Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Η απέραντη μοναξιά του Ιησού Χριστού


Στην κορυφή υπάρχει πολλή μοναξιά, και ο Ιησούς ήταν στην κορυφή. Κατά τους οπαδούς του, οι οποίοι ούτε όταν ήταν ανάμεσά τους ούτε μετέπειτα κατανόησαν τα λόγια του, ήταν η κορυφή! Μόνο που δεν θέλησαν να τον πλησιάσουν, φοβούμενοι το ύψος, και τον άφησαν μόνο εκεί πάνω.

Στη διάρκεια της τριετούς διακονίας του, παρόλο που είχε αφοσιωμένους, υποτίθεται, μαθητές, παρόλο που τον ακολουθούσε πλήθος κόσμου, ήταν μόνος. Άλλωστε τα πλήθη δεν τον ακολουθούσαν για την διδασκαλία του, αλλά για να ξεκολλήσουν κανένα θαύμα θεραπείας, ή ακόμη και για να φάνε. Το γνώριζε αυτό ο Ιησούς αλλά είχε κατανόηση. Τι θα μπορούσε άλλωστε το πλήθος να καταλάβει από την εσωτερική διδασκαλία του Ιησού; Εδώ, 2000 χρόνια αργότερα οι άνθρωποι συνεχίζουν να την παρερμηνεύουν...

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόλυτης μοναξιάς του Ιησού ήταν την ώρα της δραματικής προσευχής του στο όρος των Ελαιών:

«Και εξελθών υπήγε κατά την συνήθειαν εις το όρος των Ελαιών• ηκολούθησαν δε αυτόν και οι μαθηταί αυτού.
Αφού δε ήλθεν εις τον τόπον, είπε προς αυτούς: Προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.
Και αυτός εχωρίσθη απ' αυτών ως λίθου βολήν, και γονατίσας προσηύχετο, λέγων: Πάτερ, εάν θέλεις να απομακρύνεις το ποτήριον τούτο απ' εμού πλην ουχί το θέλημά μου, αλλά το σον ας γίνει.
Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν. Και ελθών εις αγωνίαν, προσηύχετο θερμότερον, έγινε δε ο ιδρώς αυτού ως θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην.
Και σηκωθείς από της προσευχής, ήλθε προς τους μαθητάς αυτού και εύρεν αυτούς κοιμωμένους από της λύπης, και είπε προς αυτούς: Τι κοιμάσθε; Σηκώθητε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.» (Κατά Λουκά 22: 39-46)

Όπως τονίζω κάθε φορά που αναφέρομαι στη Βίβλο, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, δεν την θεωρώ ολόκληρη ως θεόπνευστη. Είναι έργο ανθρώπων, και σαν τέτοιο και λάθη εμπεριέχει, και προκαταλήψεις , και ιστορικές ανακρίβειες, αλλά και εμπνευσμένα κομμάτια, κατάλληλα προς πνευματική οικοδομή, αν μπορέσει κανείς να εισέλθει στο εσωτερικό νόημα των συμβολισμών και αλληγοριών.

Στα ανωτέρω εδάφια βλέπουμε ότι ο Ιησούς, στην πιο δραματική ώρα πριν από την παράδοσή του στους «αρχιερείς και στρατηγούς του ιερού και πρεσβυτέρους» (εδάφιο 52), αποχωρίζεται από τους μαθητές του για να προσευχηθεί μόνος. Τι να τους έκανε μαζί του; Περιττό βάρος θα ήταν. Εκείνους τους άφησε «λίθου βολή» πιο πέρα, και το πιο φυσιολογικό που θα ανέμενε κανείς είναι ν’ αγρυπνούν ως φύλακες και να προσεύχονται και αυτοί για το Διδάσκαλό τους.

Τι συνέβη όμως; Τους πήρε ο ύπνος! Για τέτοια «πνευματική εγρήγορση» μιλάμε… Ο συγγραφέας του κατά Λουκά Ευαγγελίου προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αποδίδοντας τον ύπνο στη δήθεν υπερβολική λύπη τους! Εγώ τον αποδίδω στον πνευματικό ύπνο τους. Πνευματικά οι μαθητές του Ιησού κοιμόντουσαν όρθιοι!

Τι είδους εναγώνια προσευχή έκανε άραγε ο Ιησούς ώστε να κατεβαίνει ο ιδρώτας αυτού ως θρόμβοι αίματος; Κανείς δεν γνωρίζει αφού κανείς δεν ήταν παρών, ούτε σωματικά ούτε πνευματικά. Και ούτε μπορώ να φανταστώ ότι ο μεγάλος μύστης Ιησούς όταν ξύπνησε τους κοιμώμενους μαθητές τους έδωσε αναφορά για το πώς προσευχόταν. Αν ήταν να τους το κοινοποιήσει θα τους έπαιρνε μαζί του για ν’ ακούσουν οι ίδιοι την προσευχή του. Άρα λοιπόν ο Λουκάς φαντάστηκε ότι ο Ιησούς θα προσευχόταν στον πατέρα του να αποφύγει «το ποτήριον τούτο.»

Προσωπικά πιστεύω ότι η «προσευχή» του Ιησού ήταν ένας πνευματικός πόλεμος, μια μονομαχία με τις δυνάμεις τους σκότους, δηλαδή με το "κακό". Ένας μύστης δεν παρακαλάει το Θεό για να του κάνει χάρες. Ένας μύστης γνωρίζει ότι ο Θεός, δηλαδή η πνευματική δύναμη, είναι μέσα του και αυτή τη δύναμη πρέπει να χρησιμοποιήσει για να επιτύχει τους στόχους του. Αλίμονο αν η απρόσωπη θεότητα άλλαζε γνώμη ανάλογα με τα «κύριε ελέησον» των αιτούντων. Άλλωστε ο Ιησούς κατά τη διάρκεια της διακονίας του, αντί για προσευχή, απεύθυνε «λόγον» προς το πρόβλημα.
Ας θυμηθούμε την ιστορία με τον εκατόνταρχο:

«Ότε δε εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ, προσήλθε προς αυτόν εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων: Κύριε, ο δούλός μου κείται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος.
Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς: Εγώ ελθών θέλω θεραπεύσει αυτόν.
Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος είπε: Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις υπό την στέγην μου αλλά μόνον ειπέ λόγον, και θέλει ιατρευθεί ο δούλος μου.
Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος υπό εξουσίαν, έχων υπ' εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω προς τούτον, Ύπαγε, και υπάγει, και προς άλλον, Έρχου, και έρχεται, και προς τον δούλον μου, Κάμε τούτο, και κάμνει.
Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε προς τους ακολουθούντας: Αληθώς σας λέγω, ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν.» (Κατά Ματθαίον, 8: 5-10)

Ένα άλλο περιστατικό, ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο "προσευχόταν" ο Ιησούς, έχουμε στην ανάσταση του Λαζάρου. Παραθέτω τα σχετικά εδάφια:

«Η Μαρία λοιπόν καθώς ήλθεν όπου ήτο ο Ιησούς, ιδούσα αυτόν έπεσεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα προς αυτόν: Κύριε, εάν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει.
Ο δε Ιησούς, καθώς είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους ελθόντας μετ' αυτής Ιουδαίους κλαίοντας, εστέναξεν εν τη ψυχή αυτού και εταράχθη, και είπε: Που εβάλετε αυτόν; Λέγουσι προς αυτόν: Κύριε, ελθέ και ίδε.
Εδάκρυσεν ο Ιησούς.
Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι: Ιδέ πόσον ηγάπα αυτόν.
Τινές δε εξ αυτών είπον: Δεν ηδύνατο ούτος, όστις ήνοιξε τους οφθαλμούς του τυφλού, να κάμει ώστε και ούτος να μη αποθάνει;
Ο Ιησούς λοιπόν, πάλιν στενάζων εν εαυτώ, έρχεται εις το μνημείον ήτο δε σπήλαιον, και έκειτο λίθος επ' αυτού.
Λέγει ο Ιησούς: Σηκώσατε τον λίθον. Λέγει προς αυτόν η αδελφή του αποθανόντος η Μάρθα: Κύριε, όζει ήδη, διότι είναι τεσσάρων ημερών.
Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς: Δεν σοι είπον ότι εάν πιστεύσεις, θέλεις ιδεί την δόξαν του Θεού;

Εσήκωσαν, λοιπόν, τον λίθον, όπου έκειτο ο αποθανών. Ο δε Ιησούς, υψώσας τους οφθαλμούς άνω, είπε: Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι μου ήκουσας.

Και εγώ εγνώριζον ότι πάντοτε μου ακούεις, αλλά διά τον όχλον τον περιεστώτα είπον τούτο, διά να πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας.

Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε: Λάζαρε, ελθέ έξω.

Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς: Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγει.» (Κατά Ιωάννη 11: 32-44)

Λάζαρε, ελθέ έξω! Αυτό ήταν! Δάκρυσε όμως ο Ιησούς και εστέναξε εν τη ψυχή αυτού προτού προφέρει το λόγο. Τόσο τα δάκρυα όσο και ο στεναγμός φανερώνουν ότι το πνεύμα του Ιησού προτού προφέρει το λόγο είχε εμπλακεί σ’ ένα πνευματικό πόλεμο με το θάνατο.

Αυτά ως προς τον τρόπο που "προσευχόταν" ο Ιησούς. Ας επανέλθουμε όμως στην απέραντη μοναξιά του στο Όρος των Ελαιών. Αφού ο Ιησούς κατσάδιασε τους μαθητές του που το είχαν ρίξει στον ύπνο, «Ενώ δε αυτός ελάλει έτι, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, εις των δώδεκα, ήρχετο προ αυτών και επλησίασεν εις τον Ιησούν, διά να φιλήσει αυτόν.
Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν: Ιούδα, με φίλημα παραδίδεις τον Υιόν του ανθρώπου;
Ιδόντες δε οι περί αυτόν τι έμελλε να γίνει, είπον προς αυτόν: Κύριε, να κτυπήσωμεν με την μάχαιραν;
Και εκτύπησεν εις εξ αυτών τον δούλον του αρχιερέως και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν.
Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπεν: Αφήσατε έως τούτου. Και πιάσας το ωτίον αυτού ιάτρευσεν αυτόν.» (Κατά Λουκά 22: 47-51)

Για άλλη μια φορά παρατηρούμε ότι οι μαθητές ήταν αλλού νυχτωμένοι, και λειτουργούσαν με τη σάρκα, δηλαδή παρορμητικά και εκδικητικά, διότι προφανώς δεν είχαν καταλάβει τίποτα από την διδασκαλία του Ιησού και τα όσα τους είχε πει για το εθελούσιο πάθος του.

Στη συνέχεια, σαν μια ακόμη περίτρανη απόδειξη της απόλυτης μοναξιάς του Ιησού, έχουμε την άρνηση του Πέτρου. Και ποιος ήταν ο Πέτρος; Όχι ένας τυχαίος μαθητής! Ήταν εκείνος που είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Ιησού τον Υιό του Θεού! Aς θυμηθούμε τη στιχομυθία:

«Ότε δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού, λέγων: Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι ότι είμαι εγώ ο Υιός του ανθρώπου;
Οι δε είπον: Άλλοι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν και άλλοι Ιερεμίαν ή ένα των προφητών.
Λέγει προς αυτούς: Αλλά σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι;
Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος είπε: Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος.
Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν: Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς.» (Κατά Ματθαίον 16: 13-17)

Αδικαιολόγητος, λοιπόν, ο Πέτρος να ψεύδεται, για να μην αποκαλυφθεί ότι ανήκε στην ομάδα του Ιησού και συλληφθεί κι εκείνος. Για να δούμε τι είπε αυτός ο δειλός:

«Συλλαβόντες δε αυτόν (τον Ιησού), έφεραν και εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον του αρχιερέως. Ο δε Πέτρος ηκολούθει μακρόθεν.
Αφού δε ανάψαντες πυρ εν τω μέσω της αυλής συνεκάθησαν, εκάθητο ο Πέτρος εν μέσω αυτών.
Ιδούσα δε αυτόν μία τις δούλη καθήμενον προς το φως και ενατενίσασα εις αυτόν, είπε: Και ούτος ήτο μετ' αυτού.
Ο δε ηρνήθη, λέγων: Γύναι, δεν γνωρίζω αυτόν.
Και μετ' ολίγον άλλος τις ιδών αυτόν, είπε: Και συ εξ αυτών είσαι. Ο δε Πέτρος είπεν: Άνθρωπε, δεν είμαι.
Και αφού επέρασεν ως μία ώρα, άλλος τις διϊσχυρίζετο, λέγων: Επ' αληθείας και ούτος μετ' αυτού ήτο, διότι Γαλιλαίος είναι.
Είπε δε ο Πέτρος: Άνθρωπε, δεν εξεύρω τι λέγεις. Και παρευθύς, ενώ αυτός ελάλει έτι, εφώναξεν ο αλέκτωρ.
Και στραφείς ο Κύριος ενέβλεψεν εις τον Πέτρον, και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον του Κυρίου, ότι είπε προς αυτόν ότι πριν φωνάξει ο αλέκτωρ, θέλεις με απαρνηθή τρις.
Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς.» (Κατά Λουκά 22: 54-62)

Πολύ αργά για δάκρυα, Πέτρο. Άλλωστε, αν πράγματι ήταν δάκρυα μετανοίας, θα προσερχόταν αμέσως να ομολογήσει στους αρχιερείς ότι ήταν μαθητής του Ιησού γι’ αυτούς και γι’ αυτούς τους λόγους. Όμως εκείνος επέμεινε αμετανόητα στο ψέμα: «Δεν γνωρίζω αυτόν»!

