Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

Ρωμανός ο Μελωδός



 
                   Ποιητής και υμνογράφος, των πρώιμων βυζαντινών χρόνων. Έζησε κατά τα τέλη του 5ου και το πρώτο μισό του 6ου αι. Η ακμή του τοποθετείται στην εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Θεωρήθηκε ο σημαντικότερος βυζαντινός υμνογράφος και χαρακτηρίσθηκε από του πρώτους σύγχρονους ερευνητές του ως «Πίνδαρος της ρυθμικής ποίησης» ή «ο μέγιστος εκκλησιαστικός ποιητής του κόσμου». Σ’ αυτόν αποδίδεται η ανάπτυξη και κατά παράδοση η «δημιουργία» του κοντακίου, ενός εκκλησιαστικού ποιητικού είδους που ο ίδιος ονομάζει «ύμνος». Το έργο του χάραξε νέους δρόμους στη βυζαντινή θρησκευτική ποίηση και λογοτεχνία γενικότερα, ενώ ξεχώριζε τόσο για την ποιότητά του όσο και για τον όγκο του. Κατά τα βυζαντινά χρόνια θεωρείτο ότι έγραψε χίλια κοντάκια και του δόθηκε ο σπάνιος και ιδιαίτερα τιμητικό προσωνύμιο «μελωδός». Από τα πιο γνωστά του έργα είναι το κοντάκιο των Χριστουγέννων. Αγιοποιήθηκε από την εκκλησία και η μνήμη του τιμάται ως οσίου την 1 Οκτωβρίου.

2. Πηγές για τη ζωή και το έργο του Ρωμανού
 
            Για τη ζωή και το έργο του Ρωμανού αντλούμε στοιχεία κατά βάση από κείμενα αγιολογικού χαρακτήρα που διακρίνονται σε τέσσερις ομάδες: α) από τα συναξάρια και ειδικά από το λεγόμενο Συναξάρι Κωνσταντινουπόλεως και το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄, και τις διάφορες παραλλαγές τους (περίπου δέκα), ενώ φαίνεται όλοι οι συναξαριστές να αντλούν πληροφορίες από έναν βίο του Ρωμανού που δεν μας είναι γνωστός, β) από τα υμνογραφικά έργα προς τιμή του και την ακολουθία ή τον κανόνα από τον Θεοφάνη Γραπτό (778-845), που ψάλλεται την 1η Οκτωβρίου, με ακροστιχίδα «Ρωμανόν υμνώ της μελωδίας λύραν», γ) από τις αναφορές, έστω και περιορισμένες, στο ίδιο το έργο του Ρωμανού, πρωτίστως από τις ακροστιχίδες, δ) από κάποιες περιορισμένες σε έκταση και αριθμό αναφορές σε λεξικά, επιγράμματα κλπ. Οπωσδήποτε οι παραπάνω αγιολογικές πηγές δεν μπορούν να θεωρούνται ως απολύτως αξιόπιστες και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε συσχετισμό με το γενικότερο ιστορικό ή/και λογοτεχνικό πλαίσιο.
             Από το πρώτο μισό του 7ου αι. έχουμε μία είδηση, στα Θαύματα του Αγίου Αρτεμίου, ότι ο Ρωμανός «ο Σοφός» τιμάτο ως άγιος και τα κοντάκια του ήταν ευρύτερα γνωστά. Από το Συναξάρι στο κωδ. 40 του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (10-11ος αι) προκύπτει ότι η μνήμη του τελείτο στη μονή Θεοτόκου εις τα Κύρου όπου σωζόταν πιθανόν και το λείψανο του αγίου.
              Στη συνέχεια το όνομα και το έργο του Ρωμανού αναφέρεται σποραδικά, ενώ οι σχολιαστές της εκκλησιαστικής ποίησης κατά την περίοδο 11ο-12ο αι., όπως ο Ζωναράς (τέλη 11-α΄μισό 12) κ.ά, δείχνουν να αγνοούν την ύπαρξη του Ρωμανού. Χαρακτηριστικά ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος (περ. 1256-1335) παρατηρεί ότι η Εκκλησία εγκατέλειψε τους ύμνους τους Ρωμανού, χωρίς ωστόσο να δίνει περισσότερες πληροφορίες και εξηγήσεις.
 
3. Βιογραφικά στοιχεία
 
            Πρακτικά για τη ζωή του Ρωμανό δεν έχει διασωθεί καμία ρητή και άμεση χρονολογική αναφορά. Αξιοσημείωτη είναι και έλλειψη βιογραφίας ή εκτενούς αναφοράς στο βίο και στο έργο του από τους συγχρόνους ή τους μεταγενεστέρους λόγιους και συγγραφείς. Οι μεταγενέστερες αγιολογικές διηγήσεις που συγκροτούν τον βασικό κορμό πληροφοριών, παραλείπουν τα στοιχεία πραγματολογικού χαρακτήρα και εστιάζουν στο θρησκευτικό ήθος του ποιητή και το χάρισμά του.
                Οι συναξαριστικές πηγές μας δίνουν την εξής εικόνα για τον Ρωμανό. Καταγόταν από την Έμεσα της Συρίας και ήταν εξελληνισμένος Σύρος. Ο Θεοφάνης Γραπτός αναφέρει ότι ο Ρωμανός είναι «γένος μεν εξ Εβραίων, τον δε είχε εδαρίαον», αλλά δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις που να επιτρέπουν να αποδεχθούμε ότι ήταν εβραϊκής καταγωγής. Έλαβε τη βασική του εκπαίδευση στη γενέτειρά του και σε απροσδιόριστη χρονική υπηρέτησε ως διάκονος στον ναό της Αναστάσεως στη Βηρυτό, όπου πιθανόν συνέχισε τις σπουδές του. Στα χρόνια του βασιλείας του Αναστάσιου –όπως έχουν αποδείξει έρευνες πρόκειται για τον Αναστάσιου Α΄ (491-518)- μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε στη μονή της Θεοτόκου «εις τα Κύρου», όπου πέρασε και το υπόλοιπο της ζωής του.

Η Θεοτόκος στην Χριστουγεννιάτικη υμνογραφία του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού (Α)



Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου  (εκπαιδευτικού-χημικού)
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ  (Δεκέμβριος 2007) και αποτελεί μέρος της εργασίας μας με τίτλο-
Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ   ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ.
ΜΕΡΟΣ-Α
Το υμνογραφικό έργο του Ρωμανού του Μελωδού
Ο Ρωμανός ο Μελωδός  είναι μέχρι σήμερα το αντικείμενο της μελέτης και έρευνας πολλών σοφών της Εσπερίας, Ιταλών, Γάλλων, Άγγλων και κυρίως Γερμανών. Ένας από αυτούς τον αποκαλεί «νέο Πίνδαρο του Βυζαντίου», και άλλος ένας «τον μέγιστο εκκλησιαστικό ποιητή του κόσμου» και «πρίγκιπα των μελωδών».
Ο διάσημος βυζαντινολόγος καθηγητής Κ. Κρουμβάχερ εξέδωσε στο Μόναχο πολλά ανέκδοτα άσματα του Ρωμανού και άλλων, από χειρόγραφα της βιβλιοθήκης της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου. Με το όνομα «Κοντακάριον» βρέθηκε στην βιβλιοθήκη της Μόσχας ελληνική χειρόγραφη περγαμηνή, που περιέχει Κοντάκια και Οίκους για όλο τον ενιαυτό, αλλά όχι και όλα τα έργα του Ρωμανού.
Δεν γνωρίζουμε τα περισσότερα Κοντάκια του Ρωμανού, γιατί αυτά αντικαταστάθηκαν από τους Κανόνες. Σε χρήση, όμως, παρέμεινε ο περιώνυμος του Ρωμανού ύμνος στην Γέννηση του Χριστού, του οποίου η πρώτη  στροφή είναι το γνωστό Κοντάκιο των Χριστουγέννων και το οποίο μέχρι τον ΙΒ’ αιώνα ψαλλόταν κάθε χρόνο σε επίσημα γεύματα από τους ενωμένους χορούς των λεγομένων Αγιοσοφιτών και Αποστολιτών. Σύμφωνα με την συναξαριακή παράδοση, συνέθεσε πάνω από χίλιους ύμνους. Σήμερα γνωρίζουμε 85 πλήρεις ύμνους (κοντάκια) και μερικά μικρά ποιήματα (σπαράγματα).
«Ο Ρωμανός ήταν μέσα στην Χάρη και ο, τι έγραφε ήταν τέλειο», είπε κάποτε ο Γέροντας Πορφύριος.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι’ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από θρησκευτική η λογοτεχνική άποψη αλλά και ιστορική και λαογραφική. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφο και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία, επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτό γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική, όπως παραδέχονται ειδικοί.
Οι μελετητές του έργου του εξαίρουν την ποιητική του δύναμη, την πρωτότυπη και ανεξάντλητη στιχουργική του ικανότητα, στοιχεία που γίνονται ιδιαίτερα αισθητά στους ύμνους της Γεννήσεως του Χριστού. Ο Ρωμανός συνέθεσε τρία Κοντάκια για το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως. (το τρίτο αναφέρεται στα Άγια Νήπια).

Το πρώτο Κοντάκιο των Χριστουγέννων
Ο πρώτος ύμνος, αληθινά αριστουργηματικός, έχει ως θέμα του την Ενανθρώπιση του Θεού. Έχει την χαρακτηριστική ακροστιχίδα «Του ταπεινού Ρωμανού ύμνος» και ψάλλεται την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού. Αποτελείται από το προοίμιο «Η Παρθένος σήμερον», εικοσιτέσσερις οίκους, με δέκα στίχους ο καθένας, με εφύμνιο κάθε οίκου το «..παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Στη σημερινή λειτουργική πράξη από τον ύμνο αυτό ψάλλεται μόνο το προοίμιο «Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει» και αναγιγνώσκεται μετά την στ’ ωδή του κανόνος ο Α’ οίκος: «Την Εδέμ Βηθλεέμ ήνοιξε, δεύτε ίδωμεν»

Ρωμανός ο Μελωδός


Ρωμανός ο Μελωδός
Roman the Melodist.jpg
Ο Άγιος Ρωμανός
Γέννηση περ. 496, Έμεσα Συρίας
Κοίμηση περ. 560, Κωνσταντινούπολη
Εορτασμός 1η Οκτωβρίου
Σημαντικές ημερομηνίες
Τίτλος Πρεσβύτερος, Μοναχός, Άγιος

Ο Ρωμανός ο Μελωδός (περ. 496-560) είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της. Με το Ρωμανό αρχίζει και ο «χρυσούς αιώνας» της Εκκλησιαστικής ποίησης. Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρου. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου, η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον / τὸν ὑπερούσιον τίκτει / καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον / τῷ ἀπροσίτω προσάγει...».
Σύμφωνα με το συναξαριστή του ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Τα θέματα που συνέγραψε χαρακτηρίζονται για την ποικιλία τους. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνώριζε τον τρόπο να προσδίδει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά άσματα που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς. Το άχαρο αλλά και αχάριστο πολλές φορές υλικό του (γεγονότα και βίος Αγίων) μπορούσε να το μετατρέψει σε ζωντανό δραματικό πίνακα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο. Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από Θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του είναι απλή και χωρίς στόμφους. Όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία αυτό συμβαίνει από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων. Γενικά οι φράσεις του θα λέγαμε πως περιέχουν μια πλαστικότητα, είναι είναι μεστές νοημάτων κατά άψογη τεχνική, όπως παραδέχονται ειδικοί.

Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός - Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κύριου καὶ εἰς τὸν Θρῆνον τῆς Θεοτόκου


   
Στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ στὸ Θρῆνο τῆς Παναγίας
Προοίμιον

Τὸν δι᾿ ἡμᾶς σταυρωθέντα δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν,
αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ ξύλου καὶ ἔλεγεν,
«Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
   
Προοίμιον

Ἐκεῖνον ποὺ σταυρώθηκε γιὰ μᾶς, ὅλοι, ἐλᾶτε, ἂς δοξολογήσουμε.
Αὐτόν, λοιπόν, ἀντίκρυσε πάνω στὸ Ξύλο ἡ Μαρία κι ἔλεγε:
«Στὸ Σταυρὸ ἂν καὶ κρέμεσαι, γιὰ μένα εἶσαι
ὁ Υἱὸς καὶ Θεὸς μου».
Οἶκοι

α´
Τὸν ἴδιον ἄρνα ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα
πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον ἠκολούθει ἡ Μαρία τρυχομένη
μεθ᾿ ἑτέρων γυναικῶν ταῦτα βοῶσα,
«Ποῦ πορεύῃ, τέκνον; τίνος χάριν τὸν ταχὺν
δρόμον τελέεις;
μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ,
κἀκεῖ νυνὶ σπεύδεις, ἵν᾿ ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσῃς;
συνέλθω σοι, τέκνον, ἢ μείνω σε μᾶλλον;
δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με,
ὁ ἁγνὴν τηρήσας με,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».
   
Οἶκοι

α´
Τὸ παιδί Της ἡ Μητέρα καθὼς ἔβλεπε
νὰ Τὸ πηγαίνουν στὸ θάνατο, κατάκοπη ἀκολουθοῦσεν ἡ Μαρία
μαζὶ μ᾿ ἄλλες γυναῖκες καὶ τοῦτα ἔλεγε:
«Ποῦ πορεύεσαι, Τέκνο; Γιὰ ποιὸ λόγο βιαστικὸς τὸ δρόμο τρέχεις;
Μήπως κι ἄλλος γάμος εἶναι στὴν Κανᾶ,
καὶ γιὰ ῾κεῖ τραβᾶς ἐτώρα, κρασὶ ἀπ᾿ τὸ νερὸ γιὰ νὰ τοὺς φτιάξης;
Νὰ ῾ρθῶ μαζί Σου, Τέκνο μου, ἢ νὰ Σὲ περιμένω;
Ἕνα λόγο πές μου, Λόγε, ἐμένα ἀμίλητος μὴν προσπεράσης,
Ἐσὺ π᾿ Ἁγνὴ μὲ φύλαξες,
ὁ Υἱὸς καὶ Θεὸς μου».
β´
Οὐκ ἤλπιζον, τέκνον, ἐν τούτοις ἰδεῖν σε
οὐδ᾿ ἐπίστευόν ποτε ἕως τούτου τοὺς ἀνόμους ἐκμανῆναι
καὶ ἐκτείναι ἐπὶ σὲ χεῖρας ἀδίκως,
ἔτι γὰρ τὰ βρέφη τούτων κράζουσί σοι τὸ «εὐλογημένος».
ἀκμὴν δὲ βαΐων πεπλησμένη ἡ ὁδὸς
μηνύει τοῖς πᾶσι τῶν ἀθέσμων τὰς πρὸς σὲ πανευφημίας.
καὶ νῦν τίνος χάριν ἐπράχθη τὸ χεῖρον;
γνῶναι θέλω, οἴμοι, πῶς τὸ φῶς μου σβέννυται,
πῶς σταυρῷ προσπήγνυται
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».

Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός - Κοντάκια Εἰς τὴν Πόρνην



Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός - Εἰς τὴν Πόρνην
Εἰς τὴν Πόρνην
   
Στὴν Πόρνη
Προοίμιον Ι
Ὁ πόρνην καλέσας θυγατέραν, Χριστὲ ὁ Θεός,
υἱὸν μετανοίας κἀμὲ ἀναδείξας
δέομαι ῥῦσαί με
τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου.     Προοίμιον Ι
Ἐσύ, Χριστὲ καὶ Θεέ, ποὺ κόρη σου ἀποκάλεσες τὴν πόρνη,
κάνε κι ἐμένα γιό σου μὲ τὴ μετάνοια
καὶ σὲ παρακαλῶ ἀπάλλαξέ με
ἀπὸ τὰ ἔργα μου τὰ ἄσωτα.
Προοίμιον ΙΙ
Κατέχουσα ἐν κατανύξει ἡ πόρνη τὰ ἴχνη σου
ἐβόα σοι ἐν μετανοίᾳ τῷ εἰδότι τὰ κρύφια,
Χριστὲ ὁ Θεός,
«Πῶς σοι ἀτενίσω τῷ ὄμματι ἡ πάντας ἀπατήσασα
τῷ βλέμματι;
πῶς σὲ δυσωπήσω τὸν εὔσπλαγχνον ἡ σὲ παροργίσασα
τὸν κτίστῃ μου;
ἀλλὰ δέξαι τοῦτο τὸ μύρον πρὸς δυσώπησιν, δέσποτα,
καὶ δώρησαί μοι ἄφεσιν τῆς αἰσχύνης
τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου».     Προοίμιον ΙΙ
Κρατώντας μὲ συγκίνησι τὰ πόδια Σου ἡ πόρνη
μετανοιωμένη μίλαγε σὲ Σένα ποὺ τὰ μυστικὰ
γνωρίζεις, Χριστὲ καὶ Θεέ,
«Μὲ τί μάτια νὰ Σὲ κοιτάξω, ἐγὼ ποὺ ὅλους μὲ βλέμμα
μου στὴν ἁμαρτία ἔρριξα;
Πῶς νὰ παρακαλέσω, Σπλαχνικέ, ἐγὼ ποὺ στενοχώρησα
τὸν Πλάστη μου, Ἐσένα;
Μονάχα νὰ δεχτῆς αὐτὸ τὸ μύρο καὶ νὰ μὲ δῇς μὲ καλωσύνη, Κύριε,
καὶ συχώρεσε τὴν ἀσωτία μου
γιὰ τὴν ὁποία νοιώθω ἐντροπή.
Οἶκοι
α´
Τὰ ῥήματα τοῦ Χριστοῦ καθάπερ ἀρώματα
ῥαινόμενα πανταχοῦ βλέπων ἡ πόρνη ποτὲ
καὶ τοῖς πιστοῖς πᾶσι πνοὴν ζωῆς χορηγοῦντα,
τῶν πεπραγμένων αὐτὴ τὸ δυσῶδες ἐμίσησεν,
ἐννοοῦσα τὴν αἰσχύνην τὴν ἑαυτῆς
καὶ σκοποῦσα τὴν ὀδύνην τὴν δι᾿ αὐτῶν ἐγγινομένην,
πολλὴ γὰρ θλῖψις γίνεται τότε τοῖς πόρνοις ἐκεῖ,
ὧν εἷς εἰμι καὶ ἕτοιμος πέλω εἰς μάστιγας,
Ἂς πτοειθεῖσα ἡ πόρνη οὐκέτι ἔμεινε πόρνη,
ἐγὼ δὲ καὶ πτοούμενος ἐπιμένω
τῷ βορβόρῳ τῶν ἔργων μου.     Οἶκοι

Ρωμανού του Μελωδού Κοντάκιο «Εἰς τήν σταύρωσιν»


Οι πληροφορίες για τη ζωή του Ρωμανού του Μελωδού είναι πολύ λίγες. Η καταγωγή του και η χρονολογία της γέννησής του δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Κάποιες μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι καταγόταν από την πόλη Εμεσσήνη της Συρίας δηλαδή την σημερινή Χόμς. Η έλευσή του στην Κωνσταντινούπολη έγινε στην εποχή της Βασιλείας του Αναστασίου του Α΄ (491-518). Ο Ρωμανός είχε πρωτίστως υπηρετήσει ως διάκονος στον Ναό της Αναστάσεως της Βηρυτού.
Έζησε περίπου 30 χρόνια στην Βασιλεύουσα. Πολλές πληροφορίες αντλούμε επίσης από τους ύμνους του, για κάποια γεγονότα τα οποία έζησε κατά τη διάρκεια της ζωής του, όπως για παράδειγμα, τη στάση του Νίκα το 532, και τη δόμηση του ναού της Αγίας Σοφίας το 535[1]. Μέσα από τους ύμνους του, μπορούν να αντληθούν δογματικά στοιχεία που αφορούν στον Χριστολογικό προβληματισμό της εποχής του.
romanos
Ο Ρωμανός ανέλαβε το ποιητικό είδος του εκκλησιαστικού ύμνου και το διαμόρφωσε στην τελειότερή του μορφή. Ο ύμνος αποτελείται από τους Οίκους και το Εφύμνιο και στηρίζεται πάνω στον κανόνα της Ισοσυλλαβίας  και Ομοτονίας.
Στο Κοντάκιο, εκπρόσωπος του οποίου είναι κυρίως ο Ρωμανός ο Μελωδός, συναντώνται διαφορετικές παραδόσεις τις οποίες δυναμικά συνθέτει και προάγει σε νέα πρότυπα. Είναι λοιπόν το κοντάκιο ο καρπός μιας παράδοσης που πηγάζει από τη συριακή θρησκευτική ποίηση, αλλά έχει επιδράσεις από την αρχαία κλασική λογοτεχνία.
Ο Ρωμανός ο Μελωδός έχει συντάξει 34 ύμνους που αφορούν στον Χριστό, καθώς και πολλούς άλλους και γι’ αυτό δικαίως φέρει τους τίτλους του «Μεγαλυτέρου υμνογράφου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», του «Μεγαλυτέρου εκκλησιαστικού ποιητή όλων των εποχών», του «Δάντη των νεοελλήνων», του «Μελωδού των Μελωδών» κ.α. Η βυζαντινή υμνογραφία με τη συμβολή του έργου του μεσουρανεί. Ο Ρωμανός με την ποίησή του εξέφρασε μια αδιάλειπτη πορεία στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, η οποία δεν ξεχώρισε τα όρια του ποιητή από αυτά του Θεολόγου. Σε αυτή την ποίηση και μέσα στην λατρεία εκφράστηκε εν πρώτοις η εμπειρία της εκκλησίας και ακολούθως το δόγμα.
Οι αλήθειες της πίστης στο έργο του εκφράζονται με την μορφή διαλόγου. Η χρήση των οξύμωρων αντιθετικών σχημάτων βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση των τεχνικών όρων, που αφορούν τη χριστολογία και την οντολογική σημασία που έχει αυτή για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Κλείνοντας τα σχετικά με τον μεγάλο Μελωδό, μπορούμε να πούμε ότι εκ των γνωστών κοντακίων του πληροφορούμαστε αφ΄ ενός για την Χριστολογική πίστη στην εποχή του Ιουστινιανού, αφετέρου για τη συμβολή τους στην λατρευτική ζωή και στην καταπολέμηση της αίρεσης.

