεμάτο από πνευματικότητα, από θεωρία κι από αγγελική παρουσία. Γι' αυτό πρέπει, ιδιαίτερα στις λειτουργίες αυτές τώρα τη Μ. Σαρακοστή, να προσερχώμεθα με μεγαλύτερη κατάνυξι. Εμείς οι οποίοι κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας, πόσο πρέπει να είμεθα αγνοί και καθαροί, πόσο πρέπει ψυχοσωματικά να είμεθα εντάξει, για να επιδράση η θεϊκή χάρι στην ψυχή και στο σώμα μας! Δια τούτο η ζωή μας πρέπει να είναι πολύ προσεκτική. Τόσο στο κελλί μας όσο και στην εκκλησία πρέπει να βρέχουμε το πρόσωπό μας με δάκρυα, για να πλύνουμε έτσι την ψυχή μας, για να γίνη άξια να κοινωνήση. Βέβαια πολλές φορές ο διάβολος μας κάνει ακατάνυκτους. και πρώτον εμένα. Κι έτσι δεν μπορούμε να έχουμε δάκρυα και πολλές φορές μας βάζει κακούς λογισμούς. Τους κακούς λογισμούς με τις ανάλογες αμαρτωλές εικόνες πρέπει αμέσως να τους διώχνουμε, μόλις εμφανίζονται. Κι όταν έχουμε κακούς λογισμούς ή είναι ψυχρή η ψυχή μας με κάποιον αδελφό, να μην προσέλθουμε στον Θεό της αγάπης τον τόσο Αγνό και Άγιο.
Όλη αυτήν την περίοδο σε κάθε ακολουθία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λέγεται η ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, που είναι η εξής: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιέργειας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως. πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Με τα λόγια αυτά προσπαθεί ο Άγιος να μας δώση να καταλάβουμε πολύ καλά, ότι εκτός των άλλων αρετών, χρειάζεται προσοχή ιδιαίτερα στην τελευταία περίπτωση της αυτομεμψίας και της κατακρίσεως του αδελφού και ότι χωρίς αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας δεν πρόκειται να κάνουμε ούτε την ελαχίστη προκοπή προς την πνευματική μας κάθαρσι. Όταν δεν προσέχουμε τις σκέψεις, τα λόγια και την καρδιά μας, η νηστεία δεν ωφελεί. Ωφελεί η νηστεία, όταν συντρέχη και η αγάπη προς τον πλησίον μας και δεν κα­τακρίνουμε τους άλλους. Όταν δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας και καταδικάζουμε τον εαυτό μας, μας χαρακτηρίζει αγάπη προς τον πλησίον και αγάπη προς την ψυχή μας, φροντίδα για την κάθαρσι και την εκπλήρωσι της μεγάλης εντολής της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Η αγάπη προς τον Θεό και τον αδελφό είναι οι δύο μεγάλες αρετές, που στηρίζουν όλο το πνευματικό οικοδόμημα, διότι εάν λείψουν αυτές, όλες οι άλλες δεν έχουν καμμία υπόστασι. «Ο Θεός είναι αγάπη και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α' Ιωάν. δ', 16).
Ένα άλλο θέμα, στο οποίο πρέπει να βιάζουμε τον εαυτό μας όσο γίνεται περισσότερο, είναι στην προσευχή. Να προσευχώμεθα με το όνομα του Χριστού χωρίς να αμελούμε και χωρίς να χάνουμε χρόνο. Στην κατ' ιδίαν αγρυπνία στο κελλί μας να έχουμε βία, να μην αφήνουμε τον ύπνο να μας καταλαμβάνη ή επίσης την αμέλεια και τη ραθυμία, αλλά να δίνουμε τον εαυτό μας με προθυμία στα πνευματικά. Μόλις ξυπνούμε, η ευχή να παίρνη την πρώτη θέσι και εν συνεχεία ο κανόνας, τα κομποσχοίνια μας, η μελέτη και η θεωρία του Θεού. Στην εκκλησία να πηγαίνουμε με πολλή προθυμία κι έτσι να διανύσουμε το στάδιο αυτό με όσο γίνεται μεγαλύτερη απόδοσι.