Προσωπικά θεωρώ την προδοσία του Πέτρου μεγαλύτερη από εκείνη του Ιούδα. Διότι ο μεν Ιούδας, όταν κατάλαβε τι έκανε, μετανόησε ειλικρινά και κρεμάστηκε, ο δε Πέτρος απλά έκλαψε και συνέχισε ν’ αρνείται το Χριστό για να διασώσει το σαρκίο του.

Δυστυχώς οι χριστιανοί συνεχίζουν ν’ αναθεματίζουν τον ειλικρινά μετανοήσαντα Ιούδα ενώ έδειξαν κατανόηση στον υποκριτή Πέτρο, ίσως επειδή ρέπουν και οι ίδιοι προς την υποκρισία. Ωστόσο, κατά τα πιστεύω τους, ο Ιούδας ήταν μαρκαρισμένος για να κάνει τη βρώμικη δουλειά, δηλαδή να στείλει τον Ιησού στο σταυρό για να τους "λυτρώσει" από την αμαρτία και την κυριαρχία του διαβόλου. Αυτά δεν πιστεύουν; Θα έπρεπε λοιπόν να τον ευγνωμονούν, αφού χωρίς τον Ιούδα γιοκ σταύρωση, γιοκ λύτρωση, γιοκ σωτηρία! Έτσι δεν είναι;

Υπάρχουν μάλιστα και σχετικά εδάφια του Αποστόλου Παύλου, όπου ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Θεός επιλέγει ποιο ρόλο θα παίξει ο καθένας!

«Αλλά μάλιστα συ, ω άνθρωπε, τις είσαι, όστις ανταποκρίνεσαι προς τον Θεόν; Μήπως το πλάσμα θέλει ειπεί προς τον πλάσαντα, διατί με έκαμες ούτως;
Ή δεν έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, από του αυτού μίγματος να κάμει άλλο μεν σκεύος εις τιμήν, άλλο δε εις ατιμίαν» (Προς Ρωμαίους 9: 20-21)

Ας θυμηθούμε όμως την ανάθεση του ρόλου του προδότη στον Ιούδα από τον ίδιο του Ιησού:

«Αφού είπε ταύτα ο Ιησούς, εταράχθη την ψυχήν και εμαρτύρησε και είπεν: Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει.
Έβλεπον λοιπόν εις αλλήλους οι μαθηταί, απορούντες περί τίνος λέγει.

Εκάθητο δε κεκλιμένος εις τον κόλπον του Ιησού εις των μαθητών αυτού, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς.

Νεύει λοιπόν προς τούτον ο Σίμων Πέτρος διά να ερωτήσει τις είναι εκείνος, περί του οποίου λέγει.
Και πεσών εκείνος επί το στήθος του Ιησού, λέγει προς αυτόν: Κύριε, τις είναι;
Αποκρίνεται ο Ιησούς: Εκείνος είναι, εις τον οποίον εγώ βάψας το ψωμίον θέλω δώσει. Και εμβάψας το ψωμίον δίδει εις τον Ιούδαν Σίμωνος τον Ισκαριώτην.

Και μετά το ψωμίον τότε εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Ιησούς: ό,τι κάμνεις, κάμε ταχύτερον.
» (Κατά Ιωάννη, 13: 21-27)

Προσέξτε το τελευταίο εδάφιο: μετά το ψωμίον εισήλθε ο Σατανάς στον Ιούδα! Βρε το φουκαρά! Και ο Ιησούς τον ενθάρρυνε, μάλιστα: ό,τι έχεις να κάνεις κάνε το γρήγορα! Και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο Σατανάς εισήλθε στον Ιούδα επειδή ο Ιησούς τον επέλεξε για τη βρώμικη δουλειά, ή αν ο Ιησούς απλά διέγνωσε τις προθέσεις του Ιούδα...

Πάντως, ο 'εκλεκτός" μαθητής Πέτρος ενωρίτερα είχε αποτρέψει τον Ιησού από το μαρτύριο, και για το λόγο αυτό ο Ιησούς τον είχε αποκαλέσει "Σατανά"! Ας δούμε τα σχετικά εδάφια:

«Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να δεικνύει εις τους μαθητάς αυτού ότι πρέπει να υπάγει εις Ιεροσόλυμα και να πάθη πολλά από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να θανατωθεί, και την τρίτην ημέραν να αναστηθεί.

Και παραλαβών αυτόν ο Πέτρος κατ' ιδίαν ήρχισε να επιτιμά αυτόν, λέγων: Γενού ίλεως εις σεαυτόν, Κύριε! Δεν θέλει γίνει τούτο εις σε.

Εκείνος δε στραφείς είπε προς τον Πέτρον: Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, σκάνδαλόν μου είσαι διότι δεν φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων.» (Κατά Ματθαίον 16: 21-23)

Όσα παρέθεσα, και πολλά ακόμη που παρέλειψα, επιβεβαιώνουν την απέραντη πνευματική μοναξιά του Ιησού κατά τη διάρκεια της επί γης διακονίας του. Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων από καταβολής κόσμου: Μοναξιά, προδοσία, σταύρωση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο... Γι’ αυτό η ανθρωπότητα καλύπτεται ακόμη από πυκνό πνευματικό σκοτάδι.

«Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η φονεύουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς σε, ποσάκις ηθέλησα να συνάξω τα τέκνα σου καθ' ον τρόπον συνάγει η όρνις τα ορνίθια εαυτής υπό τας πτέρυγας, και δεν ηθελήσατε.» (Κατά Ματθαίον 23: 37)

Αλίμονο, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε κάθε "Ιερουσαλήμ" μέχρι σήμερα… Οι άνθρωποι λιβανίζουν τους διεφθαρμένους και διώκουν τους εμπνευσμένους. Το επιβεβαιώνει και ο Απόστολος Παύλος στην δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του: «Γιατί πράγματι δείχνετε ανοχή αν κάποιος σας υποδουλώνει, αν κάποιος σας κατατρώγει (κατεσθίει), αν κάποιος κερδοσκοπεί σε βάρος σας, αν κάποιος επαίρεται, αν κάποιος σας δέρνει κατά πρόσωπο.» (Β' Κορινθίους, 11: 20)

Σας θυμίζει τίποτα αυτό το αυτοκαταστροφικό χούι;

Ο Ιούδας π. Μαξίμου Ι. Μ. Παραμυθίας Ρόδου


 
1. Είναι απορίας άξιο, πώς ο Ιούδας πρόδωσε το Δάσκαλό του, ενώ Τον έβλεπε να κάνει τόσα μεγάλα θαύματα;
Ο Ιούδας αρχικά πρέπει να ήταν καλός. Όπως και οι άλλοι μαθητές του Χριστού, εγκατέλειψε κι αυτός για τον Μεσσία και συγγενείς και δουλειά. Σίγουρα θα υπέμεινε ταλαιπωρίες κατά τις πεζοπορίες των τριών χρόνων της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ο Χριστός έστελνε κατά τις περιοδείες Του σε χωριά και πόλεις μαθητές Του για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους. Οι μαθητές τότε, μαζί και ο Ιούδας, κήρυτταν για τον Μεσσία που ήλθε, κι επιβεβαίωναν τα λόγια τους με θαύματα (Ματθ. 10,1-8). Ο Ιούδας τιμήθηκε ιδιαίτερα από το Χριστό με το να κρατάει το κοινό ταμείο. Απ’ αυτό ψώνιζε και έδινε χρήματα για φιλανθρωπία σε πτωχούς (Ιωάν. 13,29).  Όταν ο Χριστός ξεκίνησε από τη Γαλιλαία προς την Ιουδαία για να θυσιασθεί, Τον ακολούθησε και ο Ιούδας ακούγοντας τα λόγια του συμμαθητή του Θωμά: «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του» (Ιωάν. 11,16).
     Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο Ιούδας είχε ήδη το πάθος της φιλαργυρίας (12,6). Φαίνεται πως υπέπεσε στο πάθος αυτό και οδηγήθηκε στην απιστία προς το Χριστό. Η φιλαργυρία άνοιξε την ψυχή του στο σατανά, έδωσε δικαιώματα στον πονηρό.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς (22,3) γράφει ότι, πριν συνεννοηθεί ο Ιούδας με τους αρχιερείς για την παράδοση, ο σατανάς εισήλθε μέσα του. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (13,2) λέγοντας ότι ο σατανάς έβαλε στην καρδιά του Ιούδα την προδοσία. Ο ίδιος Ευαγγελιστής αναφέρει στο τέλος του Μυστικού Δείπνου ότι εισήλθε πάλι ο σατανάς στον Ιούδα (13,27). Ας το δούμε: Στη Βηθανία άλειψε τα πόδια του Χριστού μία γυναίκα με πολύτιμο μύρο. Ο Ιούδας με κάποιους μαθητές διαμαρτυρήθηκαν αγανακτισμένοι (Ματθ. 26,8 και Ιωάν. 12,4-6). Η διαμαρτυρία είναι δείγμα αμφισβήτησης του αλάθητου του Χριστού: πώς επέτρεψε αυτή την απώλεια; Όταν ο Χριστός επενέβη και ζήτησε να μην πικραίνουν τη γυναίκα για την εκδήλωση της αγάπης της, επειδή ετοίμασε το σώμα Του για τον ενταφιασμό, οι άλλοι σιώπησαν ταπεινά, ο Ιούδας όμως, ενοχλημένος και επηρεασμένος από το σατανά, πήγε για την προδοσία. Ο εγωισμός τον τύφλωσε. Σίγουρα ο Ιούδας δεν πίστευε στη θεότητα του Χριστού. Ένας Θεός αξίζει κάθε τιμής και θυσίας και δεν προδίδεται. Ήθελε να κάνει το δάσκαλο στο Χριστό. Μάλιστα έκρυψε τη φιλαργυρία του στο δήθεν ενδιαφέρον του για τους φτωχούς. Οι αμαρτωλοί συνήθως προσπαθούν να καλύπτουν τις αμαρτίες τους και να τις δικαιολογούν.
     Με τη μεσολάβηση του Ιούδα οι αρχιερείς χάρηκαν (Μάρκ. 14,11 και Λουκά 22,5), γιατί θα μπορούσαν να συλλάβουν το Χριστό μακριά από τον όχλο και σε ώρα νυκτερινή, που όλοι κοιμούνται. Ο Ιούδας μάλιστα φανερά τους βεβαίωσε και τους έδωσε την υπόσχεση, ότι θα παραδώσει το Χριστό χωρίς την παρουσία του όχλου (Λουκά 22,6).
     Η αιτία της προδοσίας δεν ήταν τόσο η φιλαργυρία, όσο ο εγωισμός του. Αν ήταν αποκλειστικά φιλάργυρος, θα έφευγε πιο νωρίς από το φτωχό δάσκαλο Χριστό. Αν και στο παρελθόν έκλεβε χρήματα, δεν εγκατέλειψε, όμως, το Χριστό. Τώρα τον εγκαταλείπει, γιατί θίχθηκε ο εγωισμός του. Αν δεν είχε μεγάλο εγωισμό, θα συνέχιζε να κλέβει και δεν θα πρόδιδε το δάσκαλό του. Βέβαια είχε και φιλαργυρία, γιατί πήρε και χρήματα  για να προδώσει το Χριστό.
     Ίσως ο Ιούδας, όταν έχασε την πίστη του στη θεία προέλευση του Χριστού, άρχισε να εξηγεί τα θαύματα του Χριστού, όπως οι Φαρισαίοι, ως δαιμονικές ενέργειες. Ο εγωισμός σκοτίζει τον άνθρωπο, ώστε να μη διακρίνει το σωστό.
     Ο Ιούδας τυφλώθηκε από τη φιλαργυρία, τον εγωισμό και το διάβολο και δεν έβλεπε τι πήγαινε να κάνει.
 