2. Γενικά για το Κοντάκιο

Σχετικά με την προέλευση του όρου Κοντάκιο υπάρχει η άποψη ότι προέρχεται από τη λέξη κοντός, γύρω από τον οποίο τύλιγαν την περγαμηνή (ειλητάριον). Όμως υπάρχει και η άποψη ότι το όνομα αυτό προέρχεται από το προοίμιο που μόνο αυτό ονομαζόταν κοντάκιο, διότι συνοπτικά, εν κοντῷ δηλαδή, έδινε το περιεχόμενο του ύμνου. Ο Παναγιώτης Χρήστου είχε την άποψη ότι το κοντάκιο σημαίνει συνοπτικό βιβλίο. Λόγω, όμως, λειτουργικών αναγκών, τα κοντάκια περικόπηκαν και διατηρήθηκε μόνο το προοίμιο και ο α’ οίκος. Έτσι, κοντάκια ονομάστηκαν οι ύμνοι στην βραχεία τους μορφή[2].
Η λέξη οίκος σημαίνει στροφή και προέρχεται από μετάφραση της αντίστοιχης συριακής λέξης. Στα κοντάκια ο αριθμός των οίκων ποικίλει. Υπάρχουν κοντάκια με 24-30 οίκους αυτό όμως δεν είναι απόλυτο, καθώς συναντώνται στον Ρωμανό τον Μελωδό και κοντάκια με 18 οίκους, όπως είναι αυτό «Εἰς τήν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ή αυτό με 40 οίκους «Εἰς τόν Ἰωσήφ».
Η σύνδεση μεταξύ των οίκων πραγματοποιείται με την ακροστιχίδα και το εφύμνιο. Ό όρος ακροστιχίδα μπορεί να είναι η αλφαβητική διάταξη των πρώτων γραμμάτων του κάθε οίκου ή μπορεί τα πρώτα γράμματα των οίκων να σημαίνουν το όνομα του ποιητή. Η ακροστιχίδα αποσκοπούσε για παράδειγμα στην διαπίστωση της γνησιότητας, ακεραιότητας και της σωστής σειράς των οίκων. Ο πρώτος οίκος του κοντακίου αποτελεί πρότυπο, όσον αφορά το μέτρο και την μουσικότητα των υπόλοιπων οίκων. Υπάρχει δηλαδή ισοσυλλαβία και ισοτονία ανάμεσα στους οίκους.
α΄
Τό – τοῦ – Χρι – στοῦ – ἰ – α – τρεῖ – ον – βλέ – πων – ἀ – νε – ῳ – γμέ  – νον (15)
            καί – την – ἐκ – τού – του – τῷ  – Ἀ  – δάμ – πη – γά – ζου – σαν – ὑ – γεί – αν (15)
ἔ – πα – θεν, –  ἐ – πλή – γη –  ὁ – δι – ά – βο – λος (11)
και –  ὡς  – κιν – δυ – νεύ  – ων – ὠ – δύ – ρε – το (10)
            και –  τοῖς –  αὑ – τοῦ – φί – λοις – ἀ – νε – βό – η – σε· (11)
«Τι –  ποι – ή – σω – τῷ – υἱ – ῷ – τῆς – Μα – ρί –  ας; (11)
Κτεί –  νει –  με –  ὁ –  Βη – θλε  – ε –  μί – της, (9)
ὁ –  παν –  τα –  χοῦ –  τά –  πάν –  τα –  πλη – ρῶν (9)


β΄
Ὁ –  κό –  σμος –  ὅ –  λος –  ἐ –  πλή – σθη –  τῶν –  αὐ –  τοῦ –  ἰ  – α – μά – των, (15)
            κἀ – γώ – τά – ἔν – δο – θεν –  πο – νῶ – μά – λι – στα –  και –  ἀ – κού – ων (15)
ὅ – τι – καί – δω – ρε – αν – ἰ – α – τρεύ – θη -σαν,  (11)
ὁ  – μέν – γάρ  – τήν – λέ – πραν – ἀ – πέ – θε- το, (10)
            ὁ –  δέ  –  καί –  τάς  – κό – ρας –  ἐ – κο – μί – σα – το, (11)
ἄλ – λος – κλί – νην – ἐ – πί – ὤ – μοι -σι – λα – βών (11)
            χο – ρεύ – ει – βο – ῶν  – “ἤ – γει – ρέ – με (9)
ὁ –  παν –  τα –  χοῦ –  τά –  πάν –  τα –  πλη – ρῶν (9)”

Ιδιόμελο ονομάζεται το κοντάκιο του οποίου η μουσική επένδυση ήταν πρωτότυπη, ο ποιητής δηλαδή επέλεγε και συνέθετε τη μελωδία πρωτοτύπως ή σύμφωνα με το μέλος παλαιοτέρων ύμνων του. Το προσόμοιο απ’ την άλλη είναι η αντιγραφή της μουσικής επένδυσης του ύμνου από άλλους ύμνους, λόγω της πενίας μουσικής εμπνεύσεως από τους κατοπινούς συνθέτες. Έτσι μπορούμε να έχουμε κοντάκια ιδιόμελα ή προσόμοια.
Τα μέρη που συνθέτουν το κοντάκιο είναι τα ακόλουθα: Το προοίμιο ή κουκούλιο, το οποίο είναι γραμμένο σε μέτρο διαφορετικό και με διαφορετική μελωδία από τα υπόλοιπα τροπάρια τα οποία έπονται. Στο προοίμιο εξυμνείται σύντομα το γεγονός και το πρόσωπο για το οποίο έχει γραφεί το κοντάκιο. Ο τελευταίος στίχος του προοιμίου ονομάζεται εφύμνιο. Το εφύμνιο επαναλαμβάνεται σε όλους τους οίκους και αποτελεί έναν ακόμη τρόπο σύνδεσης των οίκων, καθώς διατρέχει όλο το ποίημα.
staurosi-roman

3. Το κοντάκιο «Εἰς τήν Σταύρωσιν»

Εἰς τήν Σταύρωσιν [3]
Ἀκροστιχίδα: ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΑΙΝΟΣ
Ἐφύμνιο: ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
Προοιμιο: Ἰδιόμελον
 
Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα· τί καθεύδεις;
            τό τέλος ἐγγίζει, καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου
            Χριστός ὁ Θεός
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
Διάλολογος Διάβολου – Φίλων
 
Οἶκοι: Ἰδιόμελον
α΄
Τό τοῦ Χριστοῦ ἰατρεῖον βλέπων ἀνεῳγμένον
            καί τήν ἐκ τούτου τῷ Ἀδάμ πηγάζουσαν ὑγείαν
ἔπαθεν, ἐπλήγη ὁ διάβολος
καί ὡς κινδυνεύων ὠδύρετο
            καί τοῖς αὑτοῦ φίλοις ἀνεβόησε·
«Τί ποιήσω τῷ υἱῷ τῆς Μαρίας;
κτείνει με ὁ Βηθλεεμίτης,
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
 