Επίσης η νηστεία μαζί με τον σωματικό κόπο βοηθεί στη συγχώρησι των αμαρτημάτων και στη κά­θαρσι. «Ίδε την ταπείνωσί μου και τον κόπο μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου» (Δες τον κόπο μου, Θεέ μου, και την ταπείνωσί μου, γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς εσένα και συγχώρησέ μου τα όσα σου έχω κάνει). Όταν κοπιάζουμε με τη νηστεία, με τις γονυκλισίες, με τις προσευχές, με τον κόπο της καρδιάς και του νοός, αυτός ο κατά Θεόν κόπος είναι άγιος και έχει πολύ μισθό από τον Θεό, γιατί αξιώνει τον άνθρωπο στεφάνου και δόξης και τιμής. Τα δαιμόνια φοβούνται πολύ τη νηστεία, διότι η νηστεία είναι ο καθαιρέτης αυτών. «Το γένος τούτο (δηλαδή το γένος των δαιμόνων) ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία», είπε ο Κύριος (Ματθ. ιζ' 21). Γι' αυτό οι άγιοι πατέρες, πάντα, κάθε έργο κατά Θεόν το ξεκινούσαν με νηστεία. Πίστευαν ότι η νηστεία είναι πολύ ισχυρή και έλεγαν ότι το Πνεύμα το Άγιον δεν επισκιάζει, όταν ο άνθρωπος είναι εμπεπλησμένος τροφής και το στομάχι του γεμάτο. Αλλά και κάθε χριστιανός, που επιθυμεί την κάθαρσι, πρέπει να ξεκινήση από το θεμέλιο, το οποίον είναι η νηστεία, η προσευχή και η νήψις. Όταν σμίξουν νηστεία, προσευχή και νήψις, τότε ο άνθρωπος έρχεται εις μέτρον μέγα.
Παλαιότερα οι πατέρες είχαν μία αγία συνήθεια. Παραμονές της Σαρακοστής έφευγαν από τα μοναστήρια και προχωρούσαν στη βαθύτερη έρημο, όπου ζούσαν με πολλή άσκησι μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου, οπότε επέστρεφαν, για να γιορτάσουν όλοι μαζί την Κυριακή των Βαΐων. Άλλοι έπαιρναν μαζί τους ωρισμένες βασικές τροφές και άλλοι έτρωγαν μόνο χόρτα, για να αγωνισθούν περισσότερο μέσα στην έρημο. Εν συνεχεία τη Μεγάλη Εβδομάδα την περνούσαν όλες τις ημέρες μέσα στην εκκλησία, διαιτώμενοι καθημερινά με ένα κομματάκι παξιμάδι και λίγους ξηρούς καρπούς. Είχαμε την ευλογία και τη χάρι να γνωρίσουμε ανθρώπους ασκητικούς, οι οποίοι όχι μόνον την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά και όλο το χρόνο βρισκόντουσαν με νηστεία και ά­σκησι.
Ο μακαριστός μου Γέροντας, ο Γέρων Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης -επειδή ζούσε μέσα σε σπηλιές, όπου και τον συνάντησα κι εγώ- τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έκανε πολύ-πολύ αυστηροτάτη νηστεία. Βέβαια μας την επέβαλε κι εμάς. Από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή, τις πέντε ημέρες της εβδομάδος δεν υπήρχε φαγητό, παρά μόνον 25 δράμια αλεύρι, που το κάναμε κουρκούτι με νερό σκέτο. Αυτό ήταν. Ένα πιατάκι όλο το εικοσιτετράωρο. Και συγχρόνως εργασία την ημέρα με τα φορτία στην πλάτη και όλη τη νύχτα πλήθος, εκατοντάδες μετάνοιες και ώρες προσευχής. Κι όλα αυτά με σκοπό να αγνισθή ο έσω άνθρωπος, να γίνη πιο καθαρός, πιο τίμιος στα μάτια του Θεού, για να αποκτήση παρρησία στον Θεό και να προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη από τις προσευχές των αγίων και ιδιαίτερα των ασκητών. Ο Μέγας Αντώνιος με τις προσευχές του εστήριζε όλη την οικουμένη.
Βέβαια τον αγώνα της νηστείας πρέπει να τον κάνουμε κατά δύναμιν, με διάκρισι, διότι δεν είμεθα όλοι το ίδιο. «Το καλόν εάν μη καλώς γένηται, ουκ έ­στι καλόν». Δηλαδή το καλό, εάν δεν γίνη καλώς, στον τρόπο, στη μέθοδο, στον χρόνο, στην ποσότητα, χωρίς διάκρισι, δεν θα φέρη καλό, θα φέρη κακό. Η νηστεία είναι μεν αναγκαιοτάτη, είναι καλό, αλλά είναι μέσον δεν είναι ο σκοπός. Τα μέσα έχουν σκοπό και ο σκοπός είναι η ταπείνωσις. Γι' αυτό πρέπει να ρυθμίζουμε τα πάντα μας σύμφωνα με τη διάκρισι του πνευματικού, του φωτισμένου διά του Αγίου Πνεύματος. Ο πνευματικός θα σου πη πόσο θα νηστέψης, πότε θα κοινωνήσης, πώς θα χτυπήσης τον εχθρό, τί πρέπει να κάνης εδώ, τί εκεί. κι έτσι με τη διάκριση του πνευματικού ρυθμίζεις τον εαυτό σου. Να μη κάνουμε κάτι πέραν του δέοντος, χρειάζεται μέτρο σε όλα, διότι η αμετρία ακυρώνει την ωφέλεια. Λοιπόν η νηστεία είναι αγία, αλλά είναι μέσον. Θα τη ρυθμίσουμε βάσει του πνευματικού και των ψυχοσωματικών δυνάμεών μας. Αρκεί να υπάρχη η προαίρεσις. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι υπάρχει τόση διαφορά στην αντοχή των σωμάτων των ανθρώπων, όση του σιδήρου από το χόρτο.
