Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Η επιστήμη μπροστά στη σταύρωση και την ανάσταση του Ιησού Χριστού

 



 
Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.

Διάλεξις δοθείσα εντός τού Πανεπιστημιακού χώρου εις φοιτητικήν ευκαιρίαν(Απρίλιος 1978)
  

       Αγαπητοί μου φίλοι,

   Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ΄ ένα αμφιθέατρο Πανεπιστημιακό, όχι μ΄ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο της μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο τής στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος τής γνωριμίας, σε επίπεδο πού έχουν σχέση με την ψυχική ζωή τόσον των ταγμένων για να σας διδάσκουν μερικές γνώσεις όσον και των φοιτητών πού έρχονται εδώ για να αποκτήσουν, για νά οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο και γι΄ αυτό πρέπει νά δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, πού σκέφθηκαν νά πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και σ΄ όλους εσάς πού είχατε την καλοσύνη νά έλθετε απόψε, νά δώσω την έκφραση τής μεγάλης μου ευχαριστίας πού σκέφθηκαν και μένα και με κάλεσαν εδώ για νά σας μιλήσω.
Θα πρέπει να σας πω ότι, ό,τι θα ακούσετε από εδώ και εμπρός δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνα πού σε ώρες, είτε πού απέχουν πολύ από το σήμερα, είτε και πρόσφατες παίδεψαν την ψυχή μου, πράγματα πού αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής, πράγματα πού μπορώ νά βεβαιώσω γι΄ αυτά με την σφραγίδα τής απολύτου εσωτερικής πληροφορίας, με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και απ΄ την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό πού επέστρεψα στον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Και νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή τού θέματος πού έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση τού Χριστού μας, όχι μονάχα γιατί ευρισκόμαστε στην εποχή εκείνη πού έχει τάξει η Εκκλησία μας για τις ψυχές όλων των Χριστιανών νά στρέφονται και νά προετοιμάζονται και νά συμμετέχουν στα Πάθη τού Χριστού μας, αλλά και γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας τής καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου εις τον Χριστιανισμό.
 Γιατί αν η Σταύρωση και η Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύαμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και πού είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα πού πρέπει να γκρεμισθούν. Γι΄ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσο πολλά επιχειρήματα για να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν η Ανάσταση τού Χριστού, έγινε, τότε ο Χριστός είναι: ο Θεός, τότε όλα όσα λέει: ο Χριστός, όλα όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει: που είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε ο Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.
τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρείς μεγάλες κατηγορίες:
- Η μιά είναι ότι ο Κύριος δεν απέθανε επάνω στον Σταυρό και συνεπώς αφού δεν απέθανε και δεν ανεστήθη.
- Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της Αναστάσεως, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση τού Χριστού.
- Και η Τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι ευρέθηκε κενός ο Τάφος Του.
Το εάν ο Χριστός απέθανε πάνω στον Σταυρό ασφαλώς είναι θέμα πού έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη τής Ιατρικής γιατί αυτή είναι εκείνη η οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και η οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών τού σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση τού οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει. Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή η αμφισβήτηση - ότι ο Χριστός δεν απέθανε πάνω στον Σταυρό - δεν παρουσιάσθηκε ποτέ κατά το διάστημα τής γενεάς των ανθρώπων πού έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωσις τού Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε ούτε και κατά την εποχή των διωγμών, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα τού Χριστού και την Ανάστασή Του, δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνον στον 17ον αιώνα. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι πού είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μιά ζωντανή περιγραφή τού μαρτυρίου τής Σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς πού δεν έχουμε, πού είχαν παρακολουθήσει την Σταύρωση δεν θα είχε - όπως θα δούμε σε λίγο - παρουσιασθεί μιά τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.
    Είναι βέβαιο το ερώτημα αυτό, εάν ο Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό, συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μιά κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος επάνω στον Σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία πού δημιουργούν τα καρφιά πού έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.
Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση τού θανάτου. Ο θάνατος τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού επάνω στον Σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια. Ανάμεσα σ΄ αυτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα πού δέχθηκε ο Κύριός μας, τον οποίον «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώται τής Ρωμ. Αυτοκρατορίας, με όλη την δύναμη η οποία τούς χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι νά κάνουν τα μαρτύριά τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου από έναν τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά νά τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.
Θα το αντιπαρέλθουμε για νά φθάσουμε σε μία φράση πού ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν...» (Μάρκ. ιε΄ 15).
    Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν πού επρόκειτο νά υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μιά κολώνα και ο ειδικός δήμιος πού εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ΄ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου πού εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, πού απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως. Σ΄ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, πού ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε νά μπορεί νά σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς νά λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό νά το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία πού τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν νά μπορεί νά προστατεύσει το σώμα του απ΄ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος νά κρατάει και πού έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για νά μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο νά κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό. Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια πού είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μιά πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν νά αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στον Σταυρό. Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν τις παλάμες.
    Όμως από πειράματα πού έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί πού περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης νά συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα πού είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου πού μπορεί νά στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ΄ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα πού έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τούς συνδέσμους πού βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, πού λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο πού είναι χαρακτηριστικό από μιά σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων πού έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για νά επιβεβαιωθεί αυτό πού λέει και με άλλη μιά ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο.
Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις πού θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το Τι σημαίνει νά δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ΄ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως πού δοκιμάζουμε και πού πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως. Επίσης για το καρφί πού θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει νά περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά νά βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.
Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μιά μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο πού φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο πού φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό.
    Για νά αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει νά υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές πού σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι πού και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί νά σταυρωθεί και νά πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό. Για νά το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά νά ανατρέξουμε σε μιά πειθαρχική ποινή πού συνήθιζαν νά εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν πού είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε νά μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πριζόνταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν νά κόψουν το σχοινί, μπορούσε και νά πεθάνει.
    Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν νά συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, πού το περιέγραφαν κατάδικοι πού βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, πού όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μιά βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μιά λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μιά μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μιά μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί νά εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.
   Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς Καμία δύναμη, σαν μιά αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί νά συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί νά γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο νά παροχετευθή, νά κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι΄ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για νά μπορέσει νά απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό. Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μιά διέξοδο.
Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει νά καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε νά στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για νά ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μιά διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.
Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι΄ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους νά βλέπουν τον άνθρωπο νά βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι΄ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται νά χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.
   Ο Κικέρων, πού είχε παρακολουθήσει θάνατο επάνω στον σταυρό, τον ονομάζει: «Cruderissimum et deterimum Supplicium», δηλ. το πλέον φρικτό βασανιστήριο το οποίο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ο επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος νά συντομεύσει την επέλευση τού θανάτου, Τι έκανε; με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε νά σπάσουν οι κνήμες τού σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ο σταυρωμένος σε αδυναμία νά στηρίξει το βάρος τού σώματός του στα πόδια του και νά ανακουφίσει τον θώρακά του και νά μπορέσει νά αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον νά εξαρτήσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, τού κορμιού του από τα χέρια του και νά πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν η ειδική χαριστική βολή την οποίαν επεφύλασσαν οι έμπειροι ρωμαίοι εκτελεσταί στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι΄ αυτό είδατε ότι τούς δύο ληστάς πού ζούσαν ακόμη τούς εξετέλεσαν με την χαριστική βολή αυτή, τούς έσπασαν τα πόδια. Όταν, λέει, επήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη αποθάνει. Τώρα εδώ πρέπει νά προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος, πού ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν νά απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα νά βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.

    Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο νά ζήση ο άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ΄ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν νά γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα πού για νά αναπνεύσει ο άνθρωπος, πρέπει νά κάνη μιά εργώδη προσπάθεια για νά κινήσει λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τούς πνεύμονές του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια νά μην την αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως εδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα, πού πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μία πεισματώδης άρνησις.
Είναι δυνατόν;. Ο Κεντυρίων ο εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ΄ αυτήν την πειστική γι΄ αυτόν απόδειξη, αλλά εξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα τού Χριστού μας, την άλλη, την κλασσική μορφή τής χαριστικής βολής, πού είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τούς καταδίκους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον οποίο θα εξετελήτο η θανάτωσις, δηλ. την λόγχηση τής πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημ με όλη τη δύναμη πού ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί νά κτυπήσει σχεδόν εξ επαφής με την λόγχη που ήτο εις την άκρη τού δόρατός του, την κοφτερή εκείνη λόγχη νά κτυπήσει ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης έβαλε βαθιά στον θώρακα τού Χριστού μας την λόγχη του. Και δεν έβαλε απλώς την λόγχη αλλά ευθέως έρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Και δεν είναι θέμα πού αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών πού πρέπει νά το αναλύσω. Όμως πρέπει νά πούμε ότι για νά τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς νά τρύπησε αυτή η λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο.
    Και νά πούμε ακόμη ότι εάν ο Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προήρχετο αυτό το αίμα, θα ήτανε μιά συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία τής ζωής. Όμως μετά από εκείνη τη ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε Καμία αντίδραση. Αντιθέτως επεβεβαίωσε η έλλειψις αυτή τής αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ο Χριστός απέθανε. Δεν είναι λοιπόν δυνατή αυτή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό, δεν είναι δυνατή η νεκροφάνεια μπροστά σ΄ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το οποίο πρέπει νά σημειώσουμε ότι η είσοδος μιας λόγχης μέσα στον θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων τής κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά εξάπαντος προκάλεσε μιά κατάσταση πού την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλ. την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τούς πνεύμονες, ένα φαινόμενο πού όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοικτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αναπνοή του - όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη η αναπνοή του - ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος νά εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό. Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση τού θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά πού ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού.
    Ο Πιλάτος εθαύμασε «ει ήδη απέθανε» για νά μάς έχει και μάς πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν απέθανε και εκάλεσε τον Κεντιρίωνα, ο οποίος πλέον αυτήν την πεποίθησή του, δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε τον ηγεμόνα, ότι πράγματι απέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος; - πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιοφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξαναανεβαίνει ο Ιωσήφ φέρνοντας μαζί τού και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή η αποκαθήλωση, πράγμα πού δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τούς μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατον, θετικώς απαράδεκτον, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, νά τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό. Και τώρα αρχίζει η διαδικασία τής ταφής, η οποία μάς λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τούς άλλους πού ευρίσκοντο εκεί, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους.
    Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία της ταφής, η οποία για νά αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο τής νεκροφανείας περιείχε και το νά βάλουν επί 15΄ ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια τού πεθαμένου για νά βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει η αναπνοή τού ανθρώπου αυτού το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του την σινδόνη ή τα ωθόνια και τον εκάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έρριψαν 32 κιλά - 100 λίτ. - από μείγμα τής σμύρνας και τής αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρρευστο κολλώδες σχήμα με το οποίο διαποτίζουν κατά ένα τρόπο τελείως αεροστεγή - όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά - από όλες τις πλευρές το πτώμα πού περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα οθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ΄ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, πού τόσο άφθονα έπεφτε επάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, πού κάθε μιά από αυτές αρκεί νά προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα εδώ, μέσα στον τάφο, μιά πρόσθετη αιτία θανάτου, που είναι η ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.
    Τον 18ον αιώνα, ο πρώτος πού παρουσίασε τα επιχειρήματα τής νεκροφανείας ήταν ο Venturino. Εδέχθησαν οι ορθολογισταί ότι η σμύρνα και η αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμά τους έναν άνθρωπο που βρισκότανε ασφαλώς κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητον. Εάν η σμύρνα και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί νά χρησιμοποιούμε χίλιες δυο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για νά σώσουμε τούς βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά νά τούς δώσουμε νά μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως νά αναζωογονηθούν. Η σμύρνα και η αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μιά πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους πού αμφιβάλλουν.
Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δω και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ο Χριστός και ας πούμε πραγματικά ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάστασις, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε νά βαδίζει. Πώς, σάς παρακαλώ, μπόρεσε νά απαλλαγή απ΄ αυτόν τον σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων, των υφασμάτων πού τον περιέβαλλον; Πώς μπόρεσε νά αποκυλήση τον βαρύ λίθο με τον οποίο εσφράγισε ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρείς γυναίκες πηγαίνοντας την πρωία τής Κυριακής, διερωτώντο ποίος θα τις βοηθήσει νά τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πως θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε πάνω σε μιά αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε νά συνέλθει και νά σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μία πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα οποία σήμερα έχουμε για νά κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων πού βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.
Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού; Και εδώ πρέπει νά τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους ενεφανίσθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για νά υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά ανεστήθη. Αντί νά σέρνεται, λοιπόν, και νά λιποθυμάει αυτό το σώμα, πού πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια πού είχε περάσει, έχουμε μιά εμφάνιση ανθρώπου πού ήτανε γεμάτος από σφρίγος, πού ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα πού περπατάει τόσο γρήγορα ώστε νά κατορθώνει νά φθάσει δύο ανθρώπους πού βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και που προπορεύονταν από αυτό και τούς έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μιά μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου πού βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη. Ώστε το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά νά παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις ανθρώπου πού αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο τού Σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.
    Τώρα ερχόμαστε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές. Αν η περιγραφή και η μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις ερμηνείες αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα εδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, τής νομικής επιστήμης, η οποία είναι η επιστήμη πού με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου νά αποδώσει ευθύνες, προκειμένου νά απαγγείλει κατηγορίες και νά εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και σε μαρτυρίες. Γι΄ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξις είναι δυνατόν νά αμφισβητηθεί. Τώρα θα πρέπει νά πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις τού Χριστού πού υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή τού Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια. Η θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί απάτης.
    Ας πάρουμε τώρα μία-μία τις δύο αυτές αμφισβητήσεις. Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις θα μάς αναγκάσουν τώρα νά ξαναγυρίσουμε στην Ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο πού η Ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους. Ας αναφέρουμε μερικούς από τούς τρόπους αυτούς. Πρώτα-πρώτα τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μιά ορισμένη κατηγορία ανθρώπων πού έχουν την προδιάθεση γι΄ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα πού η πραγματοποίησης τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. στο πρώτο πρέπει λοιπόν νά υπάρχει μία προδιάθεση. το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο ανθρώπων πού είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα πού σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες πού χαρακτηρίζει τον κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές.
Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν την τάσι νά επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα. Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τούς βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων; Πρώτα απ΄ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση για νά δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπατημένοι, όχι μονάχα ήσαν βέβαιοι ότι η υπόθεσης τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα πού ζούσαν ανάμεσά τους και τούς βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν νά πιστέψουν ότι ήσαν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ο Χριστός ανεστήθη. Ώστε λοιπόν, όχι μόνον δεν ήσαν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένα για νά πιστεύουν ότι είναι δυνατόν νά δουν τον Χριστό. Τώρα είπαμε, ότι τα πρόσωπα πού παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο.
   Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε τώρα ανήκουν σ΄ έναν ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά; τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ΄ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ΄ αρχήν είναι πρόσωπα πού δεν έχουν φαντασιώσεις. Ας πάρουμε τον Τελώνη Ματθαίο. Άνθρωπο πού πέρασε όλη τη ζωή του πάνω στους λογαριασμούς. τον Ματθαίο από το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, πού δεν έχει τίποτε το ποιητικό, πού δεν έχει τίποτε το λυρικό, πού είναι μιά πολλή προσεκτική παράθεσης γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές. Ας πάρουμε τον Θωμά. Ο Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων πού βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος πού όταν οι 10 μαθηταί, πού είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει: «δεν θα πιστέψω όχι, όχι αν τον δω, αλλά εάν δεν αγγίσω τον Χριστό και μάλιστα ακριβώς στο σημείο τού σώματός του πού μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος ανθρώπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις; Και ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος ο οποίος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο πού ήθελε νά πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για νά δει και για νά ακούσει τον αναστημένο Χριστό, στη στιγμή ακριβώς πού βρισκόταν στο αποκόρυφο τής μανίας του εναντίον τής ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση ψευδαισθήσεως.
    Και ακόμη ξέρουμε πώς εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πώς τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα νά ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού ανθρώπου πού βλέπει ψευδαισθήσεις; Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα τού καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο νά το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα τού περιβάλλοντος τού Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές πού υφίσταντο, τις βασικές θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος πού υπάρχουν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες τού Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα πού μπορούμε νά πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τούς ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τούς μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες τής ημέρας.
   Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει Καμία ομοιότης. Άλλοτε και συνήθως ο Χριστός εμφανίζεται στο φως τής ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου τής Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των Ελαιών, εμφανίζεται σ΄ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται σ΄ ένα δωμάτιο όπου ήσαν κλεισμένοι οι μαθηταί. Εμφανίζεται δίπλα στην λίμνη τής Τιβεριάδος όπου όπως ξέρετε έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για νά δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις. Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν νά αραιώσουν ή νά ατονίσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά-σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν νά εντείνονται και νά γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.
    Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ημέρες διακόπτονται χωρίς νά έχουν φθάσει ούτε σε μία αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη. Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο? όχι μονάχα οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους πού τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή. Βλέπουμε την διαβεβαιώσει την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή και ακόμη ότι για νά μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωσις η εμφάνισις τού Χριστού, όταν τούς είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία πού είδαμε, νά αμφιβάλλουν για ό,τι ακριβώς βλέπουν, ο Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του νά έχουν την διαβεβαιώσει ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό, πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι που και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα. το κερί, απ΄ την κηρύθρα και το κόκαλο απ΄ το ψάρι. Ακόμη ο Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ο ίδιος το ψάρι στην λίμνη, το ψάρι πού είχε ο ίδιος όσο και το ψάρι πού είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα οποία διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
    Πώς θα ήτο δυνατόν από ψευδαισθήσεις νά είχαν και νά μαρτυρούν και σε μάς οι μαθηταί ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;
Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές πού περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως είναι αποτέλεσμα απάτης; Διότι αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα απάτης. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές νά είναι αποτέλεσμα απάτης οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα απ΄ τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α΄ προς Κορ. επιστ. απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Απ. Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά ήσαν πάρα πολλά. Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσο πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη, νά έκαναν μιά τόσο χονδροειδή και βλάσφημο απάτη και νά μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο νά επανέλθει και νά μαρτυρήσει και νά διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετέσχε σε μιά απάτη και έπεσε θύμα αυτής. Οπότε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή πού χρησιμοποιεί τούς κανόνες περί ενδείξεων τής νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρας η εμφάνισις τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο τής απάτης.
     Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο τής απάτης πρέπει νά αποκλεισθεί είναι ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής πού δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότης. μιας αρετής πού δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτο αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε ανθρώπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι πού όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, πού κατά την μαρτυρία των πιο ασπόνδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, νά πουν και νά στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ΄ένα τόσο χονδροειδές ψέμα. Ακόμη η υποψία ότι πρόκειται για μία απάτη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός τής συμπεριφοράς των αποστόλων πού αναφέραμε μέχρι τής 3ης ημέρας μετά την σταύρωση τού διδασκάλου. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν περίτρομοι, ήσαν καταπτοημένοι. Ήσαν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία περιγράφουν την σταύρωση και τις φήμες όπως νόμιζαν περί αναστάσεως, στον Χριστό, στον ίδιο τον Χριστό, οι δύο μαθηταί προς Εμμαούς. Ήσαν πεπεισμένοι ότι η υπόθεσης αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με την σταύρωση Του. Ήσαν οχυρωμένοι, όπως είπαμε, επάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον νά τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται νά το φανερώσουν οι ίδιοι και αυτήν την στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ΄ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά νά είναι μία αληθινή παρουσία η συνάντηση τους μαζί Του.
    Εάν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν νά πουν μιά απάτη, δεν θα απέφευγαν νά φανερώσουν όλους τούς ενδοιασμούς τούς οποίους είχαν; δεν θα απέφευγαν νά διακηρύξουν σ΄ όλα τα πέρατα τής γης και νά το γράψουν σ΄ όλα τα Ευαγγέλια ότι ήσαν οι ίδιοι εκείνοι πού αμφισβητούσαν, εκείνοι πού δεν ήθελαν νά πιστέψουν, εκείνοι πού παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι πού έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μιά συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα νά το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς τής γης, μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ενόπλους, πού ήταν έτοιμοι νά τούς συντρίψουν αλλά και δίνουν μετά από διωγμούς και μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση την ζωή τους για μιά τέτοια απάτη; Όπως λέει, πολύ σωστά, ένας Γάλλος, ο Goguel, «είναι αδύνατον για ένα ψέμα νά υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και νά δώσει την ζωή του με βάσανα και με τυρρανισμούς». το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος δια νά αποφύγει τον διωγμό όχι δια νά τον υποστεί. Ώστε λοιπόν, το όλο κήρυγμα τής Εκκλησίας, στηρίζεται επάνω στη διαβεβαιώσει για την Ανάσταση. Και πρέπει νά πούμε ακόμα και θάπρεπε νά το πούμε ίσως πρώτο απ΄ όλα ότι αυτήν την διαβεβαιώσει για την Ανάσταση την έδωσε ο ίδιος ο Χριστός. το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υπεστήριξε? και πώς είναι δυνατόν αυτόν πού όχι απλώς εκήρυξε, αυτόν ο οποίος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ο οποίος χωρίς Καμία αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στον Σταυρό γι΄ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο νά τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την ταφή Του, ο οποίος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;
Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτο αξιοπιστία των εμφανίσεων τού Χριστού πού είναι η δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην 3η κατηγορία πού εύκολα ανατρέπεται, δηλ. σχετικά με τον κενό τάφο.
   Η πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα: τον σεισμό πού έγινε και την ένδοξη Ανάσταση τού Χριστού. Και Τι λένε οι αρχιερείς; Τούς έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τούς είπαν νά διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα». Αυτή βέβαια η απλή ανατροπή αυτής τής εκδοχής είναι εκείνη η φράσις ότι «αν εκοιμώντο πώς είδαν Τι έγινε;» ότι δηλ. έφυγε το σώμα απ΄ εκεί. Και «αν δεν εκοιμώντο πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τούς μαθητές νά πάρουν τον Κύριο;». Τώρα η άλλη σκέψις είναι ότι το σώμα δεν το απεμάκρυναν οι μαθηταί, αλλά το απεμάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για νά μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και δω πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς την λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά εδέχθησαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους εκείνη την αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «επέκτειναν τον αρχηγό τής ζωής όν ο Θεός ήγειρε εκ νεκρών». Και έτσι ο Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ΄ την ημέρα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία.
    Πόσο απλό θα ήταν νά αποστομώσουν στη γέννεσί του το Χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το οποίο είχαν κρύψει. Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της αυτήν την κίνηση, η οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων. θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους νά το κάνουν, ότι πρόκειται για μιά πλάνη. Ο Αρχιδικαστής τής Αγγλίας, όπως θα λέγαμε σε μάς ο Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, λόρδος Darling, συνοψίζει αυτόν τον έλεγχό του νομικώς πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δεν χρειάζεται νά προσθέσω τίποτε άλλο: «Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. το βασικό θέμα, εάν δηλ. ο Ιησούς Χριστός ανέστη απ΄ τούς νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο πού διακήρυξε, δεν καλούμεθα νά το παραδεχθούμε μόνον με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μιά ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ΄ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι η Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή. Αλλά για νά αποδειχθεί η αλήθεια τής Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πιστικό επιχείρημα για μάς τούς ανθρώπους πού ζούμε σε μία εποχή κατ΄ εξοχήν εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού. Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.
    Υπήρχε στην Αγγλία ο Καθηγητής Joad, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας από τούς πιο γνωστούς, ο οποίος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ο Joad και ο Θεός», νά υποστηρίζη την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ο Joad μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για νά παρουσιάσει επιχειρήματα. Ο ίδιος όμως από μόνος του χωρίς καμία επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυσσε ήτο αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι όσα πίστευα ήταν ψέμα και αγωνίσθηκε σαν τον Θωμά και εκήρυξε σ΄ όλο τον κόσμο ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός. στον 18ον αιώνα, όπως ανέφερα, είχε φθάσει η άρνηση στο κορύφωμά της και στην Αγγλία, λέει ο Montesquieu ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει δεν γίνεται υποδεκτός με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.
    Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο τής Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό τής ζωής τους νά συγγράψουν δύο συγγράμματα, για νά αποδείξουν ο πρώτος ότι η επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, σε αληθινή πίστη, και ο δεύτερος ότι η Ανάσταση τού Χριστού ήτο ψέμα.
Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο πού απεδείκνυε ότι η συνάντησης τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο τής Δαμασκού. Και ό άλλος, ο Gilbert West έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το οποίο ονομάζει «Παρατηρήσεις επί τής Ιστορίας και των Ενδείξεων τής Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μία σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σάς παρουσίασα τώρα, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια τής Αναστάσεως. θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «PUNCH». Επί έτη εκδότης τού Punch υπήρξε ο Muggeridge, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ο οποίος δεν δίσταζε νά διακηρύττει την απιστία του. Μιά επίσκεψις εν τούτοις εις τούς Αγίους Τόπους κατέληξε εις αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίον ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί νά κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθησης στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητο πεποίθησιν για την αλήθεια τής Χριστιανικής πίστεως και με μιά τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα ένας από τούς κυριότερους ηγέτες τού Χριστιανικού κινήματος στη Μ. Βρετανία. στο περίφημο «Φεστιβάλ τού Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην Πλατεία TRAFALGAR τού Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον τής χυδαιότητας και τής παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.
Ίσως όμως πραγματικά για εκείνον πού θέλει νά κουράσει την σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο του νομικού Morison. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τούς Κριτικούς τής Γερμανικής Σχολής, την Κριτική τής Αγ. Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά τής Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά νά γράψει ένα βιβλίο πού πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι η Ανάστασις δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε νά γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό νά γραφή. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο νά γραφή αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο. Λέει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε νά γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες τής ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας τής επιμονής αυτών των ιδίων των γεγονότων». Ο συγγραφέας ανακάλυψε μία ημέρα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε νά γράψει το βιβλίο πού είχε σχεδιάσει αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτήν την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος εκύλισε τον λίθο;» πού έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας όπου παίρνει όλες τις διεξόδους τής αμφιβολίας και τούς κόβει τον δρόμο με τις ίδιες τις μαρτυρίες τής Αγ. Γραφής και με την λογική επάνω σ΄ αυτές δέχεται νά ασκήσει το έργο τής αμφισβητήσεως και πού αποτυγχάνει.
   Δίπλα σ΄ αυτούς τούς διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά παρά πολύ τολμηρό νά πω δυο λόγια για τον εαυτό μου. Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος πού με χωρίζει απ΄ αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σάς, και το κάνω για πρώτη φορά, το χρωστώ σε σάς πού είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα την ζωή τού Πανεπιστημίου, νά σάς μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια τής γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια τής ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και στην αμφιβολία. Και νά σάς πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα τής Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά, τίποτε άλλο, παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος τής Αναστάσεως. Και έχω νά σάς πω ότι ούτε μιά στιγμή, ούτε μιά παρατήρησης μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά νά επιβεβαιώσει την αλήθεια τού κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά νά ζήσω ούτε μία στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού. Και θέλω νά καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σάς, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στην ζωή σας, νά πάρει την θέση αυτή και νά δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και νά με βρει, αν θέλει, νά συζητήσουμε, αν θέλει και νά χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ΄ αυτό το άνοιγμα τής ψυχής στην Ανάσταση τού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.