β΄
κόσμος ὅλος ἐπλήσθη τῶν αὐτοῦ ἰαμάτων,
            κἀγώ τά ἔνδοθεν πονῶ μάλιστα καί ἀκούων
ὅτι καί δωρεάν ἰατρεύθησαν, 
ὁ μέν γάρ τήν λέπραν ἀπέθετο,
            ὁ δέ καί τάς κόρας ἐκομίσατο,
ἄλλος κλίνην ἐπί ὤμοισι λαβών
            χορεύει βοῶν “ἤγειρέ με
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν”
 
 
γ΄
μεῖς οὖν, φίλοι τῆς ζάλης καί ἐχθροί τῆς γαλήνης,
            τί συμβουλεύετε μοι νῦν ποιῆσαι τῷ τοιούτῳ;
δότε λογισμόν τῇ διανοίᾳ μου·
καί γάρ συνεχύθη, ἀπόλωλα,
            οὐδέν ἐνθυμοῦμαι, οὐ γάρ δύναμαι·
κατεπλάγην, ἠμαυρώθη μου ὁ νοῦς·
            ἐξαίφνης ἐθάμβησέ με
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
δ΄
Τοιαῦτα τότε λαλήσας πρός τούς αὑτοῦ ὁ πλάνος,
            εὐθύς ἀκούει παρ’ αὐτῶν· «Βελίαρ, μή δειλία,
θάρσησον, κραταίωσον τάς φρένας σου·
τῶν πρώτων σου καμάτων μνημόνευε·
            τά ἐν παραδείσῳ ἀνακαίνισον·
τοῖς τοῦ Κάιν ἐάν πάλιν κολληθῇς,
            ὡς Ἄβελ ἀνελεῖται δόλῳ
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
 
ε΄
κμήν εἰσίν ἐν τῷ κόσμῳ τῆς σπορᾶς τοῦ φονέως
            καί ἱερεῖς καί γραμματεῖς, Ἰούδας καί Καϊάφας·
τί ὀλιγωρεῖς ὡς ἀπερίστατος;
Ἡρώδης σου φίλος διάπυρος,
            Πιλᾶτος δέ πλέον θεραπεύσει σε
τάς ἀρχαίας ὑπουργίας σου εὑρών·
μή κλαῖε βοῶν· “ἔλυσέ με
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν”
 
 
στ΄
Πολλῶν σου γέμει δραμάτων πᾶσα ἡ οἰκουμένη·
            εἰς γενεάν καί γενεάν λαλεῖται ἡ ἰσχύς σου·
πῶς οὖν νῦν σαυτόν ἐταλαιπώρησας;
οἱ κατακλυσθέντες τοῖς ὕδασιν
            καί ἐμπρησθέντες σέ γνωρίζουσιν·
ὡς οὖν πάντες ἀπεγεύσαντο τῶν σῶν,
            καί οὗτος αὐτῶν ἀπολαύσει
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
ζ΄
Εὐθύς δέ τούτων ἀκούσας ὁ διάβολος ἥσθη
            καί χαίρων ἔφη τοῖς αὑτοῦ· «Εὐφράνθην, ὦ φίλοι,
ὅτι τοῖς ἐμοῖς με ἐστηρίξατε
διό θαρσαλέως πορεύομαι
            καί τοῖς Ἰουδαίοις συμβάλλομαι,
ἵν’ ἐκείνους ἐξαρτήσας τοῖς ἐμοῖς
            διδάξω βοᾶν· “σταυρωθήτω
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.”
 
 
η΄
δού δή τῶν Ἰουδαίων τό συνέδριον βλέπω
            καθ’ ἑαυτό ἀδολεσχοῦν καί ἀπησχολημένον·
τάχα ἅ λογίζομαι βουλεύονται;
ἐγγίσας οῡν εἴπω· “ἀνδρίζεσθε,
            ὅτι τήν βουλήν μου προλαμβάνετε·
ἐπειδή οὖν σπουδαιότεροι ἐστέ,
            τί λέγετε νῦν, ἵνα πάθῃ
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν;»
 
Διάλογος Διαβόλου – Ιουδαίων
θ΄
Νύξ τῇ νυκτί ἀναγγέλλει γνῶσιν τήν ζοφοφόρον,
            τῷ Σατανᾷ τά ἑαυτῶν δηλοῦσιν Ἰουδαῖοι
λέγοντες· «Ἀπόθου τήν φροντίδα σου·
ἅ εἶχες τελέσαι ἐτελέσαμεν·
            μηδέν σοι μελήσει· ἀμερίμνησον·
παρεδόθη καί ἠρνήθη Ἰησοῦς
            ἐδέθη, ἐδόθη Πιλάτῳ
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
ι΄
«Οὐχ ὡς ῥαθύμως προσέχων ἦλθον, ὦ Ἰουδαῖοι·
            καί γάρ γινώσκω τήν ὑμῶν σπουδήν τήν περί ταῦτα·
μέμνημαι τῶν πρώτων ὧν ἐπράξατε·
ὡς μάννα φαγόντες ἠρνήσασθε
            καί γάλα πιόντες ἐψεύσασθε·
οἱ οὖν μόσχον προτιμήσαντες θεοῦ
            τί θέλετε ἵνα πάθῃ
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν;”
 
 
ια΄
πέρ ὑμῶν τῷ στρατῷ μου ἐγώ ἀπολογοῦμαι,
            ὅτι ἡμέτεροι ἐστέ ἐξ ὅλης διανοίας·
μόνον δέ τῷ στόματι μιστεῖτε με·
καί χαίρω ἐν τοόυτῳ τῷ σχήματι·
            πολλούς γάρ ἐκ τούτου συναρπάζετε,
ἵν’ ἐγώ μέν ἐν τοῖς λόγοις μισηθῶ,
            ἐκεῖνος δέ καί ἐν τοῖς ἐργοις,
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
 