Η Αγία Συγκλητική αρρώστησε στα τελευταία της από φυματίωσι λάρυγγος. Είχε σαπίσει μέσα ο λάρυγγάς της, ο ευλογημένος, που πάντα λαλούσε τον λόγο του Θεού. Το στόμα της είχε σώσει ψυχές αναρίθμητες. Ο διάβολος ζήτησε την άδεια να τη δοκιμάση κι ο Θεός επέτρεψε να την πλήξη με τη φυματίω­σι. Από τη σαπίλα είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο δυσωδίας, ώστε δυσκολευόντουσαν ακόμη και οι μοναχές της να την εξυπηρετούν. Μεταχειριζόντουσαν δυνατά αρώματα, για να της προσφέρουν λίγα λεπτά ανακουφίσεως στην ασθένειά της. Αυτό το στόμα, που όταν ήταν υγιές, λαλούσε και ωφελούσε, κατόπιν όταν αρρώστησε, εκήρυττε δυνατώτερα. Τί έλεγε ένα στόμα σιωπηλό και σαπισμένο; Εκήρυττε άφωνα τη μεγάλη υπομονή και την καρτερία στη δοκιμασία του Θεού. Έκανε τιτάνιο αγώνα, για να αντιμετωπίση τον διάβολο της ανυπομονησίας, του γογγυσμού, του κόπου και του μόχθου της ασθενείας. Τί της χρειαζόταν τότε η νηστεία; Γι' αυτό λογίζεται ακούσια άσκησις η ασθένεια. Άλλος έχει καρκίνο, άλλος έχει ζάχαρο, άλλος έχει πολλά άλλα προβλήματα υγείας, που τον ταλαιπωρούν. Πώς αυτοί οι άνθρωποι θα αγνισθούν; Πώς θα δουν το φως του Θεού; Θα το δουν με την υπομονή και την ευχαριστία στον Θεό. Η υπομονή και η ευχαριστία αναπληρώνουν τη νηστεία, που λόγω της ασθενείας δεν μπορούν να κάνουν και αγωνίζονται δέκα φορές περισσότερο, παρά αν νήστευαν.
Την περίοδο αυτή πρέπει ιδιαίτερα να αγωνισθού­με να αγνίσουμε τον εαυτό μας. Από την ασκητική παράδοσι έχουμε τους ασκητάς, που όλη τους τη ζωή την πέρασαν στην έρημο, στους κόπους, στους μόχθους, με νηστείες, με δάκρυα, με χαμαικοιτία και με κάθε άλλη απολαυστική στέρησι. Και όλος αυτός ο κόπος μαζί με τον αγώνα της ψυχής, με τους ποικίλους λογισμούς επάνω στην επανάστασι των επιθυ­μιών, γέννησαν τον αγιασμό. Έτσι και κάθε χριστιανός, ο οποίος δεν είναι μοναχός, αλλά θέλει να ζήση την κάθαρσι, έχει το δικαίωμα να κοπιάση και να μην υστερηθή το μισθό του κόπου του. Η αγνότητα έχει μεγάλη παρρησία ενώπιον του Θεού, διότι και ο Θεός αγνός είναι και η Παναγία μας αγνοτάτη υπήρξε και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εν παρθενία διετηρήθη και τόσοι άλλοι άγιοι. Όλη η ομορφιά της Εκκλησίας στην αγνότητα και στην καθαρότητα στηρίζεται. Όταν η καρδιά μας είναι καθαρή και όμορφη, ευωδία κι ομορφιά θα σκορπίση. Αντίθετα ο άνθρωπος, που έχει βρωμιά στην καρδιά του, θα τη βγάλη προς τα έξω. Ας αγωνισθούμε να καθαρίσουμε το εσωτερικό του ποτηρίου μας, την καρδιά μας, για να είμαστε στα μάτια του Θεού καθαροί κι ευάρεστοι.