2. Η προδοσία του Ιούδα ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να γίνει;
Το ότι ένας μαθητής θα γινόταν προδότης, ο Θεός το προγνώριζε. Άλλωστε το προφήτευσε και ο Δαβίδ στην Π.Δ. (Ψαλ. 40,10). Ο Χριστός το προφήτευσε πολλές φορές. Ο Χριστός το προγνώριζε, αλλά δεν το προκαθόρισε. Το προφήτευσε, επειδή θα γινόταν. Ο Θεός είδε την προδοσία και την προείπε. Δεν φταίει η πρόγνωση του Θεού, αλλά  η ελευθερία του Ιούδα.
     Όταν, μετά τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, πολύ πριν από το πάθος, μιλούσε ο Χριστός για την Θεία Κοινωνία, το σώμα και το αίμα Του, μερικοί μαθητές Του είπαν: «σκληρός είναι ο λόγος αυτός» και έφυγαν από κοντά Του. Ο Χριστός τότε  είπε στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε και σεις να φύγετε;». Ο Πέτρος απάντησε: «Πού να πάμε, εσύ μας μιλάς για την αιώνια ζωή και πιστεύσαμε και διαπιστώσαμε ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζωντανού». Αποκρίθηκε ο Χριστός: «Εγώ δε σας διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Κι όμως ένας από σας είναι διάβολος (κατήγορός μου)». Εδώ εννοούσε τον Ιούδα (Ιωάν. 6,60-71). Εδώ ο Χριστός λέει το παράδοξο: «αν και σας διάλεξα εγώ, ανάμεσά σας υπάρχει και προδότης».
     Η θυσία του Χριστού στο σταυρό ήταν πιο επώδυνη, αφού προδόθηκε από έναν μαθητή Του. Αυτή η προδοσία μάς διδάσκει πως κινδυνεύουν όλοι όσοι βρίσκονται κοντά στο Χριστό. Ο Ιούδας αποτελεί πρότυπο πολλών μελλοντικών προδοτών. Αν ο μαθητής του Χριστού που έβλεπε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού τον πρόδωσε, πόσο κινδυνεύουν οι μεταγενέστεροι που δε βλέπουν άμεσα το Χριστό και τα θαύματά Του;
     Ο Χριστός θα συλλαμβανόταν και θα θυσιαζόταν και χωρίς τη μεσολάβηση του Ιούδα. Δεν είναι δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να χρησιμοποιεί έναν άνθρωπο για το σχέδιό Του οδηγώντας τον στην αιώνια απώλεια. Αν έκανε θεάρεστο έργο ο Ιούδας, δε θα τον άφηνε ο Θεός να αυτοκτονήσει. Ο Ιούδας δείχνει τη μεγάλη διαφθορά των ανθρώπων και την ανάγκη της θείας θυσίας.
 
3. Γιατί ο Χριστός άφησε το μαθητή Του τον Ιούδα να τον προδώσει;
Ο Χριστός πολλές φορές προσπάθησε να τον αποτρέψει από την προδοσία. Αρκετό χρόνο πριν από το πάθος Του ο Χριστός επανειλημμένα (Ματθ. 12,40. 16,21-28. 17,12. 17,22-23. 20,17-19) προετοίμαζε τους μαθητές Του για το πάθος Του. Τους έλεγε πως θα πάθει πολλά, θα αποδοκιμασθεί από τους θρησκευτικούς άρχοντες, θα θανατωθεί και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.
     Σε μία προαναγγελία του Πάθους Του (Ματθ. 16,21-28), ο Πέτρος αντέδρασε και ζήτησε να μη συμβεί το πάθος. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο: «Ύπαγε πίσω μου σατανά …δεν ακολουθείς το θέλημα του Θεού, αλλά σκέφτεσαι ανθρώπινα». Στη συνέχεια ζήτησε από τους μαθητές Του  αυταπάρνηση και είπε: «τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν τον κόσμο όλο κερδίσει, αλλά χάσει την ψυχή του». Αυτά τα λόγια ήταν και μία σκληρή προειδοποίηση στον Ιούδα για το χάσιμο της ψυχής Του για 30 αργύρια.
     Στο Μυστικό Δείπνο μετά το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του ο Χριστός είπε: «εσείς είστε καθαροί, αλλ’ όχι όλοι» (Ιωάν. 13,10-11). Γνώριζε αυτόν, που θα Τον παραδώσει. Στη συνέχεια, ενώ διδάσκει την ταπείνωση (γι’ αυτό έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του), προειδοποιεί πάλι τον Ιούδα λέγοντας την προφητεία του Δαβίδ (Ψαλ. 40,10): «Εκείνος που τρώει μαζί μου ψωμί σήκωσε και με χτύπησε με τη φτέρνα του». Στην υποκριτική αταραξία του Ιούδα ο Χριστός ταράχθηκε για την απώλεια της ψυχής του και είπε καθαρά ότι κάποιος θα τον προδώσει (Ιωάν. 13,21). Ο Ιούδας πάλι έκανε τον ανήξερο. Ο Χριστός τον φανερώνει έμμεσα λέγοντας: «εκείνος που βούτηξε μαζί μου στην πιατέλα το ψωμί, αυτός θα με παραδώσει» (Ματθ. 26,23). Κι ενώ ο Ιούδας συνέχιζε να κρύβεται, λέει ο Χριστός απειλητικά: «αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο υιός του ανθρώπου (ο Μεσσίας) θα παραδοθεί. Καλό θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί (Ματθ. 26,24). Κι ενώ όλοι έλεγαν «μήπως είμαι εγώ», ο Ιούδας, για να μη φανερωθεί με τη σιωπή του, Τον ρώτησε κι αυτός χωρίς ντροπή: «μήπως είμαι εγώ»; Ο Χριστός τού είπε: «Συ το είπες», δηλ., όπως το είπες.
Ο επιστήθιος μαθητής Του αναφέρει πως ο Χριστός στο όρος Γεθσημανή έριξε κάτω προς τα πίσω τον Ιούδα και τους στρατιώτες, όταν τον πλησίασαν (Ιωάν.18,5-6). Ο Ιούδας δε συγκλονίσθηκε, αλλά υποκριτικά χαιρέτησε το Χριστό λέγοντας «χαίρε ραββί» και Τον φίλησε εγκάρδια, «κατεφίλησεν αυτόν» (Ματθ. 26,49). Ο Χριστός δεν του κακομίλησε, αλλά του είπε: «φίλε, γι’ αυτό που ήλθες εδώ, προχώρα» (Ματθ. 26,50). Ο Λουκάς (22,48) συμπληρώνει τα λόγια του Χριστού με την ερώτηση: «με φίλημα παραδίδεις τον Υιό του ανθρώπου;». Σα να του έλεγε: γνωρίζω γιατί ήρθες, είσαι προδότης, δε με ξεγελά το θερμό φιλί σου.
     Ο Χριστός προσπάθησε να τον συνετίσει. Ο Ιούδας, όμως, ήταν αμετάπειστος στην προδοσία.
 
4. Μήπως ο Ιούδας πρόδωσε το Χριστό, επειδή δεν ήταν ο απελευθερωτής από τους Ρωμαίους;
Ο Χριστός ποτέ δε μίλησε για επανάσταση όπλων. Οι προειδοποιήσεις για το πάθος Του αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο για επανάσταση. Αν ο Ιούδας ήταν ζηλωτής, δηλαδή επαναστάτης, θα έπρεπε να περιμένει μήπως ο Χριστός δείξει αργότερα τις θείες δυνάμεις Του και απελευθέρωνε το λαό. Με την προδοσία του οδηγούσε το Χριστό στην αφάνεια. Με το θάνατο του Χριστού δεν κέρδισε τίποτε η υπόθεση της επανάστασης. Αν ο Χριστός απογοήτευσε τον Ιούδα, ας τον εγκατέλειπε κι ας περίμενε άλλον απελευθερωτή Μεσσία.
     Επίσης ο επαναστάτης Ιούδας δε δικαιολογεί τη μεταμέλεια του προδότη και τον απαγχονισμό. Όταν επέστρεψε τα χρήματα, είπε στους αρχιερείς: «παρέδωσα αίμα αθώο» (Ματθ.27,4). Ο επαναστάτης Ιούδας, επίσης, έπρεπε να κρατήσει τα χρήματα για τις ανάγκες της αναμενόμενης επανάστασης. Με τον απαγχονισμό του δεν άλλαξε η κατάσταση της ρωμαιοκρατίας.
     Όλος ο λαός περίμενε απελευθερωτή Μεσσία. Όταν ο Χριστός πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια και έφαγαν χιλιάδες άνθρωποι, έλεγαν όσοι έφαγαν:  «πραγματικά αυτός είναι ο αναμενόμενος προφήτης. Ο Χριστός αντιλήφθηκε ότι σκοπεύουν να τον κάνουν  βασιλιά, και αναχώρησε στο όρος μόνος Του» (Ιωάν. 6,14-15).
     Και οι μαθητές του Χριστού περίμεναν από το Μεσσία απελευθέρωση. Δύο μάλιστα από τους πιο κοντινούς, τα αδέλφια Ιάκωβος και Ιωάννης, μαζί με τη μητέρα τους ζήτησαν από το Χριστό, όταν σε λίγο θα γινόταν βασιλιάς στα Ιεροσόλυμα, να τους βάλει δίπλα στο θρόνο Του δεξιά και αριστερά. Ο Χριστός τους εξήγησε ότι στα Ιεροσόλυμα τον περιμένει  πικρό ποτήρι, πηγαίνει για πάθος (Ματθ. 20,20-23). Αυτοί όμως δεν πρόδωσαν το δάσκαλό τους.
     Ο Ιούδας δεν ήταν επαναστάτης, αλλά μικρόψυχος, εγωιστής και φιλάργυρος.
 
5. Ο Ιούδας δε μετανόησε, όταν επέστρεψε τα τριάντα αργύρια και είπε στους αρχιερείς ότι αμάρτησε παραδίδοντας αίμα αθώο;
Άλλο πραγματική μετάνοια κι άλλο απλή μεταμέλεια. Η πραγματική μετάνοια χαρακτηρίζεται από  την προσπάθεια για διόρθωση του κακού, ενώ η απλή μεταμέλεια είναι αλλαγή σκέψης (απλή μεταστροφή) χωρίς καμία προσπάθεια διόρθωσης του κακού. Ο Ιούδας αναγνώρισε το λάθος του, αλλά δεν έκανε κάτι για να το διορθώσει. Αν μετανοούσε πραγματικά, θα πήγαινε να βρει το Χριστό και με δάκρυα θα ζητούσε τη συγχώρηση, όπως έκανε ο Πέτρος.
     Το ότι αυτοκτόνησε δείχνει ότι ο εγωισμός του τώρα λειτούργησε αυτοκαταστροφικά. Προφανώς έβαλε και το χέρι του κι ο διάβολος και τον οδήγησε στην απελπισία.
     Αν ο Ιούδας μετανοούσε πραγματικά, θα σωζόταν.

Ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος Ὕμνοι στὸ πρωτότυπο καὶ σὲ μετάφραση Ἀνδρέα Θεοδώρου







Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος»,
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας


Μεγάλη Παρασκευή

«Διὰ Λαζάρου τὴν ἔγερσιν, Κύριε, τὸ Ὡσαννὰ σοι ἐκραύγαζον παῖδες τῶν Ἑβραίων, φιλάνθρωπε• ὁ δὲ παράνομος Ἰούδας οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι».

Γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, Κύριε, τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων, σοῦ φώναζαν: Ὡσαννὰ (σῶσε μας), φιλάνθρωπε• ὁ παράνομος ὅμως Ἰούδας δὲ θέλησε νὰ ἐννοήσει, νὰ συνετιστεῖ.


***

«Κύριε, ἐπὶ τὸ πάθος τὸ ἑκούσιον παραγενόμενος, ἐβόας τοῖς μαθηταῖς σου• Κἄν μίαν ὥραν οὐκ ἰσχύσατε ἀγρυπνῆσαι μετ' ἐμοῦ, πῶς ἐπηγγείλασθε ἀποθνήσκειν δι' ἐμέ; κἄν τὸν Ἰούδαν θεάσασθε, πῶς οὐ καθεύδει, ἀλλά σπουδάζει προδοῦναί με τοῖς παρανόμοις• Ἐγείρεσθε, προσεύξασθε, μὴ τίς με ἀρνήσηται βλέπων με ἐν τῷ σταυρῷ. Μακρόθυμε δόξα σοι».