 

ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ (Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)

 



ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ
(Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητού


     Η Σταυρική Θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το κορυφαίο κεφάλαιο στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Διότι μυστηριωδώς πως, την αγία εκείνη Παρασκευή της σταυρώσεως, συντελέσθηκε στον φρικτό Γολγοθά η καταλλαγή ανθρώπου και Θεού, αυτό που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν οι αναρίθμητες θυσίες του προχριστιανικού παρελθόντος. Ο Χριστός "άπαξ περί αμαρτιών απέθανεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ" (1 Πετρ.3:18) γενόμενος ο ίδιος "αντίλυτρον υπέρ πάντων" (1 Τιμ.2:6), "παρέδωκεν εαυτόν υπερ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας" (2 Πετρ.2:2).
     Αιτία της θείας Θυσίας υπήρξε αναμφίβολα η ανθρώπινη ανταρσία κατά του Θεού και η κυριαρχία του κακού στην ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος ως τέλειο και ελεύθερο δημιούργημα του Θεού, κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου του, ξέπεσε από τον ανοδικό του προορισμό και έφτασε μέχρι τις εσχατιές της πτώσης (Γεν.κεφ.3). Η μεταστροφή του ήταν αδύνατη διότι η φύση του είχε φθαρεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε δεν μπορούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις να αυτολυτρωθεί. Η ενοχή του απέναντι στο Θεό ήταν τόσο μεγάλη ώστε μόνο ο θάνατός του μπορούσε να διορθώσει αυτή την ανταρσία και την ύβρη. Με αυτή όμως τη λογική έπρεπε να πεθάνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος προκειμένου να εκλείψει μαζί του η  αμαρτία και το κακό. Γι' αυτό ο άνθρωπος μέσα στη σκοτοδίνη της αμαρτίας εφεύρε ως αντίδοτο την έννοια της θυσίας ως αντιπροσωπευτικό θάνατο εξιλέωσης απέναντι στο δίκαιο Θεό. Έτσι καθιερώθηκαν στην αρχή οι ανθρωποθυσίες, όπου το χύσιμο του πολυτίμου αίματος μέλους της κοινότητας έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι εξευμενίζονταν το θείο. Αργότερα με την πρόοδο του ανθρωπίνου πνεύματος αντικαταστάθηκε η ανθρωποθυσία με τη ζωοθυσία, πιστεύοντας ότι το αίμα του θυσιαζομένου ζώου μπορεί να φέρει την καταλλαγή με το Θεό (Λευιτ.14:11).
        Οι θυσίες έλαβαν σπουδαία θέση στη ζωή του προχριστιανικού ανθρώπου και γι' αυτό γύρω από τις τελετουργίες αυτών αναπτύχθηκε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και ιερατείο.  Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτή την πρακτική. Η μωσαϊκή θρησκεία έδινε ιδιαίτερη σημασία στις τελετουργίες των θυσιών (Λευιτ.14:11). Οι ιερείς και ιδιαίτερα ο αρχιερεύς ήταν ο "ενδιάμεσος" μεταξύ του λαού και του Θεού (μεσίτης).  Ενδιαφέρον είχε η ιλαστήρια θυσία του τράγου κατά την ημέρα του Εξιλασμού, με το αίμα του οποίου ραντίζονταν ο λαός, ως ιλασμός των αμαρτιών του (Λευιτ.16:18, Εβρ.9:7).
       Η αναποτελεσματικότητα όμως των θυσιών ήταν συνείδηση όλου του προχριστιανικού κόσμου, γι' αυτό και ήταν επαναλαμβανόμενες. Οι μεσίτες ιερείς δεν ικανοποιούσαν την ανάγκη της συνδιαλλαγής με το Θεό. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να παρακμάσουν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όλες οι παραδοσιακές θρησκείες και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλες μυστηριακές και παράλογες λατρείες (Ίσιδος, Κυβέλης, Μίθρα, κλπ), αναζητώντας εναγωνίως οι άνθρωποι  την πραγματική λύτρωση.
      Οι θυσίες αυτές υπήρξαν τύποι της Μεγάλης Σταυρικής Θυσίας του Χριστού, όπως και οι ιερείς υπήρξαν τύποι του Μεσίτη Χριστού (Εβρ.4:14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός σωτήρας, ο Οποίος απεστάλη από το Θεό Πατέρα για να λυτρώσει πραγματικά και μόνιμα το ανθρώπινο γένος, ως αποτέλεσμα της άμετρης αγάπης Του (Ιωάν.3:15). Επιτέλεσε το σωτήριο επί γης έργο Του, όπως είναι γνωστό, δια του τρισσού αξιώματός Του, του προφητικού, του βασιλικού και του αρχιερατικού.
         Το αρχιερατικό αξίωμα ασκήθηκε με τη Σταυρική επί του φρικτού Γολγοθά Θυσία Του. Την αναποτελεσματικότητα των ανθρωπίνων θυσιών, ότι "αδύνατον αίμα
τράγων και ταύρων αφαιρείν αμαρτίαις" (Εβρ.10:4), ήρθε να αντικαταστήσει η υπέρτατη Θυσία του Χριστού, ως η μόνη αληθινή, δεκτή από το Θεό και αποτελεσματική θυσία. Ο Ιησούς Χριστός μόνος Αυτός "δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι" (Εβρ.2:18) διότι είναι αληθινός Θεός, "απαύγασμα της δόξης" του Θεού (Εβρ.1:3). Προκειμένου να ιερουργήσει την ανθρώπινη σωτηρία κατέστη μέγας και αιώνιος αρχιερεύς "κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" (Εβρ.5:6) Η δική του ιεροσύνη είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ααρωνική, καθότι εκείνη υπήρξε, όπως είπαμε, τύπος και σκιά της ιεροσύνης Αυτού και η οποία ιερουργούσε αιματηρές αναποτελεσματικές ζωοθυσίες, μη μπορώντας "αφερείν αμαρτίας" (Εβρ.10:4).
        Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ιερούργησε πάνω στο φρικτό Γολγοθά την αληθινή και αποτελεσματική θυσία για την πραγματική και μόνιμη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. "Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, δια δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος" (Εβρ.9:11-12). Ως ιερείο άμωμο έθυσε τον ίδιο Του τον εαυτό, "περί αμαρτίας προσφορά" (2 Κορ.5:21) πάνω στον τελειότερο και  ιερότατο βωμό, τον Σταυρό και το εκχυθέν τίμιο αίμα Του το "περί πολλών εκχυνόμενον" (Ματθ.26:28), απέπλυνε τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών. Στο εξής "ηγιασμένοι εσμέν δια της προσφοράς του σώματος του Χριστού εφάπαξ… αυτός δε μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγγας θυσίας εις το διηνεκές… μία γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους" (Εβρ.10:10-14).
       Η Μεγάλη Θυσία του Χριστού κατήργησε όλες τις άλλες θυσίες, ακόμα και τις θυσίες του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είναι τυχαίο το σχίσιμο του καταπετάσματος του Ναού την ώρα που εξέπνευσε ο Κύριος επί του Σταυρού και αποκαλύφτηκαν τα Άγια των Αγίων. (Ματθ.27:51, Λουκ.23:45). Δεν είναι επίσης τυχαία η καταστροφή του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και η οριστική παύση των θυσιών μέχρι σήμερα! Η αποστολή του Ιουδαϊσμού, του Ναού και των θυσιών είχε ολοκληρωθεί την ημέρα εκείνη.
        Η ουσία της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού είναι για την Ορθόδοξη διδασκαλία ακατανόητη  στον ανθρώπινο νου. Αποτελεί μέγα μυστήριο, του οποίου μόνο τα σωτήρια αποτελέσματα μπορούμε να δούμε. Αντίθετα η αιρετική ετεροδοξία, προσπάθησε λανθασμένα να κατανοήσει αυτό το μυστήριο. Η παποσύνη την κατανόησε με ενδοκοσμική νομικίστικη έννοια, διδάσκοντας ότι η θυσία του Χριστού έγινε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη, η οποία προσβλήθηκε εξαιτίας της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους! Ο προτεσταντισμός διδάσκει τη βλάσφημη θεωρία ότι ο Χριστός κατέβαλε στο διάβολο το αίμα Του, ως λύτρο, για  την εξαγορά των ανθρώπων από αυτόν!
        Η Μεγάλη Σταυρική Θυσία του Χριστού εγκαινίασε μια νέα εποχή για τους πιστούς Του. Δι' αυτής επιτεύχθηκε η πολυπόθητη καταλλαγή μεταξύ αυτών και του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μεγάλος σύνδεσμος μεταξύ αυτών των δύο (Εφ.2:13), ο αληθινός μεσίτης (1Τιμ.2:5), ο Οποίος μεσιτεύει αδιάκοπα στον Πατέρα για όλους όσους επικαλούνται το άγιο όνομά Του. Η άπαξ συντελεσθείσα υπέρτατη Θυσία επαναλαμβάνεται στα ιερά θυσιαστήρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις το διηνεκές για τον αγιασμό και τη σωτηρία των πιστών (Λουκ.22:20), ως η σπουδαιότερη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας.
        Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους ορθοδόξους η ιερότερη μέρα, διότι κατ' αυτήν συνήφθη η νέα διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου δια του τιμίου αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Εβρ.8:15), συντελέσθηκε η απολύτρωση και άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την αιώνια ζωή. Δια της υπερτάτης Θυσίας Του  "εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού" (Ρωμ.5:10). Στο εξής ο αναγεννημένος "εν τω αίματι του Χριστού" (Εφ.2:13) άνθρωπος "ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός' ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού" (Γαλ.4:5).  
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
18  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