Έχουμε παραδείγματα από την Εκκλησιαστική Ιστορία πολλών ανθρώπων στον κόσμο, που ευαρέστησαν τον Θεό κι έγιναν μεγάλοι.

Ο Αββάς Παφνούτιος, ασκητής με μεγάλα χαρίσματα, κάποτε προσευχήθηκε στον Θεό και είπε:
-Θεέ μου, με ποιον με έχεις κατατάξει; Με ποιον είμαι ίσος, με ίδιο μέτρο στην αρετή;
Κι ακούει φωνή που του λέει:
-Κάτω στην Αλεξάνδρεια υπάρχει ένας φτωχός άνθρωπος, ένας τσαγκάρης μέσα σ' ένα υπόγειο. Μ' αυτόν είσαι στο ίδιο μέτρο αρετής.
-Εγώ ασκητής, από παιδί στην έρημο, είμαι ίσος μ' ένα λαϊκό άνθρωπο, μ' ένα παντρεμένο;
-Ναι μ' αυτόν είσαι ίσος.
Την άλλη μέρα ο άγιος παίρνει το ραβδάκι του, το τορβαδάκι του, βάζει λίγο παξιμάδι και τραβάει για την Αλεξάνδρεια. Κατεβαίνει στην πόλη, πάει και βρίσκει τον κοσμικό και του λέει:
-Χριστιανέ μου, τί κάνεις εδώ;
-Τί να κάνω Πάτερ, αμαρτωλός άνθρωπος είμαι. Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου.
-Μπορούμε να μιλήσουμε;
-Μπορούμε.
-Ποια είναι η αρετή σου, πού εργάζεσαι;
-Εγώ αρετή; Με βλέπεις πως είμαι. Μέσα στον κόσμο ζω και συμφύρομαι. Εσείς μάλιστα, έχετε αρετές.
-Όχι, κάτι κάνεις εσύ.
-Δεν κάνω τίποτα.
-Εμένα μου το έδειξε ο Θεός και δεν μπορείς να μου πης ψέμματα. Προσευχήθηκα και μου είπε ότι είμαστε στο ίδιο μέτρο της αρετής. Δεν μπορεί να είσαι τυχαίος.
-Με συγχωρείτε, Πάτερ. εάν τούτο που γίνεται, θεωρείται ότι είναι κάτι, θα σου το πω. Εγώ παντρεύθηκα. κι από τη στιγμή που έβαλα το στεφάνι, είπα στη γυναίκα μου: «Αν μ' αγαπάς, να ζήσουμε εν παρθενία, να ζήσουμε σαν αδέλφια, για να αγωνισθούμε για τον αγιασμό της ψυχής μας». «Στέργεις;» «Στέργω». Και έκτοτε ζούμε εν αγνότητι και παρθενία.
Ο Όσιος Παφνούτιος στην έρημο με ασκητικότητα, με εγκράτεια στις αισθήσεις, προσπαθούσε να αγνίση τον εαυτό του βοηθούμενος πάρα πολύ κι από τις συνθήκες της ζωής. Ο άλλος μετά γυναικός ζούσε εν παρθενία μέσα στον κόσμο, με όλες τις προκλήσεις του κόσμου, και βοηθεία του Θεού είχε φθάσει σε μέ­τρα αγιότητος. Και ο αγώνας του ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα του ασκητού. Απόδειξι ότι ενώπιον Θεού ήταν μεγάλος.
       Στη συνέχεια συνέβη το εξής μ' αυτόν τον τσαγκάρη. Κάποια μέρα ένας χριστιανός πήγε στον Όσιο Παφνούτιο και του λέει:
-Πάτερ, εγώ με κάποιον παπά μάλωσα και δεν ξέρω, αν με καταταράσθηκε ή είπε κακό λόγο, αλλά ήδη αυτός κοιμήθηκε και δεν συγχωρηθήκαμε. Τώρα τί γίνεται;
-Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω σ' αυτήν την περίπτωσι, αλλά υπάρχει κάποιος άνθρωπος άγιος, που θα σε στείλω κι αυτός θα σε βοηθήση.
-Ποιος είναι αυτός;
-Πήγαινε κάτω στην Αλεξάνδρεια, στο τάδε μέρος, σ' ένα υπόγειο υπάρχει ένας τσαγκάρης. Πες του ότι σ' έστειλα εγώ. ανάφερε την υπόθεσί σου κι αυτός θα σε βοηθήση.
Κι ο χριστιανός είπε μέσα του: «Κύριε, ελέησον. ένας ασκητής δεν μπορεί και μπορεί ένας λαϊκός;» Αλλά για την υπακοή, πήγε τον βρήκε και του είπε την υπόθεσι. Του λέει ο τσαγκάρης:
-Για περίμενε εδώ μέχρι να νυχτώση.