Κύριε, ὅταν ἔφθασες στὸ ἑκούσιο πάθος σου, φώναξες στοὺς μαθητές σου: Ἀφοῦ δὲν μπορέσατε μιὰ ὥρα ν' ἀγρυπνήσετε μαζί μου, πῶς ὑποσχεθήκατε νὰ πεθάνετε γιὰ μένα; Τουλάχιστον κοιτάξτε τὸν Ἰούδα πὼς δὲν κοιμᾶται, ἀλλ' ἐνεργεῖ γρήγορα νὰ μὲ προδώσει στοὺς παρανόμους. Σηκωθεῖτε καὶ προσευχηθεῖτε, κανένας νὰ μὴ μὲ ἀρνηθεῖ, βλέποντάς με ἐπάνω στὸ σταυρό. Μακρόθυμε, δόξα σοι.

***

«Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον γυμνὸς εἰς κρίσιν ἵστατο καὶ ἐν σιαγόνι ράπισμα ἐδέξατο ὑπὸ χειρῶν ὧν ἒπλασεν• ὁ δὲ παράνομος λαὸς τῷ σταυρῷ προσήλωσε τὸν Κύριον της δόξης• τότε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη• ὁ ἥλιος ἐσκότασε, μὴ φέρων θεάσασθαι Θεὸν ὑβριζόμενον, ὅν τρέμει τὰ σύμπαντα. Αὐτὸν προσκυνήσωμεν».

Αὐτός, ποὺ ντύνεται τὸ φῶς σὰν ἱμάτιο, στεκόταν γυμνὸς γιὰ νὰ δικαστεῖ καὶ στὸ σαγόνι του δέχτηκε ράπισμα ἀπὸ τὰ χέρια, ποὺ ὁ ἲδιος ἔπλασε• ὁ παράνομος ὅμως λαὸς κάρφωσε στὸ σταυρὸ τὸν Κύριο τῆς δόξης. Τότε τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίστηκε, καὶ ὁ ἥλιος σκοτίστηκε μὴ ἀνεχόμενος νὰ βλέπει Θεὸ ὑβριζόμενο, τὸν ὁποῖο τρέμουν τὰ σύμπαντα. Αὐτὸν ἂς προσκυνήσουμε.

***

«Ὃν πάντα φρίσσει καὶ τρέμει καὶ πᾶσα γλῶσσα ὑμνεῖ, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν, οἱ ἱερεῖς ἐρράπισαν καὶ ἔδωκαν αὐτῷ χολὴν• καὶ πάντα παθεῖν κατεδέξατο, σῶσαι θέλων ἡμᾶς ἐκ τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν τῷ ἰδίῳ αἵματι, ὡς φιλάνθρωπος».

Αὐτὸν ποὺ τρέμουν ὅλα τὰ ὄντα καὶ κάθε γλώσσα ὑμνεῖ, τὸ Χριστό, τὴ δύναμη καὶ σοφία τοῦ Θεοῦ, οἱ ἱερεῖς ράπισαν καὶ τοῦ ἔδωσαν νὰ πιεῖ χολή. Καὶ ὅλα καταδέχτηκε νὰ τὰ πάθει, θέλοντας νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὶς ἀνομίες μας μὲ τὸ ἲδιο του τὸ αἷμα, ὡς φιλάνθρωπος.

***

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανον ἐν νεφέλαις. 'Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἥλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμέν σου τὰ πάθη, Χριστέ. Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἒνδοξόν σου ἀνάστασιν».

Σήμερα κρεμᾶται ἐπάνω στὸ ξύλο Ἐκεῖνος ποὺ κρέμασε τὴ γῆ πάνω στὰ ὕδατα. Στεφάνι ἀπὸ ἀγκάθια φοράει στὴν κεφαλή, Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Ἀγγέλων. Ντύνεται μὲ ψεύτικη πορφύρα (βασιλικὸ ἱμάτιο), αὐτὸς ποὺ περιβάλλει τὸν οὐρανὸ μὲ σύννεφα. Δέχτηκε ράπισμα, Ἐκεῖνος ποὺ στὸν Ἰορδάνη (διὰ τοῦ βαπτίσματός του) ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ δεσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Μὲ καρφιὰ καρφώθηκε ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ λόγχη κεντήθηκε ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμε τὰ πάθη σου Χριστέ. Δεῖξε σέ μᾶς καὶ τὴν ἔνδοξή σου Ἀνάσταση.

***

«Τὸν νῶτόν μου ἔδωκα εἰς μαστίγωσιν, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπεστράφη ἀπὸ ἐμπτυσμάτων• βήματι Πιλάτου παρέστην καὶ σταυρὸν ὑπέμεινα διὰ τὴν τοῦ κόσμου σωτηρίαν».

Τὰ νῶτα μου ἔδωσα νὰ τὰ μαστιγώσουν, καὶ τὸ πρόσωπό μου δὲν ἀπόστρεψα, ὥστε ν' ἀποφύγει τὰ ἐμπτύσματα• στάθηκα κατηγορούμενος στὸ βῆμα τοῦ Πιλάτου καὶ ὑπέμεινα τὸ σταυρικὸ πάθος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

***

«Ἐπὶ ξύλου βλέπουσα κρεμάμενον, Χριστέ, σὲ τὸν πάντων κτίστην καὶ Θεὸν ἡ σὲ ἀσπόρως τεκοῦσα, ἐβόα πικρῶς• Υἱέ μου, ποῦ τὸ κάλλος ἒδυ τῆς μορφῆς σου; οὐ φέρω καθορᾶν σε ἀδίκως σταυρούμενον• σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι, ὅπως ἲδω κἀγὼ σοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἐξανάστασιν».

Βλέποντάς σε, Χριστέ, τὸν Κτίστη καὶ Θεό, ἡ Μητέρα σου, ἡ ὁποία σὲ γέννησε χωρὶς σπορὰ ἀντρική, νὰ κρέμεσαι ἐπάνω στὸ σταυρό, φώναξε πικρά: Υἱέ μου, ποῦ ἔσβησε τὸ κάλλος τῆς μορφῆς σου; Δὲν ἀντέχω νὰ σὲ βλέπω νὰ σταυρώνεσαι ἂδικα• σπεῦσε λοιπὸν ν' ἀναστηθεῖς, γιὰ νὰ δῶ κι ἐγὼ τὴν τριήμερη ἐκ τῶν νεκρῶν σου Ἀνάσταση.

***

«Σήμερον ὁ Δεσπότης τῆς κτίσεως παρίσταται Πιλάτῳ καὶ σταυρῷ παραδίδοται ὁ κτίστης τῶν ἁπάντων ὡς ἀμνὸς προσαγόμενος τῇ ἰδίᾳ βουλήσει• τοῖς ἥλοις προσπήγνυται καὶ τὴν πλευρὰν κεντᾶται καὶ τῷ σπόγγω προσψαύεται ὁ μάννα ἐπομβρήσας• τὰς σιαγόνας ραπίζεται ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου καὶ ὑπὸ τῶν ἰδίων δούλων ἐμπαίζεται ὁ πλάστης τῶν ἁπάντων. Ὢ Δεσπότου φιλανθρωπίας! ὑπὲρ τῶν σταυρούντων παρεκάλει τὸν ἴδιον Πατέρα, λέγων• Ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην• οὐ γὰρ οἴδασιν οἱ ἄνομοι, τί ἀδίκως πράττουσιν».

Σήμερα ὁ Δεσπότης τῆς κτίσης παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καὶ παραδίδεται σὲ σταυρικὸ θάνατο ὁ Κτίστης τῶν ἁπάντων, ὡς ἀμνὸς (ἀρνίο) ποὺ ὁδηγεῖται σὲ σφαγὴ μὲ τὴ δική του βούληση• καρφώνεται μὲ καρφιὰ καὶ κεντᾶται τὴν πλευρὰ καὶ ἀγγίζεται (στὸ στόμα) μὲ σπόγγο, αὐτὸς ποὺ ἔβρεξε στὴν ἔρημο τὸ μάννα• δέχεται ράπισμα στὴ σιαγόνα ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου καὶ ἀπὸ τοὺς δικούς του δούλους ἐμπαίζεται ὁ Πλάστης τῶν ὅλων. Ὢ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Δεσπότη! Ὑπὲρ τῶν σταυρωτῶν παρακαλοῦσε τὸ δικό του Πατέρα, λέγοντας: Συγχώρησε σ' αὐτοὺς τὴν ἁμαρτία αὐτή• γιατί δὲ γνωρίζουν οἱ ἄνομοι πόσο ἄδικα εἶναι αὐτὰ ποὺ πράττουν.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Το Μεγαλειο του Γολγοθα


Γνώρισε τον Ιησού Χριστό - Γνώρισέ Τον
Το Μεγαλείο του Γολγοθά
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας…».
Τη Μεγάλη Παρασκευή, νωρίς το πρωί, πριν χιλιάδες χρόνια, έλαβε χώρα το πιο συγκλονιστικό γεγονός της ανθρωπότητας…. το γεγονός που σφράγισε για πάντα τη θέση του Θεού απέναντι στον άνθρωπο και την αμαρτία.
Ήταν η ιστορική εκείνη στιγμή, η μοναδική και ανεπανάληπτη, που ο Ενσαρκωμένος Θεός γινόταν κατάρα για χάρη του ανθρώπου, γινόταν Εκείνος που απορρίφτηκε με τον πιο ειδεχθή τρόπο, για να γίνει ο άνθρωπος εκείνος που γίνεται αποδεκτός, βάσει πίστης, με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο… Ο Υιός του Θεού, ο Άμωμος και Φιλεύσπλαχνος Ιησούς Χριστός καρφώνεται πάνω σε ένα σταυρό, σαν να ήταν ένας ακόμη κακούργος της ρωμαϊκής εποχής. Εκείνα τα χέρια που απλώνονταν μόνο, για να προσφέρουν αγάπη, ενθάρρυνση, παρηγοριά, θεραπεία, τώρα καρφώνονταν από αδίστακτους ανθρώπους, που ούτε στο ελάχιστο μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι Αυτός που κάρφωναν ήταν ο Ίδιος ο Δημιουργός τους. Εκείνα τα πόδια, που περπατούσαν μόνο, για να φέρουν ελπίδα και αλήθεια και έτρεχαν στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, τώρα καρφώνονταν από ανθρώπους που ούτε στο ελάχιστο περνούσε από το μυαλό τους ότι το θύμα τους με μια απόφασή Του και μόνο θα μπορούσε να τους θανατώσει. Ο Δημιουργός του Σύμπαντος και του ανθρώπου θανατωνόταν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο από τα ίδια Του τα δημιουργήματα. Επέλεγε να πεθάνει για αυτά, μόνο και μόνο γιατί τα αγάπησε τόσο πολύ, τόσο απερίγραπτα πολύ…. Εκείνος, που κρέμασε τη γη στο Σύμπαν με τον Λόγο της Δημιουργικής Του Δύναμης, πέθαινε φρικτά βασανισμένος στον Σταυρό του Γολγοθά, στο Σταυρό της αισχύνης και συνάμα του ουράνιου Μεγαλείου…