 

ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ (Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)



ΚΑΤΗΛΛΑΓΗΜΕΝ ΤΩ ΘΕΩ
ΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ
(Θεολογικό σχόλιο στην ιλαστήρια Θυσία του Χριστού)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητού


     Η Σταυρική Θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί το κορυφαίο κεφάλαιο στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Διότι μυστηριωδώς πως, την αγία εκείνη Παρασκευή της σταυρώσεως, συντελέσθηκε στον φρικτό Γολγοθά η καταλλαγή ανθρώπου και Θεού, αυτό που δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν οι αναρίθμητες θυσίες του προχριστιανικού παρελθόντος. Ο Χριστός "άπαξ περί αμαρτιών απέθανεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ" (1 Πετρ.3:18) γενόμενος ο ίδιος "αντίλυτρον υπέρ πάντων" (1 Τιμ.2:6), "παρέδωκεν εαυτόν υπερ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας" (2 Πετρ.2:2).
     Αιτία της θείας Θυσίας υπήρξε αναμφίβολα η ανθρώπινη ανταρσία κατά του Θεού και η κυριαρχία του κακού στην ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος ως τέλειο και ελεύθερο δημιούργημα του Θεού, κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου του, ξέπεσε από τον ανοδικό του προορισμό και έφτασε μέχρι τις εσχατιές της πτώσης (Γεν.κεφ.3). Η μεταστροφή του ήταν αδύνατη διότι η φύση του είχε φθαρεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε δεν μπορούσε ο ίδιος με τις δικές του δυνάμεις να αυτολυτρωθεί. Η ενοχή του απέναντι στο Θεό ήταν τόσο μεγάλη ώστε μόνο ο θάνατός του μπορούσε να διορθώσει αυτή την ανταρσία και την ύβρη. Με αυτή όμως τη λογική έπρεπε να πεθάνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος προκειμένου να εκλείψει μαζί του η  αμαρτία και το κακό. Γι' αυτό ο άνθρωπος μέσα στη σκοτοδίνη της αμαρτίας εφεύρε ως αντίδοτο την έννοια της θυσίας ως αντιπροσωπευτικό θάνατο εξιλέωσης απέναντι στο δίκαιο Θεό. Έτσι καθιερώθηκαν στην αρχή οι ανθρωποθυσίες, όπου το χύσιμο του πολυτίμου αίματος μέλους της κοινότητας έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι εξευμενίζονταν το θείο. Αργότερα με την πρόοδο του ανθρωπίνου πνεύματος αντικαταστάθηκε η ανθρωποθυσία με τη ζωοθυσία, πιστεύοντας ότι το αίμα του θυσιαζομένου ζώου μπορεί να φέρει την καταλλαγή με το Θεό (Λευιτ.14:11).
        Οι θυσίες έλαβαν σπουδαία θέση στη ζωή του προχριστιανικού ανθρώπου και γι' αυτό γύρω από τις τελετουργίες αυτών αναπτύχθηκε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και ιερατείο.  Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτή την πρακτική. Η μωσαϊκή θρησκεία έδινε ιδιαίτερη σημασία στις τελετουργίες των θυσιών (Λευιτ.14:11). Οι ιερείς και ιδιαίτερα ο αρχιερεύς ήταν ο "ενδιάμεσος" μεταξύ του λαού και του Θεού (μεσίτης).  Ενδιαφέρον είχε η ιλαστήρια θυσία του τράγου κατά την ημέρα του Εξιλασμού, με το αίμα του οποίου ραντίζονταν ο λαός, ως ιλασμός των αμαρτιών του (Λευιτ.16:18, Εβρ.9:7).
       Η αναποτελεσματικότητα όμως των θυσιών ήταν συνείδηση όλου του προχριστιανικού κόσμου, γι' αυτό και ήταν επαναλαμβανόμενες. Οι μεσίτες ιερείς δεν ικανοποιούσαν την ανάγκη της συνδιαλλαγής με το Θεό. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να παρακμάσουν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όλες οι παραδοσιακές θρησκείες και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλες μυστηριακές και παράλογες λατρείες (Ίσιδος, Κυβέλης, Μίθρα, κλπ), αναζητώντας εναγωνίως οι άνθρωποι  την πραγματική λύτρωση.
      Οι θυσίες αυτές υπήρξαν τύποι της Μεγάλης Σταυρικής Θυσίας του Χριστού, όπως και οι ιερείς υπήρξαν τύποι του Μεσίτη Χριστού (Εβρ.4:14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός σωτήρας, ο Οποίος απεστάλη από το Θεό Πατέρα για να λυτρώσει πραγματικά και μόνιμα το ανθρώπινο γένος, ως αποτέλεσμα της άμετρης αγάπης Του (Ιωάν.3:15). Επιτέλεσε το σωτήριο επί γης έργο Του, όπως είναι γνωστό, δια του τρισσού αξιώματός Του, του προφητικού, του βασιλικού και του αρχιερατικού.
         Το αρχιερατικό αξίωμα ασκήθηκε με τη Σταυρική επί του φρικτού Γολγοθά Θυσία Του. Την αναποτελεσματικότητα των ανθρωπίνων θυσιών, ότι "αδύνατον αίμα
τράγων και ταύρων αφαιρείν αμαρτίαις" (Εβρ.10:4), ήρθε να αντικαταστήσει η υπέρτατη Θυσία του Χριστού, ως η μόνη αληθινή, δεκτή από το Θεό και αποτελεσματική θυσία. Ο Ιησούς Χριστός μόνος Αυτός "δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι" (Εβρ.2:18) διότι είναι αληθινός Θεός, "απαύγασμα της δόξης" του Θεού (Εβρ.1:3). Προκειμένου να ιερουργήσει την ανθρώπινη σωτηρία κατέστη μέγας και αιώνιος αρχιερεύς "κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" (Εβρ.5:6) Η δική του ιεροσύνη είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ααρωνική, καθότι εκείνη υπήρξε, όπως είπαμε, τύπος και σκιά της ιεροσύνης Αυτού και η οποία ιερουργούσε αιματηρές αναποτελεσματικές ζωοθυσίες, μη μπορώντας "αφερείν αμαρτίας" (Εβρ.10:4).
        Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ιερούργησε πάνω στο φρικτό Γολγοθά την αληθινή και αποτελεσματική θυσία για την πραγματική και μόνιμη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. "Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, δια δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος" (Εβρ.9:11-12). Ως ιερείο άμωμο έθυσε τον ίδιο Του τον εαυτό, "περί αμαρτίας προσφορά" (2 Κορ.5:21) πάνω στον τελειότερο και  ιερότατο βωμό, τον Σταυρό και το εκχυθέν τίμιο αίμα Του το "περί πολλών εκχυνόμενον" (Ματθ.26:28), απέπλυνε τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών. Στο εξής "ηγιασμένοι εσμέν δια της προσφοράς του σώματος του Χριστού εφάπαξ… αυτός δε μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγγας θυσίας εις το διηνεκές… μία γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους" (Εβρ.10:10-14).
       Η Μεγάλη Θυσία του Χριστού κατήργησε όλες τις άλλες θυσίες, ακόμα και τις θυσίες του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είναι τυχαίο το σχίσιμο του καταπετάσματος του Ναού την ώρα που εξέπνευσε ο Κύριος επί του Σταυρού και αποκαλύφτηκαν τα Άγια των Αγίων. (Ματθ.27:51, Λουκ.23:45). Δεν είναι επίσης τυχαία η καταστροφή του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και η οριστική παύση των θυσιών μέχρι σήμερα! Η αποστολή του Ιουδαϊσμού, του Ναού και των θυσιών είχε ολοκληρωθεί την ημέρα εκείνη.
        Η ουσία της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού είναι για την Ορθόδοξη διδασκαλία ακατανόητη  στον ανθρώπινο νου. Αποτελεί μέγα μυστήριο, του οποίου μόνο τα σωτήρια αποτελέσματα μπορούμε να δούμε. Αντίθετα η αιρετική ετεροδοξία, προσπάθησε λανθασμένα να κατανοήσει αυτό το μυστήριο. Η παποσύνη την κατανόησε με ενδοκοσμική νομικίστικη έννοια, διδάσκοντας ότι η θυσία του Χριστού έγινε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη, η οποία προσβλήθηκε εξαιτίας της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους! Ο προτεσταντισμός διδάσκει τη βλάσφημη θεωρία ότι ο Χριστός κατέβαλε στο διάβολο το αίμα Του, ως λύτρο, για  την εξαγορά των ανθρώπων από αυτόν!
        Η Μεγάλη Σταυρική Θυσία του Χριστού εγκαινίασε μια νέα εποχή για τους πιστούς Του. Δι' αυτής επιτεύχθηκε η πολυπόθητη καταλλαγή μεταξύ αυτών και του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μεγάλος σύνδεσμος μεταξύ αυτών των δύο (Εφ.2:13), ο αληθινός μεσίτης (1Τιμ.2:5), ο Οποίος μεσιτεύει αδιάκοπα στον Πατέρα για όλους όσους επικαλούνται το άγιο όνομά Του. Η άπαξ συντελεσθείσα υπέρτατη Θυσία επαναλαμβάνεται στα ιερά θυσιαστήρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών εις το διηνεκές για τον αγιασμό και τη σωτηρία των πιστών (Λουκ.22:20), ως η σπουδαιότερη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας.
        Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους ορθοδόξους η ιερότερη μέρα, διότι κατ' αυτήν συνήφθη η νέα διαθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου δια του τιμίου αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Εβρ.8:15), συντελέσθηκε η απολύτρωση και άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την αιώνια ζωή. Δια της υπερτάτης Θυσίας Του  "εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού" (Ρωμ.5:10). Στο εξής ο αναγεννημένος "εν τω αίματι του Χριστού" (Εφ.2:13) άνθρωπος "ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός' ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού" (Γαλ.4:5).  
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
18  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