ιβ΄
ητά τοῦ νόμου Μωσέως βλέπω ὅτι κρατεῖτε,
            ἀλλά μή σφίγξητε αὐτά ἐντός ττῆς διανοίας·
γλώσσῃ καί μή γνώμῃ περιφέρετε·
χερσί τά βιβλία βαστάζετε,
            φρεσί δέ μηδ’ ὅλως αὐτῶν θίγετε·
ἀναγνώστας καί μή γνώστας γραφῶν
            καλείτω ὑμᾶς καί ἡγείσθω
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
Διάλογος Διαβόλου – Θανάτου
ιγ΄
ς οὖν ἐστήριξε τούτοις τούς ἀνόμους ὁ πλάνος
            καί τόν θεμέλιον αὐτῶν ἐνέθηκε τῇ ψάμμῳ,
ἔδραμε σαλεῦσαι καί τόν Θάνατον·
πρός ὅν ἐλθών εἶπεν· «Ἀνάστηθι,
            καί οἷς ἀπαγγέλλω ἐπευφράνθητι·
παρεδόθη καί ἠρνήθη Ἰησοῦς·
            ἐδέθη, ἐδόθη Πιλάτῳ
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
ιδ΄
«Μετά πολλῆς ἡδονῆς μοι λέγεις τοῦτο, ὦ δαῖμον·
            ἐγώ δέ, μόνον εἶδον σέ, ὀδύνης ἐνεπλήσθην,
φόβῳ ἐνθυμούμεονς τά δεύτερα·
ὁ γάρ σιωπήσας ὡς κρίνεται,
            φιμῶσαι με ἔχει ἐν τῷ θάπτεσθαι·
εἰ Πιλάτῳ οὐκ ἐλάλησεν οὐδέν,
            τά κάτω σαλεῦσαι σπουδάζει
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
ιε΄
κούσας ταῦτα ὁ δαίμων γέλωτος ἐνεπλήσθη
            καί τῷ Θανάτῳ ὡς δειλῷ ἐμβλέψας ἀπεκρίθη·
«Ἤδη σέ καί ἄτονον καί ἄθλιον
ἐκ τοῦ Λαζάρου ἐπίσταμαι,
            καί ἐκ τῶν ἄλλων πάντων ὧν ἀφῄρησαι,
ὅτι τρέμεις καί τήν φήμην Ἰησοῦ
            καί δοῦλον σε ἀχρεῖον ἔχει
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
ιστ΄
            «Νῦν ὀνειδίζων με λέγεις, ὅπερ λέγεις, ὦ δράκον,
            ἐγώ δέ πλέον οἶδα σε φοβούμενον καί τρέμω·
οἶδα καί δονοούμενον καί τρέμοντα·
οὐκ ἐκ τῶν μνημάτων σέ ἀπήλασεν;
            οὐ Χαναναίας ἀπεδίωξε;
μετά ταῦτα τοῦ ἀλάλου καί κωφοῦ
            ἀλλότριον ἐποίησέ σε
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
ιζ΄
«Οὐκ ἀγνοῶ ὅπερ λέγεις· ἔγνων καί παρά γνώμην,
            ὅτι ἀήττητος Χριστός ἐν φύσει νικωμένῃ·
ὅμως δέ τῆς πάλης οὐκ ἀφίσταμαι·
ἠρξάμην γάρ ἤδη τοῦ σκάμματος.
            ἐάν οὖν ἐκφύγω, καταισχύνομαι·
ἀνδριζέσθω Ἰουδαίων ὁ αὐχήν,
οἱ πάλαι καί νῦν οὐ κατηνύγησαν
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν
 
 
ιη΄
πάγω οὖν πρός ἐκείνους τούς τά πάντα τολμῶντας
            καί τήν αὐθάδειαν αὐτῶν φορῶν ὡς θωρακεῖον
τῷ Βηθλεεμίτῃ ἀντιτάσσομαι·
ἀεί Βηθλεέμ μοι ἀντίκειται·
            τό γέννημα ταύτης ἀεί βλάπτει με·
ἐκεῖθέν γάρ Δαβίδ καί ὁ ἐκ Δαβίδ
            ἔφυγε καί ἐφυγάδευσέ με,
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
ιθ΄
περχομένου δέ ἤδη τοῦ πικροῦ πρός τούς χείρω,
            ἐπῆρεν ἄνω τήν φωνήν ὁ Θάνατος καί εἶπε·
«Βλέπε μοι τί πράττεις, πολυμήχανε·
ἐμοί τῷ Θανάτῳ μή πρόσεχε·
            οὐ γάρ κοινωνῶ σοι τοῦ τολμήματος·
ἐάν νεύσῃ, προσεγγίζω τῷ σταυρῷ·
            εἰ μή γάρ θελήσει, οὐ θνῄσκει
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
Διάλογος Διαβόλου – Ιουδαίων
κ΄
δών δέ ταῦτα ὁ δράκων τοῦ Θανάτου τόν φόβον,
            τοῖς Ἰουδαίοις προσελθών εὑρίσκει ἅ ἐζήτει·
ἦραν γάρ αὐτόν καί ἐθεράπευσαν
κραυγάζοντες· «Δεῦρο καί θεώρησον
            τόν σέ καί τόν κόσμον θορυβήσαντα·
μετά ὕβρεις, μετά μάστιγας πολλάς
            ὡς σάλπιγξ ἐν τῷ ξύλῳ κεῖται
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.
 
 
κα΄
Νέον δέ ἄλλο ἄν μάθῃς, πλέον ἔχεις γελάσαι·
            εἷς τῶν λῃστῶν τῶν μετ’ αὐτοῦ δικαίως σταυρωθέντων
κράζει αὐτῷ “μνήσθητί μου, κύριε”»·
ἀκούσας δέ ταῦτα ἐστύγνασεν·
            καί κάμψας τήν κάραν ἐκραύγασεν·
            «Εἰ ἐν ξύλῳ μαθητάς χειροτοτεῖ,
            ἐν τάφῳ παιδευτάς καθίσει
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.
 
 
κβ΄
Οὐκοῦν οὐδέν ἠδικήθη Ἰησοῦς ἐκ τοῦ πάθους·
            ἐγώ δέ μᾶλλον ἑαυτ· ἐπλήθυνα τούς γόους·
Θάνατε, καλῶς μοι οὐ συνῄνεσας·
κάλλιον δέ πράξεις, ἐάν φείσῃ μου
            καί λάβῃς με κάτω καί παιδεύσῃς με·
οὐ γάρ φέρω τήν αἰσχύνην τήν πολλήν
            ἥν ἔδωκε μοί ἐκ τοῦ ξύλου
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.»
 
 
κγ΄
Σωτήρ ἁπάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστευόντων,
            ὅτι βουλῇ ἐσταυρώθης καί γνώμῃ ἐνεκρώθης
λέγουσι μή θέλοντες οἱ ἄνομοι·
λῃστῶν γάρ τά σκέλη κατεάξαντες
            τά σά οὐ κατέαξαν, ἵνα μάθησιν
ὅτι ἄκων οὐκ ἐγένου ἐν νεκροῖς,
ἑκών δέ ἀφῆκες τό πνεῦμα
ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν.
 
4. Θεολογική ανάλυση 
Στο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού του Μελωδού «Εἰς τήν σταύρωσιν» με τον στίχο «Ψυχή μου ψυχή μου ανάστα τί καθεύδεις», συνοψίζεται το θέμα του ποιήματος που είναι ο Χριστός και Θεός Λόγος, πριν το πάθος[4].

α. Ο διάλογος του διαβόλου με τους φίλους του (οἶκοι α΄ – η΄)