Ο Σταυρός του Χριστού ξεκινά από την πρώτη στιγμή της δημόσιας Διακονίας Του. Σε κάθε απόρριψη, άρνηση ή προκατάληψη που δοκίμαζε από τους ανθρώπους, ακόμα και από τους πιο δικούς Του, χτιζόταν όλο και πιο βαθιά μέσα Του η πεποίθηση ότι από αυτόν τον κόσμο θα εξέλθει Νικητής ως Άνθρωπος θλίψεων. Αυτή η βεβαίωση και ολόθερμη αποδοχή εκ μέρους Του της Αποστολής Του, σμίλευε, μέσα από τις ώρες περισυλλογής και επικοινωνίας με τον Ουράνιο Πατέρα Του, μία βαθύτατη Σχέση, στην οποία κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να εισχωρήσει. Στην κορύφωση της δοκιμασίας Του, στον κήπο της Γεσθημανή, ξετυλίγεται μπροστά μας με τον πλέον ζωντανό τρόπο αυτή η παντοδύναμη Σχέση Πατέρα και Υιού. Τα λόγια του Χριστού «Πατέρα αν θέλεις να απομακρύνεις από μένα τούτο το ποτήρι· όμως, όχι το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου ας γίνει» ( Λουκάς, 22:42), θα στέκονται πάντα μοναδικά και ανεπανάληπτα στην ανθρώπινη ιστορία. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί πλήρως να νιώσει την αγωνία του Χριστού εκείνες τις ώρες, γιατί ποτέ κανείς δε θα σταθεί ως Θεός και Άνθρωπος μαζί στην αντιμετώπιση της αμαρτίας.
Η αγωνία στη Γεσθημανή και το Μαρτύριο του Σταυρού αντιπροσωπεύουν κάτι που δε θα μπορέσει ποτέ να γίνει πάλι, μα για πάντα θα είναι για εμάς η είσοδος στην Κοινωνία με τη Θεότητα και στην Αιώνια Ζωή. Δεν ήταν για τον θάνατο του Σταυρού που αγωνιούσε ο Ιησούς στη Γεσθημανή. Ο Ίδιος είχε δηλώσει εμφατικά ότι ήρθε με σκοπό να πεθάνει. Αυτό που ξέσχιζε την Ψυχή Του από την αδημονία και έκανε τον ιδρώτα να κυλά ως θρόμβος αίματος, ήταν η αγωνία Του μήπως και δεν αντεπεξέλθει ως Υιός Ανθρώπου, πράγμα που θα σήμαινε ότι δε θα μπορούσε να είναι ο Τέλειος Αντιπρόσωπος για το ανθρώπινο γένος. Επιπλέον, ο επερχόμενος αποχωρισμός από τον Πατέρα Του, με τον Οποίο, σε όλη την ουράνια, αλλά και επίγεια Ζωή Του ήταν μία Ενότητα, κατέκλυζε την Ψυχή Του με το πιο μεγάλο βάθος της οδύνης. Η επίθεση του Eχθρού ήταν τόσο δριμύτατη, που προσπαθούσε να Τον πείσει ότι, ακόμα και αν άντεχε το βάρος της ανθρώπινης αμαρτίας, το τίμημα θα άλλαζε μια για πάντα τη Σχέση Του με τον Ουράνιο Πατέρα. Θα ήταν τόσο οριστικό, που δε θα μπορούσε ποτέ πια να γίνει αποδεκτός από τον Θεό Πατέρα.
Μέσα σε εκείνες τις σκοτεινές και τόσο απροσπέλαστες για το κοινό μυαλό μας ώρες, ήταν συμπυκνωμένοι αιώνες αγωνίας και πόνου. Αν και δεν μπορούμε ούτε το ελάχιστο να συλλάβουμε από αυτή την Αγωνία του Θεανθρώπου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ιησούς δε ζήτησε να αποφύγει τον θάνατο, αλλά να σωθεί από τον θάνατο, που για Αυτόν ήταν ο αιώνιος αποχωρισμός από τον Λατρεμένο Πατέρα Του. Είναι τόσο απέραντα συγκλονιστικό να σκεφτούμε ότι ακόμα και αυτή την αγωνία του Ιησού δεν την προσδιόριζε το ενδιαφέρον για τον Εαυτό Του, αλλά το άπειρο βάθος της Αγάπης Του για τον Πατέρα Του. Αυτή η σκέψη μας βοηθά να προσεγγίσουμε, έστω, το βάθος της αγωνίας που εκφράζεται στην τρομακτική κραυγή που βγήκε από τα χείλη του Λυτρωτή: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» (Ματθαίος, 27:46). Εκείνη την τραγική ώρα, την τραγικότερη στη Ζωή του Θεανθρώπου, η συναίσθηση της Παρουσίας του Πατέρα Του, με Τον Οποίο ήταν μία αδιάσπαστη Ενότητα, Τον είχε εγκαταλείψει. Έπινε το τρομερό εκείνο Ποτήρι για το οποίο είχε παλέψει τόσες ώρες στην Γεσθημανή, το οποίο, όμως, ποτέ δεν ονόμασε. Είναι τόσο χαρακτηριστικό ότι εκείνη την ανείπωτα οδυνηρή ώρα ο Χριστός δεν ανέκραξε «Πάτερα μου», γιατί Τον καταπίεζε το συντριπτικό συναίσθημα της εγκατάλειψης και της απελπισίας. Όλος ο σωματικός πόνος ωχριούσε μπροστά στη φρίκη του πνευματικού αποχωρισμού από τον Πατέρα Του. Όμως, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Το θέαμα της αμαρτίας, που αντίκριζε ο Θεός Πατέρας εκείνες τις ώρες του Μαρτυρίου πάνω στον Υιό Του, ήταν ακραία αποτρόπαιο για την Αγιότητά Του. Αναπόφευκτα, ο Πατέρας απέστρεψε το Πρόσωπό Του από τον Υιό Του, που, εκείνες τις τραγικές έξι ώρες πάνω στον Σταυρό του Γολγοθά, λογιζόταν ως η απόλυτη κατάρα. Έτσι, ο Υιός, στον Οποίο έβρισκε τόση ευαρέσκεια η Ψυχή Του, υπέφερε και δοκίμασε τον πιο φρικτό πόνο από γενέσεως κόσμου για χάρη του ανθρώπου. Η οργή του Θεού Πατέρα εναντίον της αμαρτίας, πλημμύρισε την Ψυχή του Υιού με φρίκη. Σε όλη την Άγια Ζωή Του, ο Χριστός κήρυττε σε έναν αποστάτη κόσμο την καλή Αγγελία του Ελέους, της Ευσπλαχνίας και της Αγάπης του Πατέρα. Τώρα, όμως, το τρομερό βάρος της ενοχής που σήκωνε, έκανε απρόσιτο το Πρόσωπο του Πατέρα. Του ήταν αδύνατο να δει το Διαλλακτικό και Τρυφερό Πρόσωπο του Πατέρα Του και αυτή η ασύλληπτη απελπισία και θλίψη συνέτριψαν την Καρδιά Του, επιφέροντας και το σωματικό θάνατο.
Ο Θεάνθρωπος βίωσε τον απόλυτο πόνο και την εγκατάλειψη, γιατί μονάχα αυτός ο τρόπος υπήρχε, για να ολοκληρωθεί το Έργο της Απολύτρωσης, χωρίς να πληρώσει το Τίμημα ο άνθρωπος. Έτσι, όταν ο Σωτήρας ανέκραξε «Τετέλεσται», (Ιωάννης, 19:30), το πλέον σίγουρο ήταν πως αυτή δεν ήταν μία φράση τυχαία. Το Έργο της Απολύτρωσης είχε ολοκληρωθεί στην εντέλεια και κανείς, ούτε ακόμα και ο ίδιος ο Αντίδικος, δε θα μπορούσε να εντοπίσει σε αυτό το παραμικρό ψεγάδι. Η θριαμβευτική αυτή κραυγή, όχι μόνο σήμανε την πιο χαρμόσυνη πραγματικότητα για τον κόσμο, μα και εγκαινίασε την πιο υπέροχη επιλογή: για κάθε ψυχή που θα δεχόταν αυτό το Δώρο, ανοιγόταν η θύρα της αιώνιας ζωής στη Βασιλεία των Ουρανών.
Ο Αντίδικος είχε οριστικά αποστομωθεί και κάθε κατηγορία του για τη δήθεν άδικη φύση του Θεού δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί. Οι απαιτήσεις της Θείας Δικαιοσύνης είχαν οριστικά ικανοποιηθεί και για τον κάθε άνθρωπο είχε δοθεί η λύση στο πρόβλημα της προσωπικής του αμαρτίας, αρκεί μόνο αυτός να επέλεγε να ζήσει την πλέρια Ζωή που ο Θεός διεκδίκησε και πέτυχε για χάρη του. Στην τελευταία Του κραυγή πάνω στο Σταυρό, ο Χριστός απευθύνθηκε στον Λατρεμένο Του Πατέρα με αυτό το τόσο στοργικό και προσφιλές Του Όνομα:«Πατέρα, στα  χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου. Και όταν τα είπε αυτά εξέπνευσε». ( Λουκάς, 23:46). Ο Χριστός άπλωσε το χέρι της πίστης μέσα από το σκοτάδι και διεκδίκησε με εμπιστοσύνη την αιώνια νίκη. Ακόμα και στο ασήκωτο βάρος της μοναξιάς και του αγώνα, όταν κανένας άγγελος δεν ερχόταν να Τον ενισχύσει, όταν ο Εχθρός μαχόταν εναντίον Του με όλες του τις δυνάμεις, όταν το Τρισαγαπημένο Πρόσωπο του Πατέρα φαινόταν απελπιστικά μακριά, Εκείνος ατένισε προς τα Ουράνια με πίστη, οραματιζόμενος τη Μέρα εκείνη που θα ήταν και πάλι κοντά στον Θεό, μαζί με εκείνους που λύτρωσε και υιοθέτησε. «Άξιος είσαι… επειδή, σφάχτηκες, και μας αγόρασες στον Θεό με το αίμα σου, από κάθε φυλή και γλώσσα και λαό και έθνος· και μας έκανες βασιλιάδες και ιερείς στον Θεό μας· και θα βασιλεύσουμε επάνω στη γη».(Αποκάλυψη Ιωάννη, 5: 9,10). Έτσι, έκλεισε τα μάτια Του με πίστη, έχοντας την εμπιστοσύνη ότι ο Πατέρας Του θα δεχόταν τη Θυσία Του και η ελπίδα και η χαρά θα ανέτελλαν και πάλι για το ανθρώπινο γένος.
Είναι γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο Τέλειος Θεός μας αγάπησε τόσο απερίγραπτα πολύ. Πάντως, σίγουρα, δεν υπέστη όλη αυτή την ανείπωτη Τραγωδία από συμπάθεια και μόνο για εμάς. Άλλωστε, αν το μόνο που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι είναι η συμπάθεια, τότε ο Σταυρός του Χριστού είναι ένας παραλογισμός. Εκείνο που χρειάζεται ο κόσμος δεν είναι ένα ψίχουλο αγάπης, αλλά τον Ίδιο τον Θεό Εσταυρωμένο και Αναστημένο μέσα στην ψυχή του, τον Ίδιο τον Λυτρωτή να σαρώνει καθετί το παλαιό και να τα κάνει όλα νέα. «Γι αυτό, αν κάποιος είναι εν Χριστώ, είναι καινούργιο κτίσμα· τα αρχαία πέρασαν, δέστε, τα πάντα έγιναν καινούργια». (Κορινθίους Β΄, 5:17). Ο Κύριός μας, προσφέροντας τον Εαυτό Του με τόση αυταπάρνηση, θέλησε και θέλει αυτή η Προσφορά και η Απολύτρωση να γίνουν το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας. Η Θυσία Του άνοιξε έναν δρόμο για την κάθε ανθρώπινη ψυχή, έτσι ώστε να γίνει εφικτή η Σχέση με τη Θεότητα, θεμελιωμένη και επαναπροσδιορισμένη πάνω στις έννοιες της Αγάπης (που πάντα υπήρχε), της Συγχώρεσης, της Καθαρότητας, της Αποδοχής. Αυτή η ζωντανή Σχέση γίνεται το καθημερινό συναρπαστικό ταξίδι, με το οποίο η κάθε ψυχή, που αποδέχεται το Έργο της Απολύτρωσης, μαθαίνει να ζει με τρόπο που φέρνει, όχι μόνο τη μέγιστη ευλογία στην ίδια και στον πλησίον, αλλά και τη μέγιστη τιμή στη Θεότητα.
Ο Σταυρός του Χριστού είναι το κέντρο του χρόνου και της αιωνιότητας, είναι το Μέγιστο Σημείο στο χρονοδιάγραμμα της ανθρώπινης ιστορίας, στο οποίο τα δύο μεγάλα αυτά αινίγματα συναντώνται και παίρνουν την απάντησή τους από το Άγιο Αίμα του Ιησού Χριστού. Ο Σταυρός του Γολγοθά σε καμία περίπτωση δεν είναι ο σταυρός του ανθρώπου, είναι ο Σταυρός του Θεανθρώπου και, ας είμαστε βέβαιοι, ότι από όποιες δοκιμασίες και αν περνάμε, αυτό τον Σταυρό δεν μπορούμε ποτέ να τον κατανοήσουμε στην ολότητά του. Ο Σταυρός είναι η έκφραση της απόλυτης Φύσης του Θεού και της πιο αληθινής Αγάπης που θα γνωρίσει ποτέ ο κόσμος. Πάνω σε αυτόν, ο άνθρωπος κάθε εποχής μπορεί, με τον πλέον ζωντανό τρόπο, να αντιληφθεί ότι η επιλογή του Θεού ήταν να πονέσει ο Ίδιος, για να μπορέσει ο άνθρωπος να σωθεί από το μισθό της αμαρτίας και να έχει τη δυνατότητα να Τον επιλέξει ως Κύριο και Θεό Του. Ακριβώς για αυτό, μόνο ο Σταυρός του Θεανθρώπου μπορεί να γίνει η θύρα, μέσα από την οποία κάθε ανθρώπινο πλάσμα δύναται να πειραματιστεί μία ζώσα Σχέση με τον Θεό σε αυτή τη ζωή και να απολαύσει την απεραντοσύνη της αιωνιότητας. Στους ατελεύτητους αιώνες, τα σημάδια από τα καρφιά στα χέρια του Ιησού Χριστού, θα είναι για κάθε ψυχή, είτε αυτή έζησε πριν την εποχή του Χριστού, είτε μετά, οι αδιάψευστοι μάρτυρες της πιο βαθιάς και ανυπόκριτης Αγάπης του κόσμου, αλλά και η επιστήμη των λελυτρωμένων, που θα μαθαίνουν κάθε μέρα και πληρέστερα γιατί ένας Τέλειος Θεός αγάπησε τόσο απόλυτα και ολοκληρωτικά, τόσο απέραντα και μοναδικά τον ατελή άνθρωπο. «Και αν κάποιος του  πει: Τι είναι αυτές οι πληγές στο μέσον των χεριών σου; Θα απαντήσει, Εκείνες, που  πληγώθηκα στο σπίτι των φίλων μου». (Ζαχαρίας, 13:6).
O Σταυρός του Χριστού στήθηκε σε αυτή τη γη, πριν κάποιες χιλιάδες χρόνια. Δε στήθηκε, όμως, για να μας μείνει ως ανάμνηση, την οποία θα τιμούμε με μια θρησκευτική συγκατάβαση τις μέρες του Πάσχα, αλλά θα προσπερνούμε αδιάφορα και επιπόλαια τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου. Βαθιά επιθυμία του Λυτρωτή μας είναι ο Σταυρός Του να αλλάξει μια για πάντα τους σκοπούς μας σε αυτή τη ζωή, προσανατολίζοντάς τους προς αυτό που οδηγεί στην αιώνια ευτυχία μας. Μπορεί από ιστορική άποψη ο Σταυρός του Χριστού να είναι ένας ακόμη ανάμεσα στους χιλιάδες που έστησε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μα από την άποψη της Αγίας Γραφής και της Αιωνιότητας είναι πιο σημαντικός από όλα τα βασίλεια του κόσμου. Είναι ασύγκριτος. Είναι το κέντρο της σωτηρίας, η μόνη βάση για την ανθρώπινη ευτυχία, η Μέγιστη Απόδειξη, που για πάντα θα μας θυμίζει πως ο λόγος για τον οποίο μας είναι τόσο εύκολο να κερδίσουμε τη σωτηρία είναι γιατί αυτή κόστισε στον Θεό τόσο απερίγραπτα πολύ.
Ας είναι αδιάλειπτη προσευχή μας το αίτημα να συνειδητοποιούμε κάθε μέρα και περισσότερο Ποιος είναι ο Θεός και τι επέλεξε να περάσει για εμάς, για να μας εξασφαλίσει αυτό που με κανένα άλλο τρόπο δε θα μπορούσαμε να απολαύσουμε, τη δωρεάν Σωτηρία. Άφησε αυτή τη σκέψη να υπερχειλίσει από ευγνωμοσύνη την καρδιά σου και να δυναμώσει το πνεύμα σου με τη βεβαιότητα ότι, όποια και αν είναι η σημερινή σου κατάσταση, όποιοι πόνοι και αν θλίβουν την ψυχή σου, αυτή η Ύψιστη Αγάπη στο Σταυρό του Γολγοθά εξακολουθεί να είναι μαζί σου, να σε παρηγορεί, να σε ζεσταίνει, να πληρώνει και να ενισχύει όλη σου την ύπαρξη. Αξίζει να επιλέξεις ο Σταυρός του Χριστού να γίνει το σημείο αναφοράς σου σε αυτή τη ζωή και η βάση πάνω στην οποία θα χτίσεις όλα σου τα όνειρα. Τα ευλογημένα λόγια του Αποστόλου Παύλου, «Επειδή, αποφάσισα να μη ξέρω ανάμεσά σας τίποτε άλλο, παρά μονάχα τον Ιησού Χριστό κι αυτόν σταυρωμένον». ( Α΄ Κορινθίους, 2:2), αξίζει να γίνουν για σένα η πηγή, από την οποία κύματα αγνής αγάπης θα αναβλύζουν προς όλους τους συνανθρώπους σου ανεξαιρέτως.
Αν ακόμα δεν έχεις και δεν έχω ανακαλύψει τον τρόπο να προσφέρουμε ανυστερόβουλα και να αγαπάμε αβίαστα και αυθόρμητα τον πλησίον μας, ας αναβλέψουμε στην Καταματωμένη Φιγούρα πάνω στο Σταυρό. Σε εκείνη τη φρικτά κακοποιημένη και όμως τόσο απερίγραπτα Γαλήνια Μορφή, σε Εκείνο το ανείπωτα πονεμένο και όμως τόσο ξέχειλο από αγάπη Βλέμμα, θα βρούμε την απάντηση σε όλα τα ερωτηματικά μας….
Μην αναβάλλεις ή ακόμα μη διστάζεις καθημερινά να ζητάς από τον Επουράνιο Πατέρα στην προσευχή σου κάθε λόγος, ενέργεια, απόφαση να αποβλέπουν στο να δοξάσουν τη Λατρεμένη Μορφή στο Σταυρό. Είθε ο Σταυρός του Χριστού να συγκλονίζει καθημερινά τη ζωή σου και τη ζωή μου, να φωτίζει τις διάνοιές μας, να καθαρίζει τις καρδιές μας και να μας ετοιμάζει για αυτό που θα δικαιώσει όσο τίποτα άλλο εκ μέρους μας τη Μέγιστη αυτή Θυσία: τη ζωή στην Ουράνια Βασιλεία μαζί Του, εκεί όπου θα έχουμε το ύψιστο προνόμιο να αναβλέψουμε στο Λατρεμένο Του Πρόσωπο, να βυθιστούμε στα καθάρια Μάτια Του, να φιλήσουμε τα σημαδεμένα Χέρια Του, να Τον αγκαλιάσουμε και να Του πούμε από τα βάθη της καρδιάς μας: Σωτήρα μου, Σ’ ευχαριστώ ολόθερμα για όλα όσα υπέστης για χάρη μου, Σ’ ευχαριστώ που πήρες τη θέση μου, Σ’ ευχαριστώ γιατί δε μου έδωσες αυτό που μου άξιζε, αλλά με τόση αγάπη μου έδωσες αυτό που δε μου άξιζε, τη Χάρη Σου, τον Εαυτό Σου, την Αιωνιότητα κοντά Σου.
Ας μη στερηθεί κανένας από εμάς τη μεγαλύτερη χαρά όλων των εποχών: να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών, απολαμβάνοντας στο διηνεκές τη Λατρεμένη Ύπαρξη του Τριαδικού Θεού. Ο Σταυρός του Χριστού έκανε εφικτή για όλους μας τη βίωση αυτής της ανείπωτα όμορφης και συγκλονιστικά πραγματικής ευτυχίας. Αξίζει αυτή η γνώση να γίνει το πιο ιερό και άγιο καύχημά μας….
«Σε μένα, όμως, μη γένοιτο να καυχώμαι, παρά μονάχα στον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διαμέσου τού οποίου ο κόσμος σταυρώθηκε ως προς εμένα και εγώ ως προς τον κόσμο». ( Γαλάτας, 6:14). ΑΜΗΝ.