Read more: http://www.egolpion.com/AAF8A7E6.el.aspx#ixzz3XNZIVj6I

ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΕΝΟΙ ή ΑΝΑΣΤΑΥΡΟΥΝΤΕΣ ;

 



ΣΥΣΤΑΥΡΟΥΜΕΝΟΙ  ή  ΑΝΑΣΤΑΥΡΟΥΝΤΕΣ ;
π. Β. Σπηλιόπουλος
 
    Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας είναι αυτή που εκφράζει και υποστασιοποιεί την πίστη και το βίωμα Της.  Στη Λειτουργική ζωή ζει κανείς αυτό που διδάσκει η Εκκλησία, ζει τα ελπιζόμενα και επηγγελθέντα, ζει την ίδια την Βασιλεία του Θεού.  Ακριβώς για τον λόγο αυτό οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Θείοι Πατέρες, οι οποίοι ζούσαν το αυθεντικό Ορθόδοξο βίωμα, «έχτισαν» κατά τέτοιο τρόπο όλη την Λειτουργική Ζωή ώστε οι δυνάμενοι και βουλόμενοι να διδάσκονται, βιωματικά, το βίωμα αυτό.  Είναι, λοιπόν, θρασύ τόλμημα που αγγίζει τα όρια της βλασφημίας η οποιαδήποτε αυθαίρετη αλλαγή και επέμβαση συμβεί στις λειτουργικές διατάξεις.  Οποιαδήποτε αλλαγή δεν αλλοιώνει απλώς το τυπικό - τον τύπο αλλά αλλοιώνει το φρόνημα, το βίωμα, την πίστη, αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο.
«Εἰ γάρ ἐπιχειρήσαιμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν, ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶντες τό κήρυγμα» λέει ο Μ. Βασίλειος και ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει;
Δυστυχώς, όμως, μέσα στη λειτουργική ζωή παρεισφρέουν πολλές φορές στοιχεία τα οποία όχι μόνο είναι καινοφανή και καινοτόμα αλλά, πράγματι, αποδεικνύουν ότι η παραμικρή αλλαγή αλλοιώνει το Ορθόδοξο βίωμα.  Βέβαια μερικά από αυτά έχουν τόσο πολύ εδραιωθεί που η απομάκρυνσή τους θα δημιουργούσε μεγάλη αναστάτωση και αντιδράσεις καλό είναι όμως να τα γνωρίζουμε ούτως ώστε αφενός μεν να μην τα επεκτείνουμε, να μην τα διογκώνουμε ακόμα περισσότερο και αφετέρου, όπου και όποτε είναι δυνατόν, να τα απομακρύνουμε με διάκριση, κατήχηση και υπομονή.
Όσο κι αν ακουστεί περίεργο ένα από αυτά τα στοιχεία είναι η συνηθισμένη έξοδος του Εσταυρωμένου Κυρίου κατά τον Όρθρο της Μ. Παρασκευής που είθισται να τελείται στους ενοριακούς ναούς, κατ’ άκραν οικονομίαν και κατά παράβαση της τάξεως, το βράδυ της Μ. Πέμπτης. 
Η έξοδος αυτή και περιφορά του Εσταυρωμένου, που γίνεται μετά το πέμπτο ευαγγελικό ανάγνωσμα τελέσθηκε για πρώτη φορά το 1864 στον πατριαρχικό ναό και, όσο κι αν σήμερα θεωρείται δεδομένη, ασφαλώς χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γενικευθεί ενώ στις περισσότερες Ιερές Μονές δεν τελείται μέχρι και σήμερα. 
Το πρώτο βασικό της πρόβλημα είναι αυτός ο ίδιος ο Εσταυρωμένος ο οποίος περισσότερο θυμίζει άγαλμα και πολύ λιγότερο εικόνα οπότε, όπως είναι ευνόητο, ήδη παραβιάζει και διδάσκει λανθασμένα περί των ιερών εικόνων, περί ζητήματος δηλαδή δογματικού. Είναι εντελώς νέο εφεύρημα που ήλθε να αντικαταστήσει τον Σταυρό, με τον ζωγραφισμένο όμως και όχι αποσπώμενο Σώμα του Κυρίου, που βρισκόταν στην κορυφή του εικονοστασίου-τέμπλου.  Είναι καλό να τα γνωρίζουμε αυτά, ακόμη κι αν δεν έχουμε την τόλμη να τα διορθώσουμε, ακριβώς διότι εσχάτως τον Εσταυρωμένο Κύριο ακολούθησε το άγαλμα του Νυμφίου, ή της Θεοτόκου και άλλων αγίων αποδεικνύοντας ότι το ένα λάθος πατά πάνω στο προηγούμενο.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι με την έξοδο αυτή έχουμε πιστή αναπαράσταση γεγονότων εν είδει θεάτρου γεγονός που απάδει προς την ορθόδοξη παράδοσηΚαι φυσικά και εδώ δεν λείπει η φαντασία ώστε την έξοδο του Εσταυρωμένου να ακολουθήσει η τελετή της Αποκαθηλώσεως, την οποία ακολούθησε ο ενταφιασμός του Σώματος, πολλές δε φορές με χέρια που κλείνουν προς τα μέσα, στον επιτάφιο αντί του κεντητού υφάσματος, που ακολούθησε η τέλεση της αποκαθήλωσης σε Όρη και σε βουνά ως παράσταση, που ακολούθησε ακόμη και η αναπαράσταση των παθών στις στάσεις της λιτανείας του επιταφίου.  Όλα τα παραπάνω, και άλλα που δεν γνωρίζουμε ή που αύριο θα εφεύρουν «ευρηματικοί» ιερείς προς συγκέντρωση πλήθους, γίνονται σε ορθόδοξους Ναούς, ακόμη και μονές, από Ορθοδόξους ιερείς που διδάσκουν μη ορθόδοξα τους πιστούς.
Ας δούμε όμως μερικές διατάξεις τυπικών και γνώμες σοβαρών λειτουργών επί του θέματος:
Στο ισχύον τυπικό του Βιολάκη, ένα από τα πιο καινοτόμα και λιγότερα αυστηρά, αναφέρεται ασφαλώς το τυπικό της εξόδου του Εσταυρωμένου αλλά σε υποσημείωση αναφέρονται τα παρακάτω:
«Ἐν τῶ πατιαρχικῶ ναῶ (ὡς καί ἐν Ἁγίω Ὅρει μέχρι τοῦδε) ἡ ἔξοδος αὕτη τοῦ Ἐσταυρωμένου οὐκ ἐγίνετο μέχρι τῆς πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας (1864), καθόσον οὔτε τό Τριώδιον σημειοῖ τοιαύτην τινά τάξιν, οὔτε τό ἀρχαῖον Τυπικόν ἤδη ὅμως καθιερώθη, οὕτως είπεῖν, καί ὁ λαός φαίνεται ποθῶν ἵνα εὐλαβῶς προσκυνήση τῆ ὥρα ταύτη τόν διά τάς ἡμετέρας ἁμαρτίας ἀναρτηθέντα ἐπί ξύλου τοῦ Σταυροῦ Θεάνθρωπον» (τυπικόν της του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεωργίο Βιολάκη, σελ. 404, ὑποσημείωση 1). 
Ας σημειωθεί εδώ ότι τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρει η υποσημείωση είναι αναμφισβήτητα ας μας επιτραπεί όμως να αμφισβητήσουμε το κατά πόσον είναι αδύνατη η επαναφορά στην κανονική τάξη και το κατά πόσο ο πιστός λαός επιθυμεί «ἵνα εύλαβῶς» προσκυνήσει. Δάκρυα συναισθηματικά που διαρκούν μερικά λεπτά και δεν οδηγούν στη μετάνοια και σε αλλαγή του βίου είναι πλάνη.  Ας σημειωθεί επίσης ότι, όπως είναι ευνόητο, παλαιότερες εκδόσεις του ιδίου τυπικού δεν αναφέρουν τίποτα απολύτως για την καινοφανή αυτή τελετή.
Ευνόητο, όμως, τυγχάνει και το γεγονός ότι κανένα παλιό τυπικό δεν αναφέρει το παραμικρό για την έξοδο του Εσταυρωμένου και κανένα παλαιό λειτουργικό βιβλίο.  Ειδικότερα το πρώτο τυπικό του αγίου Σάββα δε θα μπορούσε να γνωρίζει την λιτανεία αυτή.  Ας δούμε όμως τον υπέροχο σχολιασμό του π. Δοσιθέου, ηγουμένου της μονής Τατάρνης και ακραιφνή γνώστη του τυπικού αλλά και τηρητού , σχετικώς με το θέμα:
«…Εἰς τάς ἱερᾶς Μονάς δέον ὅπως παραφυλάττητται ἡ ἀρχαία τάξις.  Μία ἱερά εἰκών τῆς Σταυρώσεως εἰς τό προσκυνητάριον ἤ εἰς τό μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ.  Ἐξ’ ἄλλου εἰς τάς ἱεράς Μονάς δεν πρέπει ἵνα ὑπάρχη Ἐσταυρωμένος ὄπισθεν τῆς ἁγίας Τραπέζης, εἰ μή μόνον λιτανευτικός Σταυρό. Σημείωσαι δ’ ὅτι ἡ κοπή τοῦ Σώματος εἰς τό περίγραμμα αὐτοῦ δεν ἀντέχει εἰς ὀρθόδοξον κριτικήν, διότι ὀλίγον ἀπέχει τοῦ ἀγάλματος, ἐγγίζον τό εἴδωλον.  Ἄφες, σύ ὁ τυπικάρης, διά τούς τοῦ κόσμου ἐνοριακούς Ναούς τούς ἐξ’ ἀνθέων (πολλάκις πλαστικῶν) στεφάνους, τήν ὀχλοβοήν τῶν ἀνασταυρούντων καί τούς ψευδεῖς καί ἐπίπλαστους συναισθηματισμούς, τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα τῶν γυναικαρίων τῶν ἀεί ποτέ μανθανόντων καί οὐδέποτε εἰς εὐσέβειαν ἐλθεῖν δυναμένων.  Ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς τήν θεολογίαν τῶν τροπαρίων, εἰς τήν χαρμολύπην τῶν κανόνων καί εἰς τάς ἑεμηνείας τῶν ἀναγνωσεων» (Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, ἔκδοσις Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, σελ. 402).
Φρονούμε ότι ο πανοσιολογιότατος δεν θα μπορούσε να περιγράψει τόσο καλά και τόσο σύντομα την κατάσταση που προκαλεί και την αλλοίωση που εισάγει η καινοφανής αυτή λιτάνευση.  Φρονούμε επίσης, όσο κι αν ο πατήρ διακριτικά μόνον το δήλωσε και εμμέσως, ότι ασφαλώς ούτε σε ενοριακό Ναό αρμόζουν τα στεφάνια, οι βοές, τα ψεύτικα δάκρυα και τα συνακόλουθα και ευχόμαστε κάποτε να εκλείψουν.
Τέλος ας δούμε τι αναφέρει σχετικώς το Αγιορείτικο Τυπικόν της εκκλησιαστικής ακολουθίας, που εξέδωσαν για λογαριασμό του Ιερού Κελλίου Ευαγγελισμού Καρυών Αγίου Όρους οι εκδόσεις «Καστανιώτη». 
«Ἐκ τοῦ 1864 ἔτους τῆς Πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπό Ἀμασείας, εἰσήχθη ἡ ἔξοδος „Ἐσταυρωμένου” εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καί εἰς τάς κατά τόπους Ἐκκλησίας - κατά μίμησιν ἴσως τῶν Δυτικῶν Λιτανειῶν Ἐσταυρωμένων ἀγαλμάτων.  Αὕτη ἡ τάξις ἐπικρατεῖ ἐσχάτως εἰς πολλάς μονάς, ὡς εἰς τό Πρωτάτον.  Πλην ὅμως ἡ συνήθεια αὕτη τῆς ἐξαιρετικῶς πομπώδους καί δραματικῆς ἐξόδου τοῦ Ἐσταυρωμένου σώματος, ἰδιαίτατα ὡς γίνεται σήμερον εἰς τάς ἐνορίας, ἀπάδει πρός τήν λιτότητα καί ἡγιασμένην ἁπλότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». (σελ.216, υποσημείωση 32).  Καί βέβαια το ίδιο τυπικό τονίζει ότι, τουλάχιστον, σε όποιες μονές τελείται – κακώς - η  έξοδος του Εσταυρωμένου τελείται με σεβασμό και λιτότητα και δεν τελείται, ή δεν θα έπρεπε να τελείται, η αποκαθήλωση και τα υπόλοιπα δρώμενα.
Ας έχουμε λοιπόν υπόψιν το πόσο ξένα προς την ορθόδοξη λειτουργική παράδοση και την εν γένει ορθόδοξη πνευματικότητα είναι όλα αυτά και ας προσπαθήσουμε αν όχι να διορθώσουμε τουλάχιστον να μην τα  αναπαράγουμε, προσθέτοντας και άλλα, μεγαλώνοντας  την απόσταση από γνήσιο ορθόδοξο λειτουργικό βίωμα.  Ας τελούνται απλά και αθόρυβα.
 