Περίμενε, νύχτωσε και τον παίρνει μαζί του και πάνε έξω από την εκκλησία της πόλεως. Του λέγει:
-Περίμενε εδώ.
Πηγαίνει ο τσαγκάρης μπροστά στη μεγάλη πόρτα της εκκλησίας, την σταυρώνει αυτός ο άγιος κι αγνός χριστιανός, κι ανοίγει μόνη της. Μέσα η εκκλησία ήταν φωτοστόλιστη κι ακούγονταν ψαλμωδίες ουράνιες. Μπαίνει μέσα και κοιτάζει και βγαίνει έξω. Λέει στον άνθρωπο:
-Για πήγαινε μέσα και κοίταξε δεξιά-αριστερά στους χορούς. θα δης τον ιερέα εκεί;
Πηγαίνει μέσα βλέπει και βγαίνει λέγοντας:
-Ναι είναι στον αριστερό χορό και ψάλλει.
-Έλα μαζί μου.
Μπαίνουν μέσα και πάει ο άγιος χριστιανός μπροστά και λέει στον ιερέα:
-Πάτερ, συγχώρησε τον δούλο του Θεού....... γιατί έσφαλε σαν άνθρωπος. Εσύ σαν άνθρωπος άγιος δος του την συγγνώμη.
-Συγχωρημένος και λελυμένος να είσαι!
Τον παίρνει και βγαίνουν έξω και του λέει:
-Μηδαμώς να αναφέρης αυτό, που είδες, σε κένωναν. Πήγαινε στο καλό, αδελφέ μου, και σώζου.
Βλέπετε, παιδιά μου, τί κάνει ο κόπος ο ασκητικός; Τί κάνει ο αγώνας της ψυχής; Τί έκανε αυτός ο κοσμικός για να αγνίση την ψυχή του; Με το ότι είπε στην κοπέλλα, που παντρεύτηκε, να ζήσουνε σαν αδέλφια, τελείωσε το θέμα εκεί; Όχι. και νήστευαν και αγρυπνούσαν μαζί και έκαναν μετάνοιες και διάβαζαν το Ευαγγέλιο και διάβαζαν πατερικά βιβλία και πή­γαιναν στην εκκλησία και εξομολογούντο και μετελάμβαναν και έδιωχναν τις κακές σκέψεις και αγωνιζόντουσαν μεταξύ τους με κάθε προσοχή. Κι έτσι έφτασαν στην αγιότητα μέσα στον κόσμο.
Άρα κι εδώ αποδεικνύεται ότι και μέσα στον κόσμο, όταν ο χριστιανός αναλάβη προαιρετικόν αγώνα, η Χάρις του Θεού δεν εξαιρεί κανέναν. Αλλά, προφάσεις προφασιζόμενοι, λέμε ότι είμεθα στον κόσμο και δεν μπορούμε. Μας νικάει η επιθυμία. Τί χρειαζόμεθα; Τον αγώνα αυτόν τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό. Δηλαδή τις σκέψεις να κυβερνήσουμε. Έρχονται οι σκέψεις, οι φαντασίες της αμαρτίας, οι εικόνες, τα πρόσωπα, τα είδωλα και οι σκηνές. Να τα καταδιώκουμε αμέσως με το. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν προσέχη ο νους να μη τα δέχεται όλα αυτά και έχη το θείον όπλο, το Όνομα του Χριστού, τότε σκοτώνεται κάθε ενάντιος εχθρός της ψυχής μας, που λέγεται διάβολος, που λέγεται αισχρή φαντασία, που λέγεται αισχρός λογισμός. Τότε, όταν έτσι φυλάγουμε την ψυχή μας, το νου και την καρδιά μας, το εσωτερικό μας θα διατηρηθή καθαρό κι αγνό.
Ας αγωνισθούμε, παιδιά μου, τώρα περισσότερο και η ωφέλεια θα είναι πολύ μεγάλη. Κανείς δεν βρίσκει Χάρι, εάν δεν κοπιάση. Κι ο γεωργός, εάν δεν γεωργίση το χωράφι του, καρπό δεν θα δη. Όταν η νηστεία μας συμπορεύεται, ενισχύεται, πλαισιώνεται με προσευχή, με μελέτη, με νήψι, με εκκλησιασμό, με εξομολόγησι, με θεία μετάληψι, με καλά έργα και δη ελεημοσύνη, τότε ολοκληρώνεται η ομορφιά της προετοιμασίας της ψυχής για την υποδοχή της Μεγάλης Εβδομάδος. Τότε θα νοιώσουμε τα Άγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού εντονώτερα, διότι η καρδιά μας θα μαλακώση, θα αλλοιωθή και θα γνωρίση πόσο άπειρη είναι η αγάπη του Θεού στον άνθρωπο. Τότε θα ζήσουμε μέσα μας πολύ δυνατά την Αγία Ανάστασι, θα την πανηγυρίσουμε θεοπρεπέστατα και θα συνεορτάσουμε μαζί με τους αγγέλους το Άγιον Πάσχα. Αμήν.