Τα άγια Πάθη τού Κυρίου Ιησούτου Μιχαήλ Χούλη


 
Μυστικός Δείπνος ονομάστηκε ο τελευταίος δείπνος του Ιησού με τους μαθητές Του γιατί έγινε εν κρυπτώ, εφόσον τον αναζητούσαν οι ιουδαϊκές αρχές, στην ουσία για να τον εξοντώσουν. Υπήρξε ακόμη Μυστικός διότι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας μόνο με πίστη προσεγγίζεται, αφού υπερβαίνει τη λογική. Αλλά και διότι με αόρατο τρόπο η άκτιστη χάρη του Θεού επενεργεί στα ανθρώπινα.
Την Πέμπτη εκείνη πριν από το πάθος Του (Μ. Πέμπτη πλέον για την Εκκλησία) ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του για να τους δείξει ότι η ταπεινοφροσύνη είναι ανάμεσα στις αρετές ο σπουδαιότερος θησαυρός. Και ότι όποιος ορέγεται εξουσία, στην πραγματικότητα θα πρέπει να είναι πάντων διάκονος. Στην συνέχεια έλεγξε ψυχολογικά τον Ιούδα, ανώνυμα, μήπως και μετανοήσει, αλλά και για να αποτρέψει την ενδεχόμενη επιθετικότητα του Πέτρου, ο οποίος ήταν αψίθυμος μαθητής. Παρέδωσε μάλιστα στο διηνεκές το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, που ονομάζεται ‘φάρμακο αθανασίας’, και έδωσε στους παρευρισκόμενους να κοινωνήσουν αυτόν τον ίδιο, με τα λόγια: «Λάβετε φάγετε, αυτό ΕΙΝΑΙ το σώμα μου» και «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό ΕΙΝΑΙ το αίμα μου….». Δεν τους είπε ότι αυτά «θα συμβολίζουν από δω και πέρα το σώμα και το αίμα μου», αλλά ότι «ΕΙΝΑΙ το σώμα και το αίμα μου». Εξάλλου, όταν μίλησε στους Ισραηλίτες και τους δίδαξε ότι θα δώσει τη σάρκα Του για να φάνε και να ζήσουν, εκείνοι φιλονικούσαν μεταξύ τους και έλεγαν: «Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;». Τότε ο Χριστός επιβεβαίωσε τα λόγια Του και εξήγησε ότι «εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωήν μέσα σας»….. «εκείνος που με τρώει θα ζήσει ένεκεν εμού» (Ιω. 6,46-58). Είναι ξεκάθαρο επομένως τι εννοούσε ο Χριστός και τι κατάλαβαν οι ακροατές Του. Ο Χριστός βρίσκεται ως εκ τούτου σε κάθε σταγονίδιο και σε κάθε ψιχίο της Θ. Μεταλήψεως, σε όποιο σημείο της γης κι αν τελείται η Θεία Λειτουργία, όπως ακριβώς η ίδια εικόνα, αν και είναι μία, βρίσκεται σε κάθε οθόνη τηλεοράσεως. Η νέα Διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπων επισφραγίστηκε πλέον με το ίδιο του το αίμα και βασίζεται στο θάνατο του Χριστού.
Αποχαιρέτησε δε τους μαθητές του με μοναδικά λόγια, λέγοντάς τους να αγαπάνε ο ένας τον άλλο, και μάλιστα ότι πρέπει να έχουν αγάπη προς τους εχθρούς τους για να είναι πραγματικά μαθητές Του. Έδειξε πως η προσευχή είναι όπλο και πανοπλία πνευματική, αφού άλλωστε ό,τι κι αν ζητήσουν πλέον οι πιστοί, λέγει ο Χριστός, θα τους το παρέχει (εννοείται αν τους συμφέρει και πνευματικά). Τους είπε ότι δεν θα τους αφήσει ορφανούς (αφού αναχωρήσει σωματικά από τη γη) και τους ονόμασε φίλους, γεγονότα που σε καμία θρησκεία δεν απαντώνται. Επίσης, «χωρίς εμένα, τους είπε, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιω. 15,6). Πράγματι, θεμέλιο άλλο κανείς δεν μπορεί να θέσει, παρά τον ήδη θεμελιώσαντα τον νέο κόσμο της χάριτος, Ιησού Χριστό, σύμφωνα και με τον απ. Παύλο (Α΄ Κορ. 3,11), αλλά και τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος διασώζει ότι ο Ιησούς αποχαιρετώντας τους μαθητές Του αυτοχαρακτηρίστηκε ως «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14,6) και ως εκ τούτου η πίστη στη θεότητά Του δεν είναι νεώτερο δήθεν εφεύρημα της Εκκλησίας.
Τη Μ. Πέμπτη το βράδυ, γύρω στις 10, και μετά το δείπνο, ο Ιησούς και οι μαθητές του κατευθύνθηκαν στον κήπο της Γεθσημανή (σημαίνει Ελαιοτριβείο), στους πρόποδες του λόφου των Ελαιών. Όσο εκείνος προσευχόταν, και λόγω της μεγάλης Του αγωνίας (γνώριζε τι θα του συμβεί), σταγόνες ιδρώτα και αίματος έπεφταν στο έδαφος, γεγονός που επαληθεύεται σήμερα από την ιατρική επιστήμη και αποδεικνύει για άλλη μια φορά την αλήθεια των Ευαγγελίων. Οι μαθητές Του δεν μπόρεσαν να μείνουν άγρυπνοι και να τον συνδράμουν. Ο Ιησούς και ο Ιούδας ήσαν οι μόνοι άγρυπνοι και σε εγρήγορση, ο πρώτος θετικά, ο δεύτερος ύπουλα και αρνητικά. Το αίτημα του Ιησού προς τον Θεό Πατέρα Του ήταν να μην πιεί το άδικο ποτήρι του μαρτυρίου, αφού είναι ο μόνος αθώος της υπόθεσης για χάρη των ανθρώπων. Πλην όμως, δέχεται στη συνέχεια της προσευχής Του να το πιεί, αφού γι’ αυτό ήρθε στον κόσμο, για να τηρήσει το θέλημα του Θεού. Δεν δειλιάζει παρακαλώντας τον Πατέρα του, αλλά και ως τέλειος άνθρωπος αντιδρά στο θάνατο, αφού ο άνθρωπος πλάσθηκε εξ αρχής για τη ζωή και ο θάνατος εισέβαλε λαθραία και ύπουλα στη δημιουργία του Θεού, με την απομάκρυνση των πρώτων ανθρώπων από Αυτόν. Οι μαθητές του στη συνέχεια θα νικηθούν από τον πειρασμό, όπως τους είπε, διότι χωρίς αγρυπνία και προσευχή δεν μπορεί να προκόψει αγιοπνευματικά ο άνθρωπος (ο πειρασμός των μαθητών ήταν να αμφιβάλουν για τη θεότητα του Ιησού, όταν τον είδαν να παραδίδεται και να υποφέρει, αδύναμος αυτός, σε χέρια ανόμων). Ο Ιούδας με φίλημα προδίδει ακολούθως τον Διδάσκαλό του. Βγήκε έτσι αληθινή η προφητεία του Ψλμ. 40,10 που έλεγε: «Εκείνος που έτρωγε τον άρτο μαζί μου, έστρεψε την πτέρνα του εναντίον μου». Όπως δεν είναι λογικό να αρνηθεί κανείς τη θυσία και τη μοναδικότητα του Θεανθρώπου επειδή ο Ιούδας τότε τον πρόδωσε (τίποτα δεν αποκρύπτουν τα Ευαγγέλια γι’ αυτό και είναι αληθινά), άλλο τόσο δεν είναι λογικό να αρνηθεί σήμερα κάποιος την Εκκλησία γιατί υπάρχουν ορισμένοι ενδεχομένως ανάξιοι ιερωμένοι. Πάντα θα υπάρχουν ασθενείς και αδύναμοι άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί, που μπορεί με τη μετάνοιά τους να σωθούν (η έννοια της Εκκλησίας προσεγγίζεται κυρίως ως νοσοκομείο και όχι ως δικαστήριο), ενώ, εκείνοι που κατακρίνουν, πνευματικά να χαθούν. 
Συνέλαβαν τότε τον Ιησού και τον έδεσαν, ενώ οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Οι στρατιώτες και οι Ιουδαίοι φρουροί έφεραν τον Ιησού στον πανίσχυρο αρχιερέα Άννα, πεθερό του Καϊάφα, ο οποίος είχε εκείνη τη χρονιά το αξίωμα του αρχιερέα. Ο αρχιερέας έκανε ερωτήσεις στον Ιησού για το πού βρίσκονταν οι μαθητές Του και τι δίδασκε ο ίδιος. Ο Χριστός απέφυγε έξυπνα να αποκαλύψει τους μαθητές του, απαντώντας: «Ρώτησε όλους όσους με άκουσαν, αφού κρυφά δεν δίδαξα ποτέ». Η μόνη κατηγορία κατά του Ιησού στη διάρκεια της δίκης-παρωδίας ήταν αυτή που ακούστηκε από δύο ψευδομάρτυρες: Τον ακούσαμε, είπαν, να λέει: «Μπορώ να γκρεμίσω τον Ναό του Θεού και να τον ξαναχτίσω μέσα σε τρεις ημέρες» (Μτθ. 26,61). Ο Χριστός βέβαια εννοούσε το σώμα του, που θα έμενε στον τάφο τρεις μόνο ημέρες, ενώ μετά θα ανασταινόταν. Όσο διαρκούσε η δίκη, ο Ιησούς σιωπούσε και δεν υπερασπιζόταν τον εαυτόν του. Γνώριζε πως η απόφαση είχε ήδη από καιρό παρθεί. Όταν όμως ο αρχιερέας τον εξόρκισε στο όνομα του Θεού να πει αν είναι ο μεσσίας (έκανε τη ερώτηση επίτηδες για να τον κατηγορήσουν για βλασφημία), ο Χριστός δημόσια ομολόγησε ότι πράγματι ήταν. Τότε ο αρχιερέας έσκισε τα ρούχα του, κρίθηκε ο Χριστός ένοχος θανάτου, ενώ τον έφτυναν και τον χτυπούσαν. Ο Πέτρος που καθόταν έξω στην αυλή, τον αρνήθηκε τρεις φορές μπροστά σε υπηρέτες. Όταν λάλησε αμέσως μετά ο πετεινός, θυμήθηκε τα λόγια του Ιησού: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα αρνηθείς τρεις φορές πως με ξέρεις» (Ματθ. 26,75). Έφυγε τότε και έκλαψε πικρά. Ο Πέτρος είχε πρωτύτερα ιδιαίτερα υπερηφανευθεί και υποσχέθηκε ότι δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τον Χριστό, ακόμα κι αν όλοι οι άλλοι έχαναν την εμπιστοσύνη τους σ’ Εκείνον. «Εγώ ποτέ δεν θα κλονιστώ» του είπε, «ακόμη κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί Σου» (Μτθ. 26,31-35). Επέτρεψε λοιπόν ο Κύριος να «πέσει» ο Πέτρος και να ταπεινωθεί, γιατί έτσι μπορούσε καλύτερα να παιδαγωγηθεί, να «σπάσει» ο εγωισμός του και εν μετανοία να στηρίξει αργότερα κατά πολύ την Εκκλησία. Αλλά και κάθε αμαρτία, μικρή ή μεγάλη, είναι άρνηση μερική ή ολική του Χριστού και απαιτείται από όλους μας καθημερινή μετάνοια και συχνή Εξομολόγηση. Οι υπόλοιποι μαθητές προτίμησαν τον ασφαλή δρόμο της σιωπής, που έχει καταδικάσει πολλούς ανθρώπους στην ιστορία.