Στην πρώτη στροφή ο Χριστός παρουσιάζεται ως ιατρείο που θεραπεύει τον Αδάμ από την αμαρτία, και τον διάβολο ηττημένο και πληγωμένο από την δωρεάν αυτή παροχή , να συζητά με τους φίλους του για την αντιμετώπιση αυτού του γεγονότος. «Τί να κάνω με τον γιό της Μαριάμ; θα με σκοτώσει ο Βηθλεεμίτης, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» παρουσιάζεται να λεει ο χαιρέκακος. Ο Χριστός τονίζεται ως εν ταυτότητι με τον Θεό, ἐφόσον σαφέστατα ο ποιητής τον ονομάζει «πανταχοῦ παρόντα καί τά πάντα πληροῦντα». Με την πρόταση αυτή ο ποιητής προβάλλει εξαρχής την ταυτότητα του Χριστού ως Θεού που μόνο αυτός σώζει τον άνθρωπο χωρίς ανταλλάγματα. Γιατί αυτός είναι το αγαθό προσωποποιημένο.
Ο δαίμονας στον δεύτερο οίκο πραγματικά δείχνει να πονά ακούγοντας την θαυματουργική δράση του Χριστού και ακόμη περισσότερο πονά στο άκουσμα της δωρεάν θεραπείας προς τους ιαθέντες. Αυτό αποτελεί μία ένδειξη της προαναστάσιμης ιατρείας της ανθρωπότητας ως πρόγευση του τι θα συμβεί μετά την ανάσταση. Τα θαύματα στα οποία γίνεται αναφορά στον πρώτο οίκο, αποτελούν θεϊκή συγκατάβαση στους ανθρώπους και αυτό τονίζεται με το εφύμνιο που είναι: «Ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν».
Στον τρίτο οίκο γίνεται συζήτηση μεταξύ του δαίμονα και των φίλων του για τον τρόπο δράσης ενάντια στον Χριστό. Τους λέει: «εσείς που είστε φίλοι της ζάλης και εχθροί της γαλήνης,/ τι με συμβουλεύετε να κάνω μ’ αυτό που με βρήκε;/ δώστε μου καμιά ιδέα στο νου μου/ γιατί αληθινά συγχύστηκα και αισθάνομαι χαμένος/ δεν ενθυμούμαι τίποτε και αλήθεια δεν μπορώ/ σάστισα εσκοτίστηκα/ απρόσμενα με θάμπωσε/ αυτός που βρίσκεται παντού/»[5].
Οι φίλοι του δαίμονα, τότε, προσπαθούν να τον ενθαρρύνουν και του λένε: «Μη φοβάσαι Βελίαρ έχε θάρρος, κράτα καλά τον νου σου/ θυμήσου τα παλιά σου κατορθώματα/ ανανέωσε όσα στον παράδεισο έγιναν./ Αν ξανά φορτωθείς στους απογόνους του Κάϊν/ όπως ο Άβελ, δόλια θα χαθεί αυτός που βρίσκεται παντού». Οι φίλοι του τον αποκαλούν Βελιάρ, πού δηλώνει τον αρχηγό των δαιμόνων[6]. Συμβολίζει, λοιπόν, αυτός το σύνολο του δαιμονικού κόσμου, που υποστασιάζει το ηττώμενο κακό.
Στον επόμενο οίκο οι φίλοι του δαίμονα τον ενθαρρύνουν υπενθυμίζοντάς του ότι οι απόγονοι του Κάϊν έχουν γεμίσει τον κόσμο και ότι εκεί βρίσκονται ακόμη οι γραμματείς και ο Καϊάφας και οι ιερείς. Να πιστεύει ότι έχει στον κόσμο φίλους, εφόσον ο Ηρώδης είναι θερμός του φίλος, και ο Πιλάτος προτίθεται να τον υπηρετήσει. Έτσι του λένε να μην κλαίει και να μη φωνάζει ότι τον διέλυσε «πανταχοῦ παρών τά πάντα πληρῶν ».
Στην συνέχεια του θυμίζουν πάλι, ότι τα κακά όλης της οικουμένης προέρχονται από αυτόν. Του λένε ότι και ο Χριστός θα έχει την ίδια τύχη με αυτούς που γεύτηκαν την πίκρα του θανάτου εξαιτίας του.
anastasibatoped

β. Διάλογος πρώτος του Βελίαρ με τους Ιουδαίους (οἶκοι θ΄ – ιβ΄)

Ο δαίμονας χαρούμενος από τα λόγια των φίλων του, τους ευχαριστεί για την συνδρομή τους αυτή και την στήριξή τους και παίρνει τον δρόμο για τους ιουδαίους να τους πείσει να πραγματοποιήσουν την θέλησή του και τους εμψυχώσει να φωνάξουν το «σταυρωθήτω!!!»
Στον διάλογο που ακολουθεί μεταξύ του διαβόλου και των Ιουδαίων χρησιμοποιείται από τον Μελωδό η φράση «Νύξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν την ζοφοφόρον» (η νύχτα στην νύχτα ανακοινώνει σχέδια σκοτεινά).
Με τον στίχο αυτό ο ποιητής και ιδιαίτερα με την έκφραση ζοφοφόρος θέλει να κατευθύνει, να στρέψει την προσοχή του πιστού, ο οποίος ακούει τον ύμνο προς την ζωηφόρο γνώση που χορηγεί ο Χριστός, ως θεϊκό πρόσωπο, μέσα από την μετοχή στην λειτουργική και  μυστηριακή ζωή. Οι Ιουδαίοι βοηθούν τον δαίμονα να ξενοιάσει, καθώς μεριμνούν οι ίδιοι για την σύλληψη και την πορεία δεμένου του Χριστού στον Πιλάτο.
Οι Ιουδαίοι, όπως μαρτυρείται στην συνέχεια από τον δαίμονα, δεν δυσκολεύονται και δεν είναι οκνηροί σε αυτά τα πράγματα, γιατί από παλιά τους υπενθυμίζει ότι οι ίδιοι ήταν που απίστησαν στον θεό, τρώγοντας το μάννα στην έρημο, και μετά τον αρνήθηκαν. Ενώ ήπιαν το γάλα έγιναν ψεύτες, αλλά και προτίμησαν να λατρεύσουν το μοσχάρι αντί του Θεού.
Ο δαίμονας καυχάται βέβαια για την επικράτησή του στον δαιμονικό άνθρωπο, όχι απλά στον Ιουδαϊκό λαό της εποχής εκείνης, που αναφέρει στο κοντάκιο ότι έχουν καταταγεί στο στράτευμά του δίκαια, γιατί με το μυαλό, με τον νου, είναι ολότελα δικοί του. Του είναι ευχάριστο που με τη συμπεριφορά τους αυτή οδηγούν πολλούς στην αιχμαλωσία της αμαρτίας. Ο δαίμονας, καθώς λέγεται, μισείται από τους Ιουδαίους μόνο στα λόγια, ενώ ο Χριστός διώκεται με τις πράξεις.
Διαπιστώνει ότι τα λόγια του Μωυσέως τα έχουν κρατημένα στο μυαλό τους οι φίλοι του δαίμονα και όχι στην ψυχή τους, και τους προτρέπει τα βιβλία να τα κρατούν μόνο με τα χέρια όπως και τα λόγια που γράφονται μέσα εκεί να μη τα βάλουν στην καρδιά τους. Γιατί αρέσκεται στο να είναι αυτοί αναγνώστες και όχι γνώστες των γραφών, και είναι επιθυμία του διαβόλου έτσι να τους «αποκαλεί και να τους εκλαμβάνει (ο Χριστός) αυτός που βρίσκεται παντού».