(Ομιλία σε Ιερά Μονή)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ο Αγώνας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής Ομιλία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου



Ομιλία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Αυτές τις ημέρες εισερχόμεθα στο μεγάλο πνευμα­τικό στάδιο της ευλογημένης Αγίας Τεσσαρακοστής. Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μία περίο­δος κατανυκτική, περίοδος για μετάνοια, για δάκρυα, για αλλαγή του ανθρώπου, για ένα καινούργιο σταθμό στην πνευματική ζωή. Η Εκκλησία μας σαν στοργική μητέρα φροντίζουσα για τα παιδιά της, τους χριστιανούς, ώρισε αυτόν τον χρόνο της Τεσσαρακοστής σαν χρόνο ιδιαίτερα αγωνιστικό, για να τα βοηθήση να αγνισθούν περισσότερο, να καθαρισθούν και να οικειωθούν με τον Θεό, για να αξιωθούν να εορτάσουν την μεγάλη ημέρα της λαμπράς Αναστάσεως.
Πάντοτε οι χριστιανοί και ιδιαίτερα οι μοναχοί πρόσεχαν πολύ αυτό το πνευματικό στάδιο και το θεωρούσαν πολύ ιερό, διότι είναι μία περίοδος, που προβλέπει τόσο ψυχικούς όσο και σωματικούς αγώνες. Είναι ο αγώνας της νηστείας, ο αγώνας της αγρυπνίας, ο αγώνας της καθάρσεως και ο αγώνας στα πνευματικά καθήκοντα, που είναι πολύ περισσότερα από τις άλλες περιόδους του χρόνου. Γίνεται μία ανασυγκρότησις πνευματική και ο άνθρωπος δίνει μία μεγαλύτερη προσοχή στη φωνή της συνειδήσεως, προκειμένου να διορθώση ό,τι ίσως έχει παραμελήσει και να βελτιωθή ψυχικά... η συνέχεια εδώ.
Ο Αγώνας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής 

Aπό την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Άγιο Πάσχα η Ορθόδοξη Εκκλησία

Aπό την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Άγιο Πάσχα η Ορθόδοξη Εκκλησία ζητά από το ποίμνιό της να τηρήσει τη θρησκευτική παράδοση και να νηστέψει. Γιατί είναι τόσο σημαντική η περίοδος αυτή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;
Είμαστε στα πρόθυρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της Αγιότερης περιόδου της Εκκλησίας, η οποία μας προετοιμάζει για το Άγιο Πάσχα. Λέγεται Τεσσαρακοστή γιατί διακρίνεται από τη Μεγάλη Εβδομάδα. Με 40 μέρες, ξεκινά από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή του Λαζάρου.Την Παρασκευή του Λαζάρου συμπληρώνεται η Τεσσαρακοστή, παρεμβάλλεται το διήμερο της Ανάστασης του Λαζάρου και της Κυριακής των Βαΐων και ύστερα ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα.Είναι μια περίοδος εντατικής προσευχής, νηστείας και προσπάθεια κατάκτησης της αρετής, για να μπορέσουμε επάξια να προσκυνήσουμε το Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού.
        Γιατί η «Σαρακοστή», όπως ονομάζεται, να έχει σαράντα ημέρες, δηλαδή αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου;
Γιατί διαλέχτηκε να είναι 40 ημέρες η Τεσσαρακοστή, υπάρχουν δύο λόγοι. Ήταν, πρώτα, πρότυπα αγιογραφικά. Ο Μωυσής νήστεψε 40 μέρες για να παραλάβει τις Πλάκες του Νόμου, ο Ηλίας 40 ημέρες πάλι νήστεψε για να μπορέσει να αποκλείσει τον ουρανό από τη βροχή και μετά να φέρει βροχή στη γη, και έτσι οι 40 μέρες είναι αγιογραφικά.
Και ο Χριστός μετά τη βάφτισή του νήστεψε 40 μέρες. Έχει, όμως, και έναν άλλο λόγο. Οι Εβραίοι υποχρεώνονταν να δίνουν την δεκάτη, δηλαδή το 1/10 της περιουσίας, που αποκτούσαν όλη τη χρονιά, για τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά. Εμείς, που είμαστε ο νέος Ισραήλ της χάριτος, δίνουμε κάτι πολύ πιο σημαντικό, δίνουμε το 1/10 της ζωής μας. Από τις 365 μέρες του χρόνου, οι 40 ημέρες αυτής της περιόδου είναι μια αφιέρωση προς τον Θεό. 