Μετά τις ιουδαϊκές αρχές αναλαμβάνουν οι Ρωμαίοι, αφού μόνο αυτοί μπορούσαν να θανατώσουν άνθρωπο. Ο Σωτήρας οδηγήθηκε στον Πιλάτο. Ο Ρωμαίος Επίτροπος, αφού άκουσε τις κατηγορίες των Ιουδαίων, ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό να μην πληρώνει φόρο και ότι ισχυρίζεται πως είναι βασιλιάς, διαπίστωσε την αθωότητα του Ιησού και -παρά την προειδοποίηση της γυναίκας του ότι αποκαλύφθηκε στο όνειρό της πως ήταν αθώο θύμα- τον καταδίκασε τελικά από δειλία σε σταυρικό θάνατο, αφού οι αρχιερείς τον κατηγόρησαν πως δεν είναι φίλος του αυτοκράτορα, και αφού είναι αλήθεια ότι προσπάθησε να παζαρέψει με το λαό την απελευθέρωση του Ιησού αντί του Βαραββά, ενός επαναστάτη μάλλον ζηλωτή εναντίον της Ρώμης. Ο Ρωμαίος Επίτροπος έβαλε πάνω από την αλήθεια το συμφέρον του, αλλά και ο Ιησούς τού ξεκαθάρισε ότι η βασιλεία Του δεν είναι απ’ αυτόν τον κόσμο και ότι θα κατακτήσει τον κόσμο με όπλο την αλήθεια. Όταν είδε λοιπόν ο Πιλάτος πως δεν πετυχαίνει τίποτα, και ανάμεσα στις κραυγές του όχλου που φώναζε «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ τον», πήρε νερό και ένιψε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: «Εγώ είμαι αθώος για το αίμα αυτού του δικαίου. το κρίμα πάνω σας». Νόμισε πως με το πλύσιμο των χεριών του θα μετέφερε την ενοχή μόνο στους Ιουδαίους. Ο Θεός όμως κρίνει όχι μόνο από τις εξωτερικές πράξεις, αλλά κατεβαίνοντας στα βάθη των καρδιών. Οι Ιουδαίοι παρέδωσαν στις Αρχές κατοχής του τόπου τους έναν επιφανή συμπατριώτη τους, πνευματικό διδάσκαλο και αγνό ειρηνιστή, όπως πίστευαν όλοι, για να θανατωθεί. Η πράξη τους υπήρξε προδοτική και άθλια. Ούτε βέβαια μετανόησαν οι τότε αρχιερείς, εφόσον στον Ιούδα που επέστρεψε τα 30 αργύρια της προδοσίας και τους είπε «αμάρτησα, γιατί έστειλα στο θάνατο έναν αθώο», απάντησαν: «Κι εμάς τι μας νοιάζει; Δικό σου είναι το κρίμα» (Μτθ. 27,3-5).
Αμέσως μετά ο Πιλάτος έδωσε εντολή να μαστιγώσουν τον Ιησού και τον παρέδωσε να σταυρωθεί (Μτθ. 27,24-26). Το φραγγέλωμα (μαστίγωμα) γινόταν με μαστίγιο στις άκρες του οποίου ήταν προσαρτημένα μικρά κομμάτια σιδήρου ή οστών, τα οποία ξέσχιζαν το δέρμα του θύματος. Πολλοί πέθαιναν και μόνο από το βασανιστήριο αυτό. Το σώμα του Ιησού γέμισε από πληγές και το μαρτύριο επιδεινώθηκε όταν τον έντυσαν πάνω από τις πληγές και όταν του φόρεσαν κόκκινη χλαμύδα για να τον περιπαίξουν. Ακόμη, όταν του φόρεσαν με πίεση αγκάθινο στεφάνι και όσο τον κτυπούσαν στο κεφάλι με καλάμι. Τη στιγμή μάλιστα που τον έγδυναν για να σταυρωθεί, αποσπόταν και η σάρκα μαζί με τα ρούχα. Τα δε καρφιά (τετράγωνα) στους καρπούς και στα πόδια αχρήστευσαν κεντρικά νεύρα του σώματός του και το παρατεταμένο μαρτύριο ήταν αφόρητο. Άλλωστε, τα σώματα των σταυρωμένων είχαν παροξυσμούς και το πρόσωπο μελάνιαζε. Ο σταυρός του Κυρίου δεν ήταν πάσσαλος, γιατί ο καταδικασμένος σε πάσσαλο πέθαινε πάνω σ’ αυτόν μέσα σε λίγα λεπτά. Του σταυρωμένου το σώμα διαμορφωνόταν από το βάρος σε σχήμα Υ και αυτό προκαλούσε αυξανόμενη ασφυξία. Οι επανειλημμένες προσπάθειες ανόρθωσης για να αναπνεύσει είχαν –λόγω υπέρμετρου πόνου, αιμορραγίας, πυρετού και παραλυσίας- συνέπεια την αδυναμία ανόρθωσης και ο θάνατος επερχόταν συνήθως από ασφυξία. Τους καταδίκους μάλιστα σταύρωναν εντελώς γυμνούς για να τους εξευτελίσουν πλήρως.    
Πάνω από το σταυρό Του ο Χριστός, στο λόγο του Γολγοθά («κρανίου τόπος» ονομαζόταν, γιατί είχε σχήμα κρανίου), και πάλι δίδαξε τους ανθρώπους με 7 λυτρωτικούς λόγους:
1. «Πατέρα μου συγχώρεσέ τους,      δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23,34). Συγχωρεί τους σταυρωτές του, Ιουδαίους και Ρωμαίους, και αποδεικνύεται ότι είναι αληθινός, ακόμη και στο έσχατο όριο του πόνου Του.
2. «Αλήθεια σου λέω: ΣΗΜΕΡΑ θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκ. 23,43), διαβεβαιώνει τον εκ δεξιών μετανοημένο ληστή (αυτό αποδεικνύει εκτός των άλλων ότι δεν ισχύει η μετενσάρκωση).
3. «Γυναίκα» (τίτλος τιμής τότε για τις γυναίκες, όχι υποτέλεια), λέει προς την μητέρα του, «Νά ο γιος σου» και προς τον Ιωάννη τον Θεολόγο: «Νά η μητέρα σου»  (Ιω. 19,26). Αφήνει την φροντίδα και προστασία της μητέρας Του στα χέρια του αγαπημένου μαθητή Του -Αυτό δείχνει επιπλέον ότι δεν ήταν παντρεμένος ο Ιησούς, διότι αν ήταν θα άφηνε στη γυναίκα Του την Θεοτόκο. Εξάλλου ο γάμος δεν εθεωρείτο αμαρτία από τους Ιουδαίους και δεν θα υπήρχε λόγος να αποκρυφτεί ένα τέτοιο γεγονός.
4. «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» (Ματθ. 27,46). Η ανθρώπινη φύση Του στενάζει και υποφέρει και νοιώθει πολύ ταλαιπωρημένος και παντελώς εγκαταλειμμένος.
5. «Διψώ» (Ιω. 19,28). Οι σταυρωμένοι υπέφεραν και από το μαρτύριο της δίψας, που επιτεινόταν από την αφύσικη στάση του σώματος, την αιμορραγία και τον υψηλό πυρετό. Τότε με σφουγγάρι πάνω σε κλαδί υσσώπου πλησίασαν σ’ αυτόν ξύδι (χαλασμένο κρασί ήταν) αναμεμειγμένο με σμύρνα (ήταν πικρό σαν χολή). Ένα είδος ναρκωτικού δηλαδή για να απαλύνονται οι πόνοι των σταυρωμένων. Ο Χριστός δεν δοκίμασε, για να αποδώσει πλήρη θυσία στον Πατέρα του ως εξιλαστήριο θύμα για τις αμαρτίες του κόσμου.  
6. «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30), αναφέρει προς τον Πατέρα Του, δηλαδή όλα τελείωσαν, η αποστολή μου ολοκληρώθηκε, οι προφητείες της Γραφής εκπληρώθηκαν.
7. «Πατέρα μου, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου» (Λουκ. 23,46). Εμπιστεύεται την ψυχή Του στα χέρια του Θεού, που είναι και η δική Του λύτρωση από τον πόνο και την μεγάλη ταλαιπωρία.
Κατά τη σταύρωση του Ιησού εκπληρώθηκαν και πολλές προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης:
Ο Δαβίδ π.χ. αναφωνεί: «Σκίσανε τα χέρια και τα πόδια μου. Μπορούν να μετρηθούν όλα τα κόκαλά μου» (Ψλμ. 21,17-18) και ακόμη: «Τα ρούχα μου μοιράζουν μεταξύ τους και ρίχνουν κλήρο για το χιτώνα μου» (21,9). Ο Ησαΐας ενημερώνει: «Αυτός φέρει πάνω του τις δικές μας αμαρτίες και για μας υποφέρει» (53,4). Ο Ιερεμίας αναφέρει για τον Μεσσία ότι «Ως αρνίο άκακο θα οδηγηθεί στη θυσία» (11,19). Αλλά και ο Πλάτωνας, στην Πολιτεία του, περιγράφει κάποιον Δίκαιο με τα παρακάτω λόγια: «Πρέπει ν’ απογυμνωθεί από όλα, εκτός από τη δικαιοσύνη... Χωρίς καθόλου ν’ αδικεί, θα θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος άδικος, ώστε να δοκιμαστεί η δικαιοσύνη του.... Θα μείνει, όμως, σταθερός μέχρι το θάνατό του, θεωρούμενος άδικος σ’ όλη του τη ζωή, αν και είναι δίκαιος... Θα μαστιγωθεί, θα βασανιστεί, και πεθαίνοντας, αφού υποστεί όλα τα κακά, θα καρφωθεί πάνω σε ξύλο» (Πλατ. Πολιτεία Β’). Ο απόστολος Παύλος διδάσκει ότι ο Χριστός «Μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου, με το να γίνει για χάρη μας ο ίδιος κατάρα» (Γαλ. 3,13). Πράγματι, ο Σωτήρας έκανε σε μας μια πνευματική μετάγγιση αίματος και η ανθρωπότητα από ετοιμοθάνατη που ήταν αναζωογονήθηκε. Σώθηκε μάλιστα από την απερίγραπτη απιστία, διαφθορά και κακία.
Έκτοτε, ο Σταυρός του Κυρίου έγινε η ανώτερη λυτρωτική θυσία στη ιστορία και ο Γολγοθάς υψηλότερη ιερή κορυφή και από αυτά τα Ιμαλάϊα. Ο Χριστός με τον σταυρό του ένωσε Ουρανό και γη, γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού και έσκισε το χειρόγραφο της έχθρας μεταξύ Θεού και ανθρώπων, που είχε ξεκινήσει μέσα στην Εδέμ. Ως μέγιστος ειρηνοποιός, και όπως άλλωστε συμβολίζει ο σταυρός με ενωμένο το κάθετο με το οριζόντιο σκέλος του, συμφιλίωσε όχι μόνο Θεό και άνθρωπο, αλλά και τους ανθρώπους μεταξύ τους και τότε μόνο ο πιστός θεωρείται ολοκληρωμένος άνθρωπος, αν, και στο βαθμό που ακολουθεί το παράδειγμα του μοναδικού Θεανθρώπου της ιστορίας. Μόνο στον Ιησού εκπληρώθηκαν τέλεια τα λόγια Του ενόσω ζούσε, ότι δηλαδή «Κανείς δεν αφαιρεί τη ζωή μου, αλλά εγώ οικειοθελώς την θυσιάζω» (Ιω. 10,18). Η νεκρανάσταση πολλών ανθρώπων, που έγινε αμέσως μετά το θάνατό Του, επισημαίνει την αρχή αναστάσεως όλων και ο σεισμός, κατά τον οποίον πίστεψε και ο επιβλέπων εκατόνταρχος Λογγίνος, ήταν τα φανερά σημεία δοξασμού και νίκης του Ιησού.
Τελικά, αν και ο θάνατος πολλών ανθρώπων είναι το τέλος τους, ο θάνατος του Ιησού σηματοδότησε την έναρξη του ένδοξου επί της γης έργου Του, μέσω της Εκκλησίας Του, που είναι το σώμα Του παρατεινόμενο στους αιώνες (άγιος Αυγουστίνος).
 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
1. Δημ. Τριανταφύλλου- Ανδρ. Αργυρόπουλου, «Ο Ιησούς και ο καινούριος κόσμος του Θεού», εκδ. Πατάκη, 2004.
2. Νικολάου Νευράκη, «Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού», Αθ. 1989.
3. Νικολάου Σωτηρόπουλου, «Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου», εκδ. ‘Ο Σταυρός’, Αθ. 1981.
4. Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, «Το Σύμβολο της Πίστεως», Μιχαήλ Χούλη, http://www.imsyrou.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=540:simbolopisteos&catid=77:2010-08-28-13-09-07&Itemid=79
5. Σάββα Αγουρίδη – Σωκράτη Νίκα, «Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού», ΟΕΔΒ, 1993.