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ: Τη στάση του αποστόλου Θωμά



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ: Τη στάση του αποστόλου Θωμά συνηθίσαμε να τη βλέπουμε σαν κάτι που θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε, αλλά αυτή η θεώρηση της στάσεως του Θωμά οφείλεται σε παρεξήγηση. Ο Θωμάς δεν θέλει να αρκεσθεί στις διαβεβαιώσεις των άλλων μαθητών «εωράκαμεν τον Κύριον», και ζητάει να Τον δει και εκείνος.
Ο υμνωδός αποκαλεί αυτή την απιστία «καλή» γιατί οδηγεί τις καρδιές των ανθρώπων στην «επίγνωση». Πράγματι, όταν αρκούμεθα στις διαβεβαιώσεις των άλλων δεχόμαστε κάτι που δεν το διαπιστώσαμε και δεν το γνωρίζουμε οι ίδιοι.
Έτσι δεχόμαστε την αλήθεια σαν ένα λογικά συμπέρασμα, σαν μία νοητική σκέψη. Αλλά η αλήθεια δεν είναι μία σκέψη, αλλά μία ολοζώντανη πραγματικότητα. Όταν δεχόμαστε μία πραγματικότητα, μόνο επειδή κάποιος άλλος μας διαβεβαιώνει γι’ αυτή, χωρίς να την αναζητούμε και να την γνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι, δεν τιμάμε αυτή την πραγματικότητα, και ίσως κλεινόμαστε σ’ αυτήν και δεν την αφήνουμε να μας αγγίξει.
Ίσως ακόμη να αρκούμεθα στη διαβεβαίωση, γιατί μέσα μας έχουμε ουσιαστικά αποκλείσει την πραγματικότητα, για την οποία δεχόμαστε τόσο πρόθυμα να μας διαβεβαιώσουν. Η προθυμία να δεχθούμε αβασάνιστα τη διαβεβαίωση είναι σίγουρα δείγμα πνευματικής νωθρότητας, χλιαρότητας και αμφιβολίας.
Η διαβεβαίωση εκείνου που βίωσε μία πραγματικότητα, έχει μία αναμφισβήτητη δύναμη, αλλά η διαβεβαίωση εκείνου που τον διαβεβαίωσε κάποιος άλλος δεν είναι τόσο δυνατή και όσο η διαβεβαίωση απομακρύνεται από το άμεσε βίωμα της πραγματικότητας, τόσο χάνει τη δύναμή της, μέχρι που στην περίπτωση της θρησκευτική πίστεως φθάνει στην πανηγυρική διακήρυξη του «θανάτου του Θεού», που έχει ήδη πεθάνει στη μακριά πορεία των διαβεβαιώσεων, που όλο και περισσότερο απομακρύνονται από την άμεση εμπειρία, από την πραγματική συνάντηση μ’Εκείνον.
Πολλοί «ευσεβείς» άνθρωποι δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι μία «καλή απιστία» μπορεί να είναι ασύγκριτα καλύτερη από μία «κακή πίστη», μία πίστη συμβατική, μία πίστη μη γνήσια.
Πολλές φορές η πίστη μας είναι μία δουλική υποταγή, αποτέλεσμα φόβου και δειλίας. Είναι μία πίστη με την οποία μπορούμε να εξασφαλίσουμε την πνευματική μας τακτοποίηση, μία πίστη που μας προφυλάσσει απ’ την περιέργεια. Δηλαδή μία πίστη που δεν είναι πράγματι πίστη. Γι’ αυτό και δεν τολμάμε να την αμφισβητήσουμε. Υποσυνείδητα φοβόμαστε ότι δεν έχουμε αρκετή, ή ότι ίσως δεν έχουμε καθόλου πίστη και ο φόβος μας ίσως να μην είναι αδικαιολόγητος.
Η ζωή μας, παρά τις διακηρύξεις πίστεως που κάνουμε δείχνει αδιάψευστα την απιστία μας. Διακηρύσσουμε την πίστη μας στην πρόνοια του Θεού, αλλά το βάρος που δίνουμε στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς, στα χρήματα και στα κτήματά μας, είναι μία αδιάψευστη απόδειξη της ειδωλολατρίας μας.
Δεν τολμάμε να εξετάσουμε τα εσωτερικά κίνητρα της εξωτερικής μας θρησκευτικότητας, γιατί συχνά συμμετέχουμε στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, όχι γιατί πραγματικά το επιθυμούμε, αλλά γιατί, σαν αποτέλεσμα μίας θρησκευτικής αγωγής που βασίζεται στον εκφοβισμό και την απειλή της τιμωρίας, αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε άλλη εκλογή. Είμαστε στο έλεος αυτού του «ουρανίου τυράννου», που καλά θα κάνουμε να προσπαθήσουμε να τον εξευμενίσουμε, αν δεν θέλουμε να πέσει πάνω στα κεφάλια μας η τρομερή οργή του.
Αλλά μέσα βαθιά μας μνησικακούμε γι’ αυτή την τυραννική υποδούλωση, που δεν αφήνει περιθώρια εκλογής. Έτσι η πίστη μας τελικά είναι πολλές βαθμίδες πιο κάτω από την απιστία κάποιων άλλων, που είχαν και την τιμιότητα και την τόλμη αλά και αρκετή πίστη στην πίστη τους, ώστε να τολμήσουν να την αμφισβητήσουν.
Εκείνοι τολμούν αυτή την πνευματική περιπέτεια που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην πραγματική γνώση του Θεού. Αυτοί τολμούν να που το ηρωικό: «αν δεν Τον δω εγώ ο ίδιος δεν θα πιστέψω». Και λέγοντάς το αυτό δείχνουν ότι έχουν αρκετή ελπίδα και πίστη πως θα Τον δουν.
Ενώ όσοι από μας δεν τολμούμε να το πούμε δείχνουμε ότι μέσα βαθιά μας δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει περίπτωση να Τον δούμε και γι’ αυτό δεν τολμάμε να το διακινδυνεύσουμε…
Ο απόστολος Θωμάς τόλμησε να το πει: «αν δεν Τον δω εγώ ο ίδιος δεν θα πιστέψω». Και μ’αυτή την τόλμη του έδειξε την πραγματική πίστη που βρισκόταν κάτω απ’την επιφανειακή του απιστία, γιατί κανείς δεν αποδύεται σε μία περιπέτεια απ’την οποία, είναι βέβαιο, ότι θα βγει χαμένος. Αλλά ο απ. Θωμάς βγήκε τόσο κερδισμένος όσο βγαίνει κερδισμένος και όποιος άνθρωπος ζητήσει να δει τον Θεό.
Γιατί όμως στη σχετική ευαγγελική διήγηση ο Χριστός σχεδόν επιπλήττει τον απ. Θωμά: «ότι εώρακάς με πεπίστευκας μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»;(Ιωάν. 20.29).
Ο Χριστός δεν επιπλήττει τον απ. Θωμά γιατί ζητάει να τον συναντήσει ο ίδιος, αλλά γιατί διαλέγει το πιο χαμηλό δυνατό επίπεδο συναντήσεως, δηλαδή εκείνο των αισθήσεων…
Ο Χριστός δέχεται να δείξει το πρόσωπό του στο Ζακχαίο, δέχεται να αγγίξει το ιμάτιό του η Χαναναία, δέχεται να πει το σωτήριο λόγο για τον εκατόνταρχο, δέχεται ακόμη και να φιλήσει τα πόδια του η αμαρτωλή, αλλά ζητάει απ’ όλους να μην αρκεσθούν να Τον συναντήσουν στο επίπεδο των αισθήσεων, αλλά να προχωρήσουν στην ουσιαστικότερη συνάντηση, που γίνεται στο χώρο της καρδιάς.
Ο απ. Θωμάς ανταποκρίνεται σ’ αυτή την επιθυμία του Χριστού και δεν μένει στη συνάντηση με τον Κύριο, το Διδάσκαλο, τον αναμορφωτή, τον κήρυκα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ηθικής τάξεως, αλλά προχωρεί στην συνάντηση με το Θεό, αναφωνώντας: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!».
π. Φιλόθεου Φάρου