       Τι είναι η νηστεία του Πάσχα για την Ορθόδοξη Εκκλησία;
Η νηστεία είναι ένα μέσο που μας βοηθά στο να κατακτήσουμε την αρετή. Είναι παρεξηγημένος θεσμός η νηστεία και από αυτούς που νηστεύουν και από αυτούς που δεν νηστεύουν. Αυτοί που δεν νηστεύουν δεν διαβλέπουν κανένα όφελος από την νηστεία, γι’ αυτό και την κατάργησαν. Το πόσο καταργήθηκε, μπορούμε να το δούμε την εβδομάδα της Τυρινής.Πόσοι αποφεύγουν το κρέας; Ή ακόμα τη Δευτέρα της Καθαράς, που για την Εκκλησία μας έχει το ίδιο βάρος με την Αγία Παρασκευή, γιατί είναι η πρώτη μέρα που ζει ο άνθρωπος μακριά από τον παράδεισο.
Επομένως, είναι μέρα πένθους. Την Καθαρά Δευτέρα, λοιπόν, οι άνθρωποι βγαίνουν στους αγρούς. Δεν τρώνε, όμως, όλοι ελιά. Πολλοί είναι αυτοί που ψήνουν και κρέας.Αυτό, μας δείχνει πόσο πολύ κατάργησαν οι άνθρωποι τη νηστεία. Αυτοί δεν διαβλέπουν κανένα νόημα στη νηστεία. Και αν τους μιλήσεις για νηστεία, εισπράττεις ειρωνικά μειδιάματα.
Αλλά και αυτοί που νηστεύουν έχουν παρεξηγήσει τη νηστεία και νομίζουν ότι ο Θεός ευαρεστείται με το να απέχουμε, μικρό ή μεγάλο διάστημα, από κάποια είδη τροφίμων.
Μέσα τους υπάρχει μια αντίληψη λανθασμένη, εξωχριστιανική, ότι κάποια είδη τροφίμων δημιουργούν πνευματικό μολυσμό. Όταν προσπάθησε να εισέλθει και στον Χριστιανισμό αυτή η προσπάθεια, οι Απόστολοι αντιτάχθηκαν και την ονόμασαν διδασκαλία δαιμονίων, γιατί δεν υπάρχει κανένα δημιούργημα του Θεού που να προκαλεί μολυσμό.
Εκείνο το οποίο μολύνει τον άνθρωπο, το είπε ο Χριστός σε μιαν άλλη περίπτωση. Είπε ότι δεν είναι αυτά που τρώμε που μολύνουν τον άνθρωπο· εκείνα που μολύνουν τον άνθρωπο είναι τα λόγια μας, τα οποία προέρχονται από το μυαλό και την καρδιά μας. Επομένως, η νηστεία δεν έχει αυτό το νόημα. 
          Ποιο είναι το νόημα της νηστείας και πόσο ωφέλιμη είναι;
Η νηστεία έχει πολλούς λόγους για τους οποίους επιβλήθηκε στην Εκκλησία. Ο πρώτος λόγος είναι μια άσκηση. Είναι ένα γύμνασμα η νηστεία, δεν είναι αυτοσκοπός.Γίνεται για να ενδυναμώσει τον εαυτό μας. Η νηστεία είναι εξάσκηση, γιατί για 50 ημέρες τα γευστικά μας όργανα πιέζουν και ζητάνε διάφορες τροφές, εμείς όμως λέμε όχι.
Έτσι μαθαίνουμε να αντιτασσόμαστε στο πονηρό. Αν πετυχαίνουμε στη νηστεία και δεν πετυχαίνουμε στις πραγματικές μάχες με το πονηρό, τίποτε δεν κατορθώνουμε.Αυτοί που είναι έμπειροι στους πνευματικούς αγώνες, λένε ότι ωφελεί πάρα πολύ η νηστεία. Το ότι αυτός είναι ο σκοπός της νηστείας, δηλαδή μια άσκηση, φαίνεται και από πολλές διατάξεις που τη διέπουν.
Πρώτα απ’ όλα οι πραγματικά άρρωστοι δεν πρέπει να νηστεύουν γιατί καταστρέφουν το σώμα τους. Είναι παθοκτόνος η νηστεία και όχι σωματοκτόνος. Ένας που είναι άρρωστος, με τη νηστεία θα σκοτώσει τον ίδιο τον εαυτό του. Δεν μπορεί να χωρέσει σε πνευματικούς αγώνες ένας που θα σκοτώσει τον εαυτό του.