Κοντά στον κόσμο, μόνο μαζί με τον Χριστό και για τον Χριστό


Κοντά στον κόσμο, μόνο μαζί με τον Χριστό  και για τον Χριστό
 Κοντά στον κόσμο, μόνο μαζί με τον Χριστό
και για τον Χριστό
 
Ο Χριστός έκαμε το θαύμα του χορτασμού των περισσοτέρων από πέντε χιλιάδες ανθρώπων στην έρημο. Αμέσως «ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν βιαστικά στο πλοιάριο και να Τον μεταφέρουν απέναντι, μέχρι να διαλυθή ο κόσμος». Όταν ο Χριστός θαυματουργή, απομακρύνει τους μαθητές από τον κόσμο, διδάσκοντας μ’ αυτό ότι ποτέ μας δεν πρέπει να επιδιώκουμε τον έπαινο των ανθρώπων. Όταν ο Ευαγγελιστής λέγει «ηνάγκασε», θέλει να δείξη την μεγάλη επιμονή των μαθητών να μείνουν μαζί με το πλήθος στον τόπο του θαύματος. Όμως ο Χριστός τους αναγκάζει να αναχωρήσουν μαζί Του, θέλοντας να μας διδάξη δυο πράγματα: Ούτε με τον κόσμο ν’ ανακατευώμαστε πολύ, ώστε να βλαπτώμαστε πνευματικά, ούτε όμως και να τον αποφεύγουμε, όταν είναι ο κόσμος πιστός στην ουράνια διδασκαλία. Ας μάθουμε, λοιπόν, και εμείς να μένουμε κοντά στον Χριστό. Χωρίς όμως ν’ αποβλέπουμε σε υλικά μόνο αγαθά και πρόσκαιρη ωφέλεια.
(Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
 
* * *
Η έλευσις του Χριστού διαλύει
τα κύματα των παθών της ζωής μας
Δεν είναι στις δυνατότητες του ανθρώπου να βαδίζη πάνω στο υγρό στοιχείο της θάλασσας. Μόνος ο Θεός μπορεί να το κάμη αυτό. Γιατί, όπως το τονίζει και ο Δαυίδ, «στη θάλασσα είναι οι δρόμοι Σου, και το περπάτημά Σου στα πολλά νερά». Θαυματουργεί όμως ο Χριστός, την τέταρτη φυλακή της νύχτας, δηλαδή τα χαράματα. Τί σημαίνει αυτό; Ότι στην τέταρτη χρονική περίοδο έφθασε ο Χριστός, δηλαδή στο πλήρωμα του χρόνου. Πρώτη σημαδιακή χρονολογία η συμφωνία και επαγγελία προς τον Αβραάμ. Δεύτερη, η παραχώρησις από τον Θεό στους ανθρώπους της Μωσαϊκής Νομοθεσίας. Τρίτη, η παρουσία των Προφητών. Τέταρτη και τελευταία, η σάρκωσις του Λόγου του Θεού και η παρουσία Του στον κλυδωνιζόμενο κόσμο. Αυτός, λοιπόν, μας έσωσε, που κινδυνεύαμε από τα κύματα της τρικυμίας των παθών, με το να έλθη και να ζήση ανάμεσά μας. Έτσι που να γευ­θούμε την ευεργετική παρουσία Του και να Τον προσκυνούμε ως Θεός μας και Λυτρωτή.
(Θεοφύλακτος Βουλγαρίας)
"ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
 

Ο Χριστός και τα άγια Πάθη Του για τη σωτηρία μας

 



Ο Χριστός και τα άγια Πάθη Του για τη σωτηρία μας
Ο Χριστός και τα άγια Πάθη Του για τη σωτηρία μας
Εξέτασε με δέος, άνθρωπε, πόσο πολύ υπερέχουν τα έργα του Χριστού πάνω στο Σταυρό από την ανθρώπινη μικρότητά μας! Και μη μείνης στο μέγεθος του πάθους Του τόσο, όσο αναλογίσου την μεγαλειότητα του αξιώματός Του. Εκεί προσήλωσε τη σκέψη σου. Προσπάθησε να κατανόησης πόσο φοβερό είναι να βλέπης καρφωμένο στο Σταυρό τον ίδιο το Θεό και μάλιστα ανάμεσα σε ληστές. Φαντάσου, αν μπορής, έναν άνθρωπο απλό, αν θάθελε από μόνος του να υποφέρη τόσα, όσα ο Χριστός με τη θέλησή Του ήλθε εδώ στη γη να πάθη. Και όλα αυτά πότε; Μετά από τη φανέρωση της θεότητός του μετά από τις γιατρευτικές του ενέργειες, μετά την απομάκρυνση από τους άρρωστους τόσων ασθενειών, μετά την παράδοση των Αγίων Μυστηρίων, μετά τις τόσες ευεργεσίες! Ποια είναι όλα αυτά που έπαθε; Ποια είναι τα σημάδια του Σταυρικού πάθους; τα καρφιά, τα δεσμά, η Σταύρωση, το ξύδι, η χολή, η λόγχη, ο κλήρος για τα ενδύματα, η μοιρασιά τους, οι ειρωνίες όταν ήταν πάνω στο Σταυρό. Και όλα αυτά ο Χριστός τα έπασχε με υπομονή και σιωπούσε. Και όλα αυτά για τη δική σου Λύτρωση και Σωτηρία.

(Άγ. Ανδρέας Κρήτης)
 
"ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»