Πηγές φωτογραφιών:        1 2 3 4 5 6

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 


Read more: http://www.egolpion.com/anastavrountes.el.aspx#ixzz3XNYoTF5U

Ι. Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Γ'ΕΓΚΩΜΙΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ


ΕΓΚΩΜΙΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ



ΕΓΚΩΜΙΩΝ  ΕΓΚΩΜΙΟΝ
π. Β. Σπηλιόπουλος

    Έχουμε ήδη κάνει αναφορά, σε προγενέστερο άρθρο, σε λειτουργικά λάθη και λειτουργικές καινοτομίες κατά την Μ. Εβδομάδα που αλλοιώνουν το γνήσιο λειτουργικό και εν γένει ορθόδοξο φρόνημα.  Ένα από τα στοιχεία της Μ. Εβδομάδος όπου το τυπικό παραβιάζεται, ενίοτε δε βάναυσα, με αποτέλεσμα να χάνεται η ιεροπρέπεια της Ιεράς Ακολουθίας, η οποία ολισθαίνει και τείνει να μετατραπεί σε κοσμική σύναξη, είναι ο Όρθρος του Μ. Σαββάτου που τελείται συνήθως στις ενορίες το εσπέρας της Μ. Παρασκευής.  Η σοβαρότερη παρατυπία έγκειται και αφορά στην ψαλμωδία των λεγομένων εγκωμίων.
 Η παλαιά και ορθή τάξη έχει σχεδόν ολοκληρωτικά λησμονηθεί, αν και εσχάτως υπάρχουν αισιόδοξα και παρήγορα σημάδια επιστροφής ακόμη και σε ενοριακούς ναούς, με αποτέλεσμα το σημείο αυτό της Ακολουθίας να έχει υπερτιμηθεί, να έχει παραγκωνίσει τα υπόλοιπα θεόπνευστα άσματα και αναγνώσματα και να θεωρείται ως η ουσία και το «είναι» της Μ. Παρασκευής.
Πρώτη παρατυπία είναι η θέση των εγκωμίων.  Η ορθή θέση των εγκωμίων είναι η αρχή του όρθρου. Αμέσως μετά το Θεός Κύριος και τα απολυτίκια ψάλλεται, όπως άλλωστε κάθε Σάββατο, ο Άμωμος (17ο κάθισμα- 118ος ψαλμός) και σε κάθε στίχο του Αμώμου παρεμβάλλεται ένα από τα τροπάρια των εγκωμίων.  Άλλωστε ο ποιητής των εγκωμίων συνέταξε τόσα εγκώμια όσα και οι στίχοι του Αμώμου.  Συνηθίζεται, όμως, σήμερα να ψάλλοντα τα εγκώμια μετά από την ενάτη ωδή των κανόνων, προς το τέλος του όρθρου, και λίγο μόνο πριν την έξοδο και λιτάνευση του Επιταφίου.  Αυτό προφανώς συμβαίνει για να έχει προσέλθει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.
Η μετάθεση, λοιπόν, αυτή από μόνη της ωθεί τα πράγματα ώστε να θεωρηθούν τα εγκώμια, κακώς κάκιστα, ως το κύριο μέρος της Ακολουθίας αλλά και να παραγκωνίζονται άλλα μέρη πολύ πιο σημαντικά και ουσιώδη.  Γιατί ο κόσμος να ακούσει τα εγκώμια και όχι τον κανόνα που, σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, είναι το πιο διδακτικό μέρος του όρθρου; 
Φρονούμε μάλιστα ότι η υπερτίμηση αυτή του μέρους αυτού της ακολουθίας, συνοδευομένη από τον στείρο συναισθηματισμό που καλλιεργείται τις ημέρες αυτές κατά μίμηση  των παπικών, οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι τα εγκώμια θεωρήθηκαν θρήνος και μοιρολόι για τον εκουσίως παθόντα Κύριο.  Ευνόητο τυγχάνει ότι κάτι τέτοιο και δεν συνάδει με τον πανηγυρικό χαρακτήρα του Μ. Σαββάτου, οπότε ψάλλεται θεός κύριος και όχι αλληλούια, μεγάλη δοξολογία και αναστάσιμα ευλογητάρια, και πάσχει από διδακτικής και δογματικής επόψεως αφού μεταβάλει την εις Άδου Κάθοδο και το εκεί κήρυγμα του Κυρίου σε γεγονός όχι σωτηριολογικό αλλά θλιβερό.  Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον δυτικό συναισθηματισμό που αδυνατεί να ξεπεράσει τη Μ. Παρασκευή, την οποία θεωρεί κορωνίδα των εορτών, και να φτάσει στο Πάσχα.  Ατυχώς παραθεωρείται το γεγονός της Αναστάσεως και υπερτονίζεται η Θυσία του Κυρίου η οποία όμως χωρίς την Ανάσταση, κατά τον Παύλο, μεταβάλει το κήρυγμα σε κενό ρήμα και ματαιότητα.  Μιλούμε, στην πραγματικότητα, για την νοοτροπία του αποστόλου Πέτρου, ο οποίος προσπαθούσε, από υπερβάλοντα ζήλο και αγάπη για τον Χριστό, να ματαιώσει    το εκούσιο Πάθος.  Νοοτροπία φυσικά που καταδικάζει η Εκκλησία μας αφού ο ίδιος ο Κύριο κατεδίκασε λέγοντας „Υπαγε οπίσω μου, Σατανά Ότι ού φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων” (Μαρκ. η΄, 33).
 Ας δούμε τι λέει ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της μονής Τατάρνης, στον υπομνηματισμό του στο τυπικό του Αγίου Σάββα που εξέδωσε η παραπάνω Ιερά Μονή:
«’Εγκώμιον=ὕμνος ἤ λόγος πανηγυρικός καί ἐπαινετικός ἐν κώμοις ἤγουν ἐν πανηγύρει, ἐν πομπή μετά συνοδείας.  Τά πρός εὐφημίαν καί ἔπαινον ἀδόμενα ἐγκώμια μετεβλήθησαν ἐνταῦθα εἰς ἐπιτάφιον θρῆνον, καίτοι τά τυπικά οὐδόλως ὁμιλοῦσι περί θρήνου.  Εἰσί δέ τά ἐγκώμια μετρίας ποιητικῆς ἀξίας μόλις μετά τόν ΙΒ΄αἰῶνα ἀναφερόμενα.  Διό καί αἱ σλαυικαί Ἐκκλησίαι, αἱ ἐνωρίτερον λαβοῦσαι τάς λειτουργικάς δέλτους, ἀγνοοῦσι ταῦτα.  Ποιητικῶς καί θεολογικῶς εἰσίν ὑποδεέστερα τῆς λοιπῆς ἱερᾶς ἀκολουθίας, ὄντα δέ καί τινα παράχορδα καί ἄῤῥυθμα.  Ὁ ἀνώνυμος ποητής ἀγωνιᾶ ἵνα κατασκευάση ἐγκώμια κατά ἀριθμόν τῶν στίχων τοῦ Ἀμώμου (185, ἐάν δέν ἀπατῶμαι) διό καί δέν ἐπιτυγχάνετει πάντοτε τό ποθούμενον.  Ἐμπεριέχουσι θρήνους καί οἰμωγάς, καταξέσεις παρειῶν καί ἀπομαδαρώσεις, σχετλιασμούς καί ἀράς, ξένα πάντα πρός το θεολογικόν βάθος τοῦ ἐπακολουθῦντος θεσπεσίου κανόνος.  Ὅμως ἐπειδή ἔχουσιν ἁπλότητα σκέψεων καί πλοῦτον συναισθηματικόν, εἰσί λίαν προσφιλῆ παρά τῶ εὐσεβοῦντι λαῶ». (σελ. 412-13 υποσημείωση 5).  Καί βέβαια ούτε εμείς ούτε ο π.Δοσίθεος υποστηρίζουμε την απάλειψη των εγκωμίων αλλά τα λόγια του π.Δοσιθέου εκφράζουν την πίστη, την θεολογία της Εκκλησίας σχετικώς με τα γεγονότα του εκουσίου Πάθους και της Ταφής του Κυρίου.  Εκείνο που προτείνουμε είναι η επιστροφή στο ορθό φρόνημα και συνεπώς η μετρίαση της σημασίας που έχει αποδοθεί στα εγκώμια με ταυτόχρονο τονισμό άλλων μερών της ακολουθίας όπως ο κανόνας ή ακόμα, ευχής έργον θα ήταν, των υπέροχων Πατερικών αναγνώσεων.
Για τη θέση δε των εγκωμίων και την μετάθεσή τους στο τέλος λέει αριστουργηματικά ο άγιος ηγούμενος : «...Τοῦτο ὅμως  κατακρήμνησις ἐστιν.  Ἀπό τοῦ ὕψους τοῦ κανόνος εἰς τό βάθος τῶν ἐγκωμίων» (σελ.423 υποσημείωση 14).
Ένα δεύτερο λάθος, μια επόμενη παρατυπία, απόρροια ασφαλώς της πρώτης, είναι ότι στους ενοριακούς Ναούς γίνεται προσπάθεια ώστε τα εγκώμια να τα ψάλλει όλος ο λαός μαζί.  Δε θα αναφερθούμε στο θέμα της συμψαλμωδίας γενικώς  το οποίο έχουν εξαντλήσει οι άγιοι Πατέρες και οι Κανόνες της Εκκλησίας μας που απαιτούν στην εκκλησία να ψάλλουν μόνον οι κανονικοί, μάλιστα κανονικώς χειροτονημένοι, ψάλτες και από «διφθέρας» από μουσικό δηλαδή κείμενο.   Θα διατυπώσουμε όμως την θέση ότι η προσπάθεια αυτή, τις ημέρες μάλιστα κατά τις οποίες οι πλείστοι για εθιμοτυπικούς και πολιτιστικούς λόγους θυμούνται να περάσουν το κατώφλι του Ναού, δεν ωφελεί κανένα.   Η προσπάθεια αυτή γίνεται εις βάρος του τυπικού, και άρα της θεολογίας όπως είπαμε παραπάνω,  αφού μεταθέτουμε την θέση των εγκωμίων για να προλάβει ο κόσμος. Γίνεται εις βάρος της ποιμαντικής αφού άνθρωποι που δεν έχουν καμία εκκλησιαστική παιδεία ξαφνικά γίνονται ψάλτες και το καυχώνται μάλιστα.  Αντί να μεταδώσουμε στους ανθρώπους αυτούς, που θα ξαναδούμε την επόμενη Μ. Εβδομάδα, το ταπεινό φρόνημα της ορθοδόξου παραδόσεως τους βαπτίζουμε αυτομάτως διδασκάλους, κήρυκες και μελωδούς.  Αντί να κάνουμε μια ελάχιστη προσπάθεια να τους βοηθήσουμε να αντιληφθούν την αρρώστιά τους, του δίνουμε άλλοθι και ευκαιρία να θεωρήσουν εαυτούς όχι μόνον πιστούς και ενεργά μέλη του εκκλησιαστικού Σώματος αλλά και ανθρώπους με εκκλησιαστικό διακόνημα.   Και πέρα από όλα αυτά η στάση και η προσπάθεια αυτή οδηγεί στο τρίτο λάθος που είναι η ψαλμώδηση των εγκωμίων και η κατακρεούργηση της εκκλησιαστικής μας μουσικής. 
Τρίτο  λάθος, λοιπόν είναι το μέλος με το οποίο αποδίδονται οι συγκεκριμένου ύμνοι.  Πέρα από την χάβρα που δημιουργείται αφού οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν το μέλος των ύμνων, πολλοί είναι παράφωνοι, απουσιάζει ο στοιχειώδης συντονισμός και η πλειοψηφία αδυνατεί ακόμα και να αναγνώσει την γλώσσα των ύμνων, υφίσταται τρομερό πρόβλημα, ακόμη κι αν ψάλλον μόνον οι ψάλτες, με την ψαλμωδία ιδιαιτέρως της τρίτης στάσεως των εγκωμίων.   Το παραδοσιακό, βυζαντινό μέλος του τρίτου ήχου έχει σχεδόν πανταχού αντικατασταθεί με κανταδίστικο μέλος γεμάτο συναισθηματισμό και θηλυπρέπεια.  Η ιεροπρέπεια χάνεται και νομίζει κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παράθυρο των Ιονίων Νήσων και τραγουδάει περιμένοντας την καλή του να προβάλλει στο παραθύρι.  Η θεολογία πάει περίπατο και οι οδυρμοί, για τους οποίου έκανε λόγο ο π. Δοσίθεος, αποκτούν και το κατάλλληλο μέλος.  Το σοβαρό, ρεαλιστικό, θεολογικό, ιεροπρεπές μέλος των αγίων μας δίνει τη θέση του στο μέλος του Γαϊτάνου και αντίστοιχα τα βιώματα των αγίων τη θέση τους στα βιώματα του τραγουδιστού.  Ας προσπαθήσουν οι ιερείς και οι ψάλτες να μάθουν τον σωστό τρόπο ψαλμωδίας για να μην γελοιοποιείται η στιγμή και να μην μεταβάλλεται ο Ναός σε αίθουσα συναυλίας.
Ένα τέταρτο λάθος, λάθος που έχει εμποτίσει τη λειτουργική ζωή όχι μόνο της Μ. Εβδομάδος αλλά του όλου ενιαυτού, είναι η περικοπή Σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε ενορία, κάθε δεσπότης και παπάς, αλλά και κάθε εκδότης, τυπώνει, για να επιτευχθεί ο παραπάνω σκοπός της συμψαλμωδίας, ή της χάβρας επί το ορθώτερο, φυλλάδια με μερικά από τα εγκώμια.  Τα εγκώμια από 185 γίνονται ξαφνικά  σαράντα ή πενήντα και τα υπόλοιπα, μαζί με πολλά άλλα μέρη των ακολουθιών, περνούν στην λήθη της ιστορίας.  Η λογική ότι είμαι ο άρχων της ακολουθίας και αυτός που κρίνει τι θα ειπωθεί, πώς θα ειπωθεί και πότε θα ειπωθεί εδραιώνεται και με αυτήν την ευκαιρία.  Με μεγάλη ευκολία ο δεσπότης ή ο παπάς κάθεται στο γραφείο του και αποφασίζει τι χρειάζεται και τι δεν χρειάζεται, τι προτιμά και τι δεν τον αναπαύει.  Μόνο κριτήριο το προσωπικό του βίωμα.  Νοοτροπία καταστροφική για την λειτουργική μας ζωή αλλά κα γενικώς για την εκκλησιαστική μας πορεία. 
Ένα πέμπτο λάθος, στο οποίο ακροθιγώς μόνον αναφερθήκαμε, είναι ότι ψάλλουμε μεν τα εγκώμια, έστω και κουτσουρεμένα, παραλείπουμε όμως τους στίχους του Αμώμου επί των οποίων συντάχθηκαν.  Ο Άμωμος, που αναγιγνώσκεται με ελάχιστες εξαιρέσεις καθημερινά όλο τον χρόνο είτε στο μεσονυκτικό είτε στον όρθρο ως κάθισμα (Σάββατο και Κυριακή) είναι ένας από τους θεολογικώτερους και πιο ωφέλιμους ψαλμούς οπότε καλώς υποστηρίζει ο π.Δοσίθεος «κρείτον ἐστι καταλεῖψαι τα εγκώμια ἤ τόν Ἄμωμον» (σελ 143).
Εν κατακλείδι τα λεγόμενα εγκώμια έχουν επικρατήσει και τα περιλαμβάνουν και όλα τα τυπικά οπότε ορθώς λέγονται αλλά ας κάνουμε μία προσπάθεια να λέγονται με τρόπο και διάθεση που θα ωφελεί και δεν θα ξεθεμελιώνει την όλη θεολογία.  Ας γίνει κατανοητό ότι δεν είναι το αρτιότερο ποιητικό και θεολογικό δημιούργημα της λειτουργικής μας ζωής και ας βρουν την πραγματική τους αξία μέσα σε αυτήν χωρίς υπερτιμήσεις και υπερβολέςΑς ψάλλονται ταπεινά, λιτά όμορφα από τους ιερείς και τους ψάλτες, όπως ορίζει το τυπικό, με τους στίχους του Αμώμου που είναι έγκλημα να απαλείφουμε και σε μέλος ιεροπρεπές και σοβαρό που δεν θα μεταβάλει την χαρμολύπη της ακολουθίας σε ηπειρώτικο μοιρολόι ή σε συναυλία και χάβρα.  Μόνο με τον τρόπο αυτό οι πιστοί που θα προσέλθουν θα πάρουν μαζί τους κάτι λίγο από το γνήσιο λειτουργικό φρόνημα και ίσως κάτι να τους αγγίξει πραγματικά και όχι συναισθηματικά και επιφανειακά. 
ΈΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΟΡΘΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Ι.Μ.ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ
Πηγή Φωτό: http://www.parapolitikaargolida.gr/2012/04/ek.html

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
11  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


Read more: http://www.egolpion.com/egkomia.el.aspx#ixzz3XNYBjgKQ

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΣΤΟΥΣ «ΝΥΜΦΙΟΥΣ»

 