           Υπάρχουν μερικά συγγενικά είδη τροφής που κάποια από αυτά επιτρέπονται και κάποια απαγορεύονται, όπως π.χ. η ελιά και το λάδι. Ποιο νόημα έχει αυτό, αφού το λάδι δεν προέρχεται από ζωικό λίπος;

Τρώμε ελιές, αλλά δεν τρώμε για μερικές ημέρες λάδι. Αυτό δεν είναι γιατί έχει κάτι το λάδι, αλλά γιατί με αυτό επιτρέπονται χίλιες-δυο τροφές. Μπορείς να κάνεις όλα τα όσπρια με το λάδι, τις πατάτες και χίλια-δυο άλλα φαγητά, ενώ οι ελιές μπορούν να καταναλωθούν μόνο ως ελιές.
Και όταν η Εκκλησία εντείνει την άσκηση, απαγορεύει το λάδι για να περιορίζει τα είδη τροφών.
Όπως, επίσης, κατά τη νηστεία τρώμε ταραμά, αλλά δεν τρώμε ψάρι. Είναι λόγω της έντασης της άσκησης που επιτρέπει η Εκκλησία. Επίσης, επειδή έχει αυτό το νόημα η νηστεία, είναι άσκηση, δεν επιτρέπεται στην περίοδο νηστείας να κάνουμε πολλά είδη από νηστίσιμα φαγητά για να μας ευχαριστούν ως γεύσεις. Ούτε πολλά ούτε γευστικά. Απλώς ένα φαγητό που να σε κρατά στη ζωή.
Αυτή είναι η έννοια της νηστείας. Δεύτερος λόγος είναι ότι η νηστεία εκφράζει πάντοτε τη συντριβή μας μπροστά στο Θεό και τη μετάνοιά μας. Αν κοιτάξουμε στην Παλαιά Διαθήκη, όταν κήρυσσαν οι Προφήτες μετάνοια, ο λαός το καταλάβαινε ως νηστεία.
Στη Νινευή εστάλη π.χ. ο Ιωνάς, κήρυξε μετάνοια και οι άνθρωποι κήρυξαν αμέσως νηστεία.
Και ο βασιλιάς έβγαλε, μάλιστα, διάγγελμα, όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα. Γιατί ήταν η νηστεία είδος μετάνοιας και συντριβής. Όταν είμαστε ελεύθεροι κάνουμε ό,τι θέλουμε.
Όταν έχουμε Κύριον, υπακούμε στις εντολές Του. Υπακούοντας, λοιπόν, στην Εκκλησία και αποφεύγοντας ορισμένα φαγητά, δείχνουμε ότι δεν είμαστε αυτεξούσιοι. Συντριβόμαστε και αναγνωρίζουμε έναν Κύριον.
Είναι, λοιπόν, και ένδειξη μετάνοιας. Γι’ αυτό και τοποθετούνται πάντοτε οι νηστείες πριν από μεγάλα γεγονότα της θρησκείας μας. Πριν από το Πάσχα, πριν από τα Χριστούγεννα, για να μπορέσουμε να προετοιμαστούμε, με τη συντριβή και τη μετάνοιά μας, για να γιορτάσουμε αυτό το γεγονός. 
       Ποιες άλλες αρετές πρέπει να συνοδεύουν τη νηστεία, για να φθάσει ο άνθρωπος στη μετάνοια, όπως προαναφέρατε;
Την ακολουθούν και άλλες αρετές. Λέει ο Μέγας Βασίλειος, «αληθής νηστεία η των παθών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιά ψεύδους επιορκίας».
Πρέπει, λοιπόν, η νηστεία να συνοδεύεται από άλλες αρετές για να είναι αληθινή. Αν νηστεύω το κρέας και κατακρίνω τον κόσμο και κάνω χίλιες παρεκτροπές, τότε τίποτα δεν κατορθώνω.Η νηστεία διαλαλεί την ενότητα όλων των Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο. Όλοι νηστεύουμε για τον ίδιο σκοπό. Και την εποχή που δεν ήξεραν οι άνθρωποι Θεολογία, έλεγαν: Αυτός δεν νηστεύει, είναι Τούρκος.
Δηλαδή, διέκριναν από τις ημέρες της νηστείας μας τους Ορθόδοξους από τους μη Ορθόδοξους. Δηλώνει, επομένως, η νηστεία την ενότητα των χριστιανών. Και πολλούς άλλους λόγους έχει, όπως π.χ. εξοικονομούμε χρήματα από τα απλούστερα φαγητά, για να δίνουμε σε ελεημοσύνες.
Ο Πάφου Γεώργιος.
Romfaia.gr