Ο  ΝΥΜΦΙΟΣ
ΣΤΟΥΣ   «ΝΥΜΦΙΟΥΣ»
π. Β. Σπηλιόπουλος

     Οι ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος ξεκινούν στην πραγματικότητα από την ακολουθία του Όρθρου της Μεγάλης Δευτέρας η οποία είθισται, όπως και οι όρθροι της Μ.Τρίτης και της Μ.Τετάρτης, να αποκαλούνται «ακολουθία του νυμφίου»  ή απλά «νυμφίος» ακριβώς διότι σε αυτούς ψάλλεται το γνωστό τροπάριο «ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός».  Και αυτή, όμως , η ιερή ακολουθία δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον έντονο συναισθηματισμό ο οποίος έχει ποτίσει όλο το σύγχρονο ενοριακό, και όχι μόνο, λειτουργικό κύκλο.  Το κοσμικό φρόνημα έχει και εδώ επικρατήσει και γίνεται αντιληπτό από συγκεκριμένα στοιχεία της ακολουθία όπως:
          α) Το ωράριο τελέσεως των ακολουθιών.  Είθισται ο όρθρος αυτός αλλά και όλοι οι όρθροι της Μεγάλης Εβδομάδος να τελούνται το εσπέρας της προηγουμένης για να μπορεί ο πιστός λαός να συμμετάσχει.  Αυτό βέβαια, ως κατ’ οικονομίαν πράξη της Εκκλησίας, δεν αποτελεί το πιο σημαντικό «ολίσθημα» όμως γεννάται εύλογο το ερώτημα: γιατί αυτή η μετάθεση; Γιατί να μην τελείται κανονικά ο όρθρος το πρωί και ο Εσπερινός το απόγευμα αλλά γίνονται εντελώς αντίστροφα;  Γιατί ο κόσμος πρέπει να μετάσχει μόνον στον όρθρο και όχι στον Εσπερινό αφού μάλιστα τα τροπάρια και στις δύο περιπτώσεις, τουλάχιστον μέχρι και την Μ. Πέμπτη, είναι τα ίδια; Γιατί να μην έχουν οι πιστοί την ευκαιρία να ακούσουν τα ίδια τροπάρια κατά τον Εσπερινό που είναι συνημμένος με την ακολουθία της προηγιασμένης λειτουργίας που ο πολύς κόσμος παντελώς αγνοεί την ύπαρξη της;
Βέβαια η οικονομία αυτή και η μετάθεση του ωραρίου προστατεύει από ένα μεγαλύτερο, ίσως, ατόπημα και σφάλμα που θα λάμβανε χώρα αν ο κόσμος δεν αρκούταν στην απλή συμπροσευχή κατά την Εσπερινή προηγιασμένη αλλά προσερχόταν και στο Άγιο Ποτήριο να μεταλάβει ενώ ήταν φαγωμένος.  Ούτως ή άλλως όμως αυτό συμβαίνει, κακώς, όλη την διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής όπου οι πιστοί κοινωνούν σε εσπερινές προηγιασμένες αγνοώντας ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας, το Τυπικό και η Ιερά Παράδοση απαιτεί για την συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία ΠΛΗΡΗ αποχή από φαΐ και νερό από το μεσονύκτιο της προηγουμένης. Και η ευθύνη μεν για την φοβερή αυτή αταξία βαραίνει εμάς τους κληρικούς που τελούμε εσπερινές προηγιασμένες χωρίς να υπενθυμίζουμε στους πιστούς την περί ασιτίας προϋπόθεση αποδεικνύει δε ότι δεν είναι αυτός ο λόγος της μετάθεσης των ακολουθιών αλλά λόγοι καθαρώς κοσμικοί την επιβάλλουν. 
Ταπεινώς φρονούμε ότι δεν είναι αδύνατη η επιστροφή στην τάξη και μάλιστα θα βοηθούσε πολύ αν οι όρθροι των πρώτων ημερών τελούνταν κανονικά το πρωΐ και οι εσπερινοί το απόγευμα, μαζί με την Προηγιασμένη, ενώ η ακολουθία των Παθών, κατά το τυπικό, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης, οι Ώρες το πρωί της Μ. Παρασκευής, ο εσπερινός της Αποκαθηλώσεως, χωρίς τα θέατρα και τα δρώμενα φυσικά, το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής (όπως ακόμα είθισται να τελείται σε χωριά της πατρίδος μας), ο όρθρος του Μ. Σαββάτου ξημερώματα της ημέρας  (όπως ευτυχώς σε μερικά ακόμη μέρη της πατρίδος μας γίνεται), ο εσπερινός του Πάσχα με τη λειτουργία του Μ. Βασιλείου το μεσημέρι του Σαββάτου, γεγονός που θα απέτρεπε, σε συνδυασμό με την απαίτηση για νηστεία, την αθρόα προσέλευση εντελώς απροετοίμαστων ανθρώπων που κοινωνούν για «το καλό», ενώ η παννυχίδα της Αναστάσεως, ο Όρθρος του Πάσχα και η Θεία Λειτουργία τα ξημερώματα της Κυριακής όπως συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια σε όλη την επαρχία.  
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλη αυτή η καινοφανής τελετή γίνεται κατά παράβασιν ακόμα και του ισχύοντος τυπικού του Βιολάκη το οποίο, όπως έχουμε ξανατονίσει, είναι το πιο ανεκτικό, το πιο «ελαστικό», το πιο «επιεικές» ως προς την τήρηση της ακριβούς τάξεως και το πιο καινοτόμο.  Κι όμως ούτε καν αυτό το τυπικό δεν περιλαμβάνει έξοδο νυμφίου και εμείς συνεχίζουμε κανονικά, ή μάλλον αντικανονικά, να την τελούμε τόσο σε ενοριακούς ναούς όσο και αυτό είναι το χειρότερο, και σε Ιερές Μονές.
Κανένα λοιπόν παλαιό τυπικό, ούτε καν του Βιολάκη, δεν αναφέρεται σε λιτάνευση της εικόνος του νυμφίου.  Ας δούμε όμως τι μας λέει και ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της Μονής Παναγίας Τατάρνης και λάτρης της τάξεως της Εκκλησίας, σχετικώς με την εικόνα αυτή του νυμφίου:
«Τά ἐν τοῖς ἐνοριακοῖς Ναοῖς τελούμενα, καθ’ ἅ ψαλλομένου τοῦ Ἰδού ὁ Νυμφίος, εἰσοδεύει ὁ ἱερεύς κρατῶν εἰκόνα τοῦ „Νυμφίου” ἤ καί ὁλόσωμον „Νυμφίον” φοροῦντα χλαμύδα κοκκίνην, ἔχοντα ἐμπεπαρμένον ἀκάνθινον στέφανον καί βαστάζοντα κάλαμον καί μονονουχί γοερῶς κράζοντα, ξένα ὄντα παντάπασι πρός τήν λογικήν λατρείαν, οὐ δεῖ τελεῖσθαι καί ἐν ταῖς ἱεραῖς Μοναῖς.  Οἶμαι δέ οὐδ’ ἐν τοῖς ἐνοριακοῖς Ναοῖς.  Ἡ εἰκών αὕτη τοῦ πάθους προέρχεται ἀπό τό Ecce homo τῶν Λατίνων.  
Ἐξ’ ἄλλου τί Ἰδοῦ ὁ νυμφίος ἔρχεται ὀλίγην σχέσιν ἔχει πρός τό πάθος τοῦ Κυρίου.  Ἀναφέρεται εἰς τήν παραβολήν τοῦ πιστοῦ καί φρονίμου οἰκονόμου (Λουκᾶ ΙΒ, 35-48) καί προτρέπει εἰς ἐγρήγορσιν τούς πιστούς.  Ὡς ἐκ τούτου τό Ἰδοῦ ὁ νυμφίος λέγεται εἰς τά μεσονυκτικά παντός τοῦ ἐνιαυτοῦ καί οὐχί μόνον κατά τάς πρώτας ἡμέρας τῆς Μ. Ἑβδομάδος.  Γίνεται οὕτω πως σύγχυσις μεταξύ τοῦ νυμφίου τῆς παραβολῆς καί τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ιε΄ἀντιφώνου τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν (ὄρθρος τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς).  Ὑπάρχει δέ καί ἀνακολουθία.  Δεδεμένος καί ἐν πορφύρα καί μετά ἀκανθίνου στεφάνου ὡράθη ὁ Κύριος εἰς τό πραιτώριον τό πρωΐ πρωΐ τῆς Μεγ. Παρσκευῆς καί οὐχί τῆ Μεγ. Δευτέρα.  Τότε εἰσήρχετο καί ἐξήρχετο τῆς Ἱερουσαλήμ καταρώμενος ἅμα καί ξηραίνων τήν ἄκαρπον συκῆν.  Ὅθεν ξένα ταῦτα καί ἀλλότρια των ἀρχαίων τυπικῶν διατάξεων, ἀλλά γε καί τοῦ πνεύματος τῶν ἡμερῶν»  (Τυπικόν τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, διορθωθέν μέθ’ὅσης ἐπιμελείας καί ὑπομνηματισθέν τό κατά δύναμιν ὑπό ἀρχιμ. Δοσιθέου ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Τατάρνης, σελ. 380, ὑποσημείωση 4)
        β) Η Εικόνα του νυμφίου και η περιφορά της. Γιατί λοιπόν αυτή η μετάθεση; Γιατί αυτή η βαρύτητα στον όρθρο; Μα για να παρακολουθεί ο κόσμος τα νεωτερίστικα εφευρήματα όπως την έξοδο του Εσταυρωμένου και την Αποκαθήλωση ή για να ψάλει τα εγκώμια την Μ. Παρασκευή το βράδυ, να προλάβει να κοινωνήσει το Σάββατο, πριν τα ψώνια του, και να προετοιμαστεί για το ταξίδι του.  Και γιατί και ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας βράδυ; Μα για να παρακολουθήσουμε την έξοδο του νυμφίου, της εικόνος δηλαδή που είθισται στις ενορίες με στόμφο και καμάρι να περιφέρουμε εντός του Ναού κατά την ψαλμωδία του αντιστοίχου τροπαρίου ή,  σε πολλούς πλέον Ναούς, την έξοδο όχι της εικόνος αλλά του ολόσωμου αγαλματιδίου. 
        γ) Παράλειψη το Ψαλτηρίου. Ένα λάθος που δεν αφορά βέβαια μόνον την Μεγάλη Εβδομάδα αλλά όλο τον λειτουργικό κύκλο του χρόνου και όλες τις Ιερές ακολουθίες.  Το ψαλτήρι, η βάση της λειτουργικής ζωής, έχει πέσει σε πλήρη αχρησία.  Ενώ θα έπρεπε να αναγιγνώσκεται κατά την διάρκεια των ιερών ακολουθιών ολόκληρο άπαξ της εβδομάδος τον υπόλοιπό χρόνο, δις της εβδομάδος κατά την Μ. Τεσσαρακοστή και άπαξ την Μ. Εβδομάδα ως και την Τετάρτη οπότε σχολάζει μέχρι την Κυριακή του Θωμά (αυτό το σχολάζει είναι και το μόνο που τηρείται απαρεγκλίτως) βρίσκεται, στην καλύτερη των περιπτώσεων και αν βρίσκεται, ερμητικά κλειστό στα ντουλάπια του αναλογίου.
Ακόμα και το τυπικό του Βιολάκη το περιλαμβάνει κανονικά και όμως καμιά διάθεση για επαναφορά στην τάξη!  Μάλιστα σε υποσημείωση του τυπικού γράφονται τα εξής «Συνήθως παραλείπεται το Ψαλτήριον τῆς ἡμέρας ἐν ταῖς πλείσταις τῶν Ἱερῶν Ἐκκλησιῶν κα΄τα τούς ὄρθρους τούτους, εἴτε χάριν τῆς συντομίας εἴτε καί διότι είσί πέντε Καθίσματα ὡρισμένα καθ’ἑκάστην ταῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδος, καί ἀναγιγνώσκεται ιδιαιτέρως τό πρωΐ ὑπό τοῦ Ἱερέως» (σελ.354-355).  Και αφήνοντας ασχολίαστο το κατά πόσο ωφέλιμη αλλά και το κατά πόσο τηρείται η τάξη αυτή, να αναγιγνώσκει δηλαδή μόνος του ο ιερέας το Ψαλτήρι διαβάζουμε παρακάτω μια πολύ εύκολη και διακριτική λύση ώστε τουλάχιστον να μην κατακρημνίζεται ο σκελετός και η όλη διάρθρωση της ακολουθίας του όρθρου γενικώς αλλά και ειδικώς τη Μεγάλη εβδομάδα:
„...ἀλλ’ εὐχῆς ἔργον ἐστίν ἵνα ἀναγινώσκεται μέρος τουλάχιστον τῶν πέντε Καθισμάτων εἰς ἀκρόασιν καί τοῦ λαοῦ, καθ’ὅσον μάλιστα τό Ψαλτήριον ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν ἡ βάσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν προσευχῶν καί ἡ ἐπιούσιος πνευματική τροφή ἑκάστου χριστιανοῦ, ὡς ἐσημειώθη ἐν τῆ προθεωρία” (σελ.355).
        Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι να επιστρέψουμε στην ανόθευτη λειτουργική παράδοση που αποτελεί και συνέχεια αλλά και βάση της όλης πνευματικής ζωής.  Ας μη νοθεύουμε μα αλλότριο πυρ το καθαρό πυρ της Θεοπατροπαράδοτης Παραδόσεως.  Δεν είναι τα καινοτόμα εφευρήματα αυτά που κάτι έχουν να δώσουν στους πιστούς, δεν είναι η γαρνιτούρα αυτή που χορταίνει, αλλά η βίωση της λιτότητος, της απλότητος, της ταπείνωσης.

Πηγές φωτογραφιών εδώ, εδώ και εδώ


Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
13  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


Read more: http://www.egolpion.com/nymfios_spiliopoulos.el.aspx#ixzz3XNXQ4